Μία 14χρονη ξυλοκοπείται άγρια από συνομήλικές της σε κοινή θέα στην περιοχή της Γλυφάδας. Τρεις ανήλικοι εγκλωβίζουν στην τουαλέτα σχολείου στην Ανατολική Θεσσαλονίκη και απειλούν έναν 14χρονο. Ένας 12χρονος δέχεται απανωτές επιθέσεις από δύο 13χρονους στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής. Οι παραπάνω περιπτώσεις βίας μεταξύ ανηλίκων είναι κάποια μόνο από τα περιστατικά που απασχόλησαν την ειδησεογραφία τελευταία, ανοίγοντας παράλληλα μία ευρύτερη συζήτηση για τις πηγές του φαινομένου και τους τρόπους διαχείρισής του. Κάποιοι επικεντρώνονται στα ζητήματα που σχετίζονται με την ατομικότητα του κάθε παιδιού, κάποιοι άλλοι αναζητούν ευθύνες στον σκληρό πυρήνα της οικογένειας και μία τρίτη μερίδα επιλέγει να βάζει αποκλειστικά στο κάδρο το σχολείο.
Στον δημόσιο διάλογο αναδεικνύονται κυρίως οι ατομικές και οικογενειακές ευθύνες και παραβλέπονται οι κοινωνικές διαστάσεις του ζητήματος. Σύμφωνα με τη Λίλιαν Αθανασοπούλου, ψυχίατρο παιδιών-εφήβων, συντονίστρια διευθύντρια ΕΣΥ στο Τμήμα Παιδιών-Εφήβων του Νοσοκομείου «Παπανικολάου» στη Θεσσαλονίκη που μίλησε στην ΑΥΓΗ της Κυριακής, «ως επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας βλέπουμε το κάθε παιδί/έφηβο στην ατομικότητά του, μέσα στην οικογένειά του αλλά και στο σχολείο, στην κοινότητα και τα τελευταία χρόνια λόγω του Διαδικτύου και ως μέλος μίας παγκόσμιας κοινότητας».
Αγγίζοντας τις κοινωνικές συνθήκες και το αποτύπωμα που αφήνουν στη συμπεριφορά των παιδιών/εφήβων, η κ. Αθανασοπούλου αναφέρεται στην κρίση των θεσμών, σημειώνοντας πως «όταν η αμφισβήτηση που έτσι κι αλλιώς υπάρχει κατά την εφηβεία πατάει και σε μία δύσκολη πραγματικότητα, προφανώς οι νέοι/ες επηρεάζονται πάρα πολύ». Προς επίρρωση αυτού υπενθυμίζει την αναφορά του Σωτήρη Μανωλόπουλου στο βιβλίο του «Ψυχικοί δεσμοί και κοινωνικοί θεσμοί» ότι «η επέλαση της βαρβαρότητας συνηχεί με την κακοφωνία της ψυχικής μας ζωής».
Δεν αγγίζουμε τους πραγματικούς παράγοντες
Παρότι κάθε τόσο ανακοινώνονται νέα μέτρα που υπόσχονται την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας μεταξύ ανηλίκων, το φαινόμενο μοιάζει να μην υποχωρεί. «Είναι δύσκολο να περιοριστεί καθώς οι ρίζες του φαινομένου δεν τροποποιούνται. Οπότε καταφεύγουμε σε μια αυστηροποίηση της έντασης των μέτρων, χωρίς στην ουσία να αγγίζουμε πραγματικά τους παράγοντες που το καθορίζουν» σημειώνει η ίδια και αναφέρεται στον χώρο της Ψυχικής Υγείας όπου «δεν υπάρχουν επαρκώς στελεχωμένες υπηρεσίες τοποθετημένες σε όλες τις περιοχές για να υπάρχει πρόσβαση των οικογενειών και να απαντώνται τα αιτήματα».
Δίνοντας ένα παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε να λειτουργεί το κράτος προκειμένου να διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο παρέμβασης για τη βία μεταξύ ανηλίκων, η κ. Αθανασοπούλου αναφέρεται στην «Πρωτοβουλία για το Παιδί», η οποία συγκεντρώνει δράσεις σε όλους τους τομείς που σχετίζονται με την ανάπτυξη του παιδιού (παρεμβάσεις σε γονείς και σχολεία, επιμόρφωση σε παιδιάτρους και δικαστικούς λειτουργούς κ.λπ.), αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις και τις προτάσεις των ίδιων των παιδιών για τα ζητήματα που τα αφορούν. «Να βλέπεις, δηλαδή, ένα παιδί στο σύνολο της πραγματικότητάς του» καταλήγει.
Μέτρα καταστολής αντί για μέτρα πρόληψης
«Η κυβέρνηση τα τελευταία δύο χρόνια έχει προβεί δυστυχώς περισσότερο σε μέτρα καταστολής του φαινομένου παρά σε μέτρα πρόληψης που θεωρούμε ότι είναι πιο αναγκαία» επισήμανε μιλώντας στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο Σταύρος Τριλυράκης, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ενώσεων Γονέων Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
«Οι πλατφόρμες καταγγελιών, τα κουμπιά πανικού, η αυστηροποίηση των ποινών θεωρούμε ότι είναι ημίμετρα και μέτρα αποπροσανατολισμού στην πραγματικότητα» σημείωσε χαρακτηριστικά. Αναφερόμενος δε στην έλλειψη μέτρων πρόληψης, υπογράμμισε πως «δεν υπάρχει σταθερή παρουσία ψυχολόγου και κοινωνικού λειτουργού σε όλες τις βαθμίδες παρά τις διαβεβαιώσεις» και «απουσιάζουν από τον κύκλο σπουδών μαθήματα και δράσεις που θα προωθήσουν αξίες όπως είναι η αλληλεγγύη, η ομαδικότητα, ο ανθρωπισμός».
«Και οι θύτες σε πολλές των περιπτώσεων θα γίνουν θύματα. Όταν εκτιμούν ότι η βία είναι η απάντηση σε κάθε πρόβλημα, δυστυχώς θα τη βρουν μπροστά τους. Όμως αυτή η βία την οποία αξιοποιούν ως λύση δεν είναι βία η οποία γεννιέται από το σχολείο αλλά έρχεται μέσα στο σχολείο από τη βία της κοινωνίας, και αυτό δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους» σχολιάζει ο ίδιος. Σημειώνει δε πως τα μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου λαμβάνονται χωρίς διαβούλευση με τη σχολική κοινότητα και «αυτό καταδεικνύει και την πολιτική η οποία ακολουθείται συνολικά στην εκπαίδευση».
Το σχολείο θα πρέπει να γίνει ανθρώπινο και ελκυστικό
Στη διαφορετική ματιά που έχουν η κυβέρνηση και οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί για τον τρόπο αντιμετώπισης του φαινομένου αναφέρθηκε μιλώντας στην ΑΥΓΗ της Κυριακής η Γιάννα Λαθήρα, καθηγήτρια και πρόεδρος της Γ' ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης. «Τίθεται μία λογική να παίξουμε τον ρόλο του παιδονόμου» σημείωσε για την πλατφόρμα που αφορά καταγγελίες και η οποία πλέον θα αφορά και συμπεριφορές μαθητών-τριών εκτός σχολείου, και έκανε λόγο για «ευθεία βολή στον παιδαγωγικό μας ρόλο, μας βάζει απέναντι στους μαθητές μας».
«Τα μέτρα τα οποία κατά κανόνα προτείνονται είναι ποινές. Από την εμπειρία μου, η αυστηροποίηση των ποινών δημιουργεί αντανακλαστικά αρνητικά στα παιδιά, όπως και παντού» σημείωσε και επέκρινε το υπουργείο που ονομάζει σχολική βία την κοινωνική βία στην ουσία.
Για την αντιμετώπιση του φαινομένου και το πώς θα μπορούσε το σχολείο να αποτελέσει ανάχωμα σε βίαιες συμπεριφορές η κ. Λαθήρα αναφέρει πως «θα έπρεπε να αλλάξουν το σχολείο σε μία κατεύθυνση να γίνει ανθρώπινο και ελκυστικό. Να καταργηθούν όλα τα εξεταστικά πλέγματα, να αλλάξουν τα αναλυτικά προγράμματα, να έχουμε λιγότερα παιδιά ανά τμήμα. Να υπάρχει σταθερή μόνιμη παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών». Υπογραμμίζει δε πως «ακόμη και η προσπάθεια που γίνεται να προωθήσουμε την αλληλεγγύη, την αποδοχή, τη συνεργασία, ακυρώνεται από την ίδια τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος».