Ίσως η Τενερίφη να μην είναι πια τόσο δελεαστική τον Ιούλιο. Ίσως μια βόλτα στο Κολοσσαίο της Ρώμης να χρειάζεται να γίνει αργά το απόγευμα. Ίσως η επίσκεψη στον Παρθενώνα να είναι καλύτερα να πραγματοποιηθεί λίγο μετά το ξημέρωμα τον Αύγουστο. Ή ίσως να είναι προτιμότερο να «ξεκαλοκαιριάσει» κάποιος εξαρχής στη δροσερή Νορβηγία. Ή τη Σουηδία.
Η κλιματική κρίση έχει φέρει στην επικαιρότητα έναν νέο όρο coolcationing από τη σύντμηση των αγγλικών λέξεων για το «δροσερό» (cool) και τις «διακοπές» (vacationing) - για να περιγράψει έναν προβληματισμό δεκαετιών: μήπως οι καύσωνες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα στη Μεσόγειο διώξουν τον τουρισμό και τον κατευθύνουν σε πιο δροσερά κλίματα;
Το ΑΠΕ-ΜΠΕ συνομίλησε για το θέμα με τον Ανδρέα Ματζαράκη, καθηγητή Βιοκλίματος και Αστικής Κλιματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ της Γερμανίας.
Κατά τον Ανδρέα Ματζαράκη, είναι μεν γεγονός ότι «τόσο η Ελλάδα, όσο και ευρύτερα η Μεσόγειος θα επηρεαστούν πάρα πολύ από την κλιματική κρίση» και χωρίς ένα σχέδιο διαχείρισης και στον τομέα του τουρισμού «δεν θα πάνε μπροστά». Ωστόσο το «coolcationing» καθεαυτό πιθανότατα είναι μια πρόσκαιρη τάση, που έχει μεν κερδίσει πολλή δημοσιότητα το τελευταίο διάστημα, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα.
«Η συζήτηση για την αλλαγή των τουριστικών ροών και την κατεύθυνσή τους προς πιο δροσερά κλίματα ξεκίνησε ήδη από το 1995 περίπου κι έκτοτε ακούγεται ότι η Βόρεια Θάλασσα και η Βαλτική θα γίνουν η νέα Μεσόγειος για τον τουρισμό. Εάν όμως υπολογίσουμε όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τον τουρισμό, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ναι, επιλέγουμε σε μεγάλο βαθμό με βάση το κλίμα, αλλά σε έναν προορισμό δεν συναντάμε το κλίμα, συναντάμε τον καιρό, που μπορεί να είναι οπουδήποτε προσωρινά ακατάλληλος για διακοπές και να "μας χαλάσει τη σούπα", όπως λένε οι Γερμανοί.
Ας σκεφτούμε το εξής: από τη δεκαετία του '90 ακούμε ότι η Μεσόγειος θα χάσει τους επισκέπτες της λόγω της ζέστης. Γιατί όμως τόσα χρόνια μετά εξακολουθούμε να σχεδιάζουμε διακοπές στη Μεσόγειο; Διότι οι συνθήκες στη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική δεν συγκρίνονται με τη Μεσόγειο. Εκεί δεν μπορείς να πας για μπάνιο 150 μέρες τον χρόνο, ενώ λόγω των συχνών παλιρροιών μπορεί να χρειαστεί να περπατήσεις πέντε ή δέκα χιλιόμετρα για να φτάσεις στη θάλασσα. Επιπλέον, τα καταλύματα είναι καλυμμένα 100%, ενώ παράγοντες όπως η ανάγκη προστασίας της βιοποικιλότητας δεν επιτρέπουν τη σημαντική περαιτέρω επέκτασή τους» εξηγεί ο κ.Ματζαράκης μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Φυσικά, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Μεσόγειος όντως αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα που σχετίζονται με την κλιματική κρίση και το 2023 ήταν ένα έτος που στην περίπτωση της χώρας μας έδειξε τι μπορεί να γίνει.
«Οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στον τουρισμό στη Μεσόγειο έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται εδώ και 10-15 χρόνια και το πιο ξεκάθαρο δείγμα ήταν αυτό που έγινε πέρυσι στην Ελλάδα, επηρεάζοντας ζωές και υποδομές» παρατηρεί ο καθηγητής και προσθέτει:
«Όλα αυτά θα γίνουν εντονότερα, γιατί τις θερμοκρασίες που στο παρελθόν είχαμε κάθε δεκαετία, τώρα τις έχουμε κάθε χρόνο. Αυτή τη στιγμή παγκοσμίως η ζέστη επηρεάζει το 50% του πληθυσμού, αλλά σε 20 χρόνια το ποσοστό αυτό προβλέπεται ότι θα αυξηθεί στο 80%. Οι άνθρωποι είμαστε έτσι φτιαγμένοι, ώστε μπορούμε να προσαρμοστούμε στο κρύο, αλλά όχι στη ζέστη. Βέβαια, η επίδραση του κλίματος στην ανθρώπινη θνησιμότητα είναι ένα ζήτημα πάρα πολύ πολύπλοκο, αφού δεν σχετίζεται μόνο με τη ζέστη, αλλά και με την υπεριώδη ακτινοβολία και την υγρασία, που δημιουργούν ένα κοκτέιλ. Και φυσικά, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τα ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά, κάτι που έγινε σαφές και σε περιπτώσεις όπως αυτές των πλημμυροπαθών της Θεσσαλίας».