Η ίδια ευρωπαϊκή λογική που οδήγησε την αρκούδα και τον λύγκα στα πρόθυρα της εξαφάνισης επιστρέφει τώρα για να «τακτοποιήσει» τον λύκο. Με το πρόσχημα της προστασίας των κοπαδιών των κτηνοτρόφων, ανοίγει ο δρόμος για τη θήρευση του λύκου με κρατική συναίνεση προκειμένου να ικανοποιηθούν τα αιτήματα της κτηνοτροφικής βιομηχανίας.
Η Σύμβαση της Βέρνης, η οποία εξασφαλίζει την προστασία της άγριας ζωής κυρίως στην Ευρώπη, ενέκρινε στις 3 Δεκεμβρίου τον περιορισμό του καθεστώτος προστασίας του λύκου από «αυστηρά προστατευόμενο» είδος σε «προστατευόμενο». Αυτό θα αφαιρέσει πολλές από τις δικλείδες ασφαλείας που έχουν επιτρέψει στους λύκους να ευδοκιμήσουν στην Ευρώπη και σημαίνει ότι από τον Μάρτιο του επόμενου έτους κάθε χώρα της Ε.Ε. θα μπορεί να ορίζει ετήσια ποσόστωση για την εξόντωση λύκων.
Όπως τονίζουν οι οργανώσεις, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. αγνόησαν τις εκκλήσεις περισσότερων από 300 οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών, της Πρωτοβουλίας για τα Μεγάλα Σαρκοφάγα στην Ευρώπη και εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, οι οποίοι προέτρεπαν σε επιστημονικά τεκμηριωμένη δράση για την προώθηση της συνύπαρξης του ανθρώπου με τα μεγάλα σαρκοφάγα. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές χώρες φαίνεται ότι υποστήριξαν αποφάσεις που είχαν πολιτικό κίνητρο.
Η πρόταση υποστηρίχθηκε θερμά από την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία φαίνεται να έχει προσωπικό πρόβλημα με τους λύκους από τότε που ένας εξ αυτών «τόλμησε» να σκοτώσει το πόνι της το 2022. Ο Έλληνας υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστας Τσιάρας με τη σειρά του υιοθέτησε την ίδια λογική, μιλώντας για τις «αρνητικές συνέπειες του υπερπληθυσμού επιβλαβών ειδών».
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο αριθμός των λύκων στην Ε.Ε. έχει σχεδόν διπλασιαστεί, από 11.000 το 2012 σε πάνω από 20.000 σήμερα, και πως προκαλούν υπερβολικές ζημιές σε εκτρεφόμενα ζώα. Ωστόσο, μόλις το 0,065% των προβάτων και των αιγών της Ευρώπης πέφτει θύμα των λύκων κάθε χρόνο, ενώ δεν έχουν υπάρξει θανατηφόρες επιθέσεις λύκων σε ανθρώπους τα τελευταία 40 χρόνια, σύμφωνα με έκθεση της Ε.Ε. του 2023.
Οι πληθυσμοί των λύκων έχουν μόλις αρχίσει να ανακάμπτουν μετά την εξαφάνισή τους από το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι λύκοι, ως κορυφαίοι θηρευτές, διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στα οικοσυστήματα, προάγοντας τη βιοποικιλότητα και συμβάλλοντας στη δέσμευση του άνθρακα. Είκοσι και πλέον είδη -από χρυσαετούς μέχρι νυφίτσες- εξαρτώνται έμμεσα από τους λύκους.
Αντί, όμως, η Ευρώπη να επενδύσει σε βιώσιμες λύσεις, όπως οι ηλεκτροφόροι φράχτες και η καλύτερη διαχείριση των κοπαδιών, υιοθετεί τη λογική της εξόντωσης, η οποία υπονομεύει τη φυσική ισορροπία.
Φώκιες υπό απειλή
Η επιστροφή της μεσογειακής φώκιας στις ανοιχτές παραλίες του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου αποτελεί μια σπουδαία περιβαλλοντική επιτυχία. Μετά από συστηματικές προσπάθειες τριών δεκαετιών φέτος καταγράφηκαν 14 νεογέννητα φώκιας, αριθμός ρεκόρ, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία των συντονισμένων δράσεων προστασίας και τη συνεργασία φορέων, όπως η MOm, ο ΟΦΥΠΕΚΑ, οι Sea Shepherd και άλλες οργανώσεις.
Ωστόσο, ενώ στην Ελλάδα οι φώκιες ανακάμπτουν, σε ευρωπαϊκό επίπεδο το ζήτημα της προστασίας τους αμφισβητείται.
Στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας της Ε.Ε. τον Οκτώβριο αρκετές χώρες ζήτησαν να χαλαρώσουν οι περιορισμοί για το κυνήγι της φώκιας και του κορμοράνου. Η Σουηδία, επικαλούμενη την αύξηση των πληθυσμών τους στη Βαλτική Θάλασσα και τις επιπτώσεις στην αλιεία, πρότεινε να επιτραπεί το περιορισμένο κυνήγι.

Στο πλευρό της στάθηκαν η Φινλανδία, η Εσθονία και η Λετονία, με στόχο την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα προστατευόμενα είδη. Ο πληθυσμός της γκρίζας φώκιας στη Βαλτική Θάλασσα είχε υποστεί σοβαρή μείωση στις αρχές του 20ού αιώνα, ωστόσο ανέκαμψε και σήμερα εκτιμάται ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός φτάνει περίπου τα 300.000 άτομα.
Οι χώρες αυτές τονίζουν ότι οι πληθυσμοί της γκρίζας φώκιας αυξάνονται κατά 5% ετησίως, ενώ οι κορμοράνοι έχουν φτάσει τις 200.000 φωλιές και θεωρούν ότι η παρουσία αυτών των θηρευτών δυσχεραίνει την ανάκαμψη των ιχθυοαποθεμάτων. Οι πραγματικές αιτίες, όμως, της μείωσης των ψαριών είναι η υπεραλίευση, η ρύπανση και η κλιματική κρίση. Παράλληλα, έρευνες δείχνουν ότι το κυνήγι 3.000 φωκιών ετησίως στη Σουηδία απειλεί τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των πληθυσμών τους.
Σε έναν κόσμο που οδεύει σε κλιματική κατάρρευση η Ευρώπη υπονομεύει τον ίδιο της τον αγώνα κατά της κλιματικής κρίσης. Η διατήρηση της βιοποικιλότητας δεν είναι μόνο μια περιβαλλοντική αναγκαιότητα, αλλά θεμέλιος λίθος για την ευημερία και τη βιωσιμότητα των ανθρώπινων κοινωνιών. Η προστασία των οικοσυστημάτων και των ειδών που τα απαρτίζουν πρέπει να αποτελέσει κοινή προτεραιότητα για όλες τις κοινωνίες, ξεπερνώντας τα στενά όρια των εθνικών συμφερόντων.
Δημοσιεύτηκε στο φύλλο της ΑΥΓΗΣ 8/12