Τη διαφορά των σημερινών Εξαρχείων σε σχέση με παλαιότερα μπορείς να την εντοπίσεις ακόμη και σε μία μόνο στιγμή. Σε μια εικόνα που υπογραμμίζει πλέον ένα έντονο κοντράστ μεταξύ παρόντος και παρελθόντος. Για παράδειγμα, όταν η Τούρια και ο Σίμο κοντοστέκονται απέναντι από την πλατεία της περιοχής μαζί με τα δύο τους παιδιά και την κοιτάζουν.
Στα μάτια τους δεν καθρεφτίζεται η πλατεία που έβλεπαν όταν έμεναν εκεί. Δεν φαίνονται οι πυκνές φυλλωσιές των δέντρων της, οι άνθρωποι, οι παρέες και τα παιδιά που την όργωναν τρέχοντας πάνω κάτω, αλλά ψηλές λαμαρίνες και συρματοπλέγματα. Κι από μέσα, εκεί που δεν μπορεί να φτάσει το βλέμμα τους, υπάρχει πλέον ένας άγονος τόπος. Το εργοτάξιο που σχηματίστηκε για την κατασκευή του σταθμού του μετρό, ενός απόλυτα κομβικού έργου για την αλλαγή φυσιογνωμίας της γειτονιάς.
Ομως, πέρα από την πραγματικότητα που μπορεί να αντικρίσει ο καθένας στη ζωή που λείπει από την πλατεία και να τη συγκρίνει με τις εικόνες που είχε ο ίδιος παλαιότερα, η αλλαγή των Εξαρχείων και του κέντρου της πόλης γίνεται αντιληπτή στη ζωή που λείπει πια από τα διαμερίσματα.
Από τη σκόπιμη υποβάθμιση, στα Airbnb
Ο εξευγενισμός της πόλης (gentrification), ένας ωραιοποιημένος όρος που χρησιμοποιείται προκειμένου να καμουφλαριστούν οι σαρωτικές επιπτώσεις για την καθημερινότητά της, την έχει μετατρέψει σε ένα απέραντο ξενοδοχείο. Η λάμψη που αποκτά χάρη στην ανακαίνιση των κτηρίων της, η διόρθωση της όψης της, συνδέονται με τον εκτοπισμό των ανθρώπων που ζούσαν εκεί κάθε μέρα σε γειτονιές που είχαν εγκαταλειφθεί και υποβαθμιστεί σκοπίμως.
«Ξεκινήσαμε να μένουμε στα Εξάρχεια πριν από 8 χρόνια. Ήταν μια περίοδος που η μαφία έκανε ό,τι ήθελε. Πουλούσε ναρκωτικά, έβγαζε όπλα μέρα μεσημέρι. Όλα αυτά γίνονταν μπροστά στο κράτος, στην αστυνομία, δεν ήταν μυστικά» λέει ο Σίμο. Η Τούρια θυμάται πάλι να περνά από τον δρόμο και να της κάνουν νόημα οι ντίλερς «ψιτ ψιτ, μαύρο».
Η υποβάθμιση των Εξαρχείων, όπως και άλλων περιοχών, έδωσε τη δυνατότητα σε κτηματομεσιτικές εταιρείες, επιχειρήσεις Αirbnb και άλλα funds να προχωρήσουν στη μαζική αγορά διαμερισμάτων και σε αρκετές περιπτώσεις ολόκληρων πολυκατοικιών με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Τα περισσότερα από τα διαμερίσματα που αποκτήθηκαν μετατράπηκαν σε δωμάτια Airbnb και πολυτελή τουριστικά καταλύματα, με αποτέλεσμα να συρρικνωθεί ο αριθμός εκείνων που νοικιάζονται για μόνιμη κατοικία. Ενώ όσα έχουν παραμείνει στα χέρια απλών ιδιοκτητών είτε νοικιάζονται κι αυτά ως Airbnb είτε δίνονται πλέον με πολύ ακριβά ενοίκια.
Πρώτα θύματα αυτή της κατάστασης είναι οι μετανάστες. Οι άνθρωποι που είναι πιο ευάλωτοι οικονομικά και κοινωνικά. Το παράδειγμα της Τούρια και του Σίμο είναι χαρακτηριστικό. Ήρθαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες από το Μαρόκο το 2015. Μπήκαν στη βάρκα για τη Λέσβο μαζί με το ένα τους παιδάκι που ήταν τότε μωρό κι ενώ η Τούρια δεν ήξερε να κολυμπάει. Τότε σκέφτηκαν «ή θα ζούμε όλοι μαζί ή θα πεθάνουμε όλοι μαζί».
Τους έδιωξε μέσα στον Αύγουστο
Μετά από έναν χρόνο περίπου κατάφεραν να βρουν και να νοικιάσουν διαμέρισμα στην οδό Σολωμού στα Εξάρχεια, το οποίο ανήκε σε επιχείρηση ακινήτων. Αρχικά πλήρωναν 250 ευρώ. Στη συνέχεια το ενοίκιο αυξήθηκε στα 350 ευρώ, το οποίο όμως παρέμενε ακόμα ένα διαχειρίσιμο ποσό. Εκεί που άρχισαν να προβληματίζονται ήταν η στιγμή που σταμάτησε η εταιρεία να επιδιορθώνει τις ζημιές που προέκυπταν το σπίτι. «Στον τελευταίο χιονιά έσπασε η τέντα. Μας πήγαιναν από μέρα σε μέρα και στο τέλος από μήνα σε μήνα, μέχρι που πέρασαν τρία χρόνια».
Το περασμένο καλοκαίρι, τις ημέρες που συμπληρωνόταν ένας χρόνος από την εγκατάσταση του εργοταξίου στην πλατεία, η ιδιοκτήτρια εταιρεία του διαμερίσματος έδωσε περιθώριο στην τετραμελή πια οικογένεια, καθώς είχε έρθει στη ζωή πια και ο μικρότερος γιος τους Μάρκος (πήρε το όνομά του από τον Βαμβακάρη), να εγκαταλείψει το σπίτι όπου έμενε τόσο καιρό μέσα σε δύο εβδομάδες. Πέραν του αιφνιδιαστικού χαρακτήρα της απόφασης και της μηδαμινής διορίας, η εξέλιξη υπήρξε αφόρητα πιεστική για την οικογένεια καθώς ειδοποιήθηκε να φύγει στις αρχές του Αυγούστου, την περίοδο που είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθεί μεταφορική εταιρεία για να αναλάβει τη μετακόμιση. Όπως θα μάθαιναν στη συνέχεια, η έξωσή τους είχε ως εξήγηση τη μετατροπή του διαμερίσματος σε μία ακόμη στέγη για Airbnb.
Υψηλά ενοίκια και ρατσισμός
Στην αρχή προσπάθησαν να βρουν άλλο διαμέρισμα στα Εξάρχεια. Πέρα, όμως, από τα μεγάλα ποσά που τους ζητούσαν για το ενοίκιο, το επιπλέον πρόβλημα που αντιμετώπιζαν ήταν η καχυποψία. Ένα σπίτι που βρήκαν κοντά τους είχε ενοίκιο 700 ευρώ, το διπλάσιο από εκείνο που έδιναν πριν, ωστόσο δέχτηκαν να το δίνουν προκειμένου να μείνουν στη γειτονιά με την οποία είναι τόσο δεμένοι.
Παρά τις εγγυήσεις που δόθηκαν στον ιδιοκτήτη, ακόμη και από τρίτους, ο ίδιος δεν ήθελε να υπάρξει συμφωνία εμμένοντας στην άρνησή του λόγω καταγωγή τους. «Σκέψου ότι δούλευα σε μεζεδοπωλείο το οποίο βρίσκεται απέναντι από τη συγκεκριμένη πολυκατοικία και μίλησαν στον ιδιοκτήτη οι άνθρωποι που έχουν το μαγαζί, λέγοντας ότι “το κορίτσι δουλεύει μαζί μας κι αν έχετε πρόβλημα, εμείς θα πληρώνουμε” και παρ’ όλα αυτά αρνήθηκε. “Αν είναι πρόσφυγες, όχι” μας είπε από το κινητό» λέει η Τούρια. «Αυτά είναι από τα πράγματα που πονούν την καρδιά μου πάρα πολύ» εκμυστηρεύεται ο Σίμο.
Ενόσω βρισκόμαστε στο καφενείο της πλατείας, κάθε τόσο η κουβέντα μας μπαίνει σε παύση για να χαιρετηθούν με τους παλιούς τους γείτονες. Είναι τόση η εμπιστοσύνη που υπάρχει, ώστε μια οικογένεια Ελλήνων φεύγει για το σπίτι και αφήνει πίσω την κόρη τους να παίξει μαζί με τον Γιάννη, τον μεγαλύτερο γιο της Τούρια και του Σίμο. Το ίδιο είχαν κάνει κι εκείνοι νωρίτερα με τον 10χρονο γιο τους, αφήνοντάς τον να πάει βόλτα με την οικογένεια που είχε αφήσει τώρα το δικό της παιδί.
«Πονάει η καρδιά μου που βρισκόμαστε έξω από τη γειτονιά μας. Δεν είναι απλά μια γειτονιά, είναι κάτι παραπάνω. Αληθινοί άνθρωποι. Είχα φτάσει στο σημείο να ξεχάσω ότι είμαι πρόσφυγας» λέει ο Σίμο.
Μετά από συνεχόμενες άκαρπες προσπάθειες να βρουν σπίτι στα Εξάρχεια, κατάφεραν τελικά να μετακομίσουν σε διαμέρισμα στην Άνω Κυψέλη. Το σπίτι βρίσκεται στον δεύτερο όροφο και όχι στον τέταρτο όπως πριν και για το ενοίκιο τους πρέπει να πληρώνουν 450 ευρώ, δηλαδή 100 ευρώ παραπάνω.
Η Τούρια κάνει τώρα την πρακτική της ως βοηθός νοσηλευτή σε δημόσιο νοσοκομείο. Τα λεφτά που παίρνει είναι πολύ λίγα. Πληρώνεται ανάλογα με τις ημέρες που δουλεύει, τέσσερις την εβδομάδα, οπότε τα χρήματα που της δίνουν μετά βίας φτάνουν τα 450 με 500 ευρώ. Ο Σίμο κάθεται στο σπίτι για να προσέχει τα παιδιά.
Τον μικρό δεν τον δέχτηκαν στον παιδικό σταθμό γιατί μέχρι να παραλάβουν οι γονείς μια βεβαίωση από την υπηρεσία ασύλου οι θέσεις είχαν συμπληρωθεί και δεν μπορούσαν να πάνε πλέον άλλα παιδιά. Ένα ζήτημα γραφειοκρατίας είναι αυτό που εμπόδισε και τον μεγαλύτερο γιο ώστε να ενταχθεί σε ολοήμερο σχολείο. «Μας είπαν ότι έπρεπε να τον γράψουμε από πέρυσι. Εμείς όμως δεν ξέραμε ότι θα χρειαζόταν να μετακομίσουμε».
Τα λεφτά που τους μένουν από τον ένα μισθό που μπαίνει στο σπίτι είναι μόλις 50 ευρώ. Οπότε για να τα βγάλουν πέρα ψάχνουν να βρουν δουλειά και όπου αλλού μπορούν, πηγαίνοντας να καθαρίσουν ένα διαμέρισμα για παράδειγμα. «Φυσικά και έχουμε άγχος. Αν δεν έχουμε άγχος, κάτι λείπει».
«Μένουμε εκεί, αλλά η ζωή μας είναι εδώ»
Εκείνο που πραγματικά τους στοιχίζει είναι η απώλεια της ανθρώπινης επαφής. «Ο μεγάλος μας γιος όταν άλλαξε σχολείο έβαλε τα κλάματα. Το σχολείο στην Κωλέττη στα Εξάρχεια ήταν το σπίτι για το παιδί μου το πρωί και το σπίτι για μένα το απόγευμα που ερχόμουν να μάθω τα ελληνικά» αναφέρει ο Σίμο. «Δεν έχει φίλους, δεν έχει με ποιον να μιλήσει, με ποιον να παίξει. Είναι μόνο του συνέχεια εκεί το παιδί» συμπληρώνει η Τούρια.
«Καλή γειτονιά σημαίνει ότι έχεις παρέα, ότι έχεις όμορφο χρόνο και μπορείς να περάσεις καλά» πιστεύει ο Σίμο. Είναι τόσο μεγάλη η διαφορά που βιώνουν σήμερα και φέρνει ως παράδειγμα τα παράπονα μιας γειτόνισσας που μένει απέναντί τους. Ενοχλημένη από τις γλάστρες που έχουν κρεμασμένες στα κάγκελα του δικού τους μπαλκονιού, πήρε τηλέφωνο την ιδιοκτήτρια του σπιτιού προκειμένου να διαμαρτυρηθεί γιατί θεωρούσε πως υπάρχει κίνδυνος να πέσουν. «Στην αρχή θύμωσα, όμως προσπάθησα να καταλάβω πώς αισθάνεται ένας άνθρωπος που έχει το μπαλκόνι του εντελώς άδειο».
Τα Εξάρχεια απέχουν 40 λεπτά με τα πόδια. Τόσο χρειάζεται για να φτάσει κανείς σε εκεί από μια διπλανή περιοχή του κέντρου έχοντας παιδί σε καρότσι. «Μένουμε εκεί, αλλά είμαστε εδώ κάθε μέρα. Έχουμε εκεί το σπίτι που κοιμόμαστε, αλλά η ζωή μας είναι εδώ» λένε με λόγια που φανερώνουν μια ακούραστη αφοσίωση οι δύο γονείς.

Μεγάλη η αλλαγή του πληθυσμού στα σχολεία
Την αλλαγή που επιτελούνταν καταλάβαινε μέσα από τη δουλειά της ως νηπιαγωγός αλλά και ως μητέρα και κάτοικος του κέντρου η Γεωργία. Όταν πήγε το ένα της παιδί πρώτη φορά στο Νηπιαγωγείο το 2015, υπήρχαν ένα-δύο παιδιά ακόμη τα οποία ήταν από την Ελλάδα. «Το μεγαλύτερο ποσοστό ήταν μεταναστάκια. Μετά ήρθαν και προσφυγάκια. Έγινε ένας τεράστιος αγώνας για να τα γράψουμε και να τα εντάξουμε. Και υπήρξε κι ένα ολόκληρο δίκτυο αλληλεγγύης για να στηρίξουμε τις οικογένειές τους».
Η πρώτη αλλαγή ξεκίνησε να συμβαίνει όταν εκκενώθηκαν οι καταλήψεις στις οποίες διαβιούσαν οι πρόσφυγες και μεταφέρθηκαν. Στη συνέχεια, μετά την πανδημία ακολούθησε η άνοδος των ενοικίων, η οποία ανάγκασε τις εγκατεστημένες οικογένειες μεταναστών και τους Έλληνες των φτωχότερων στρωμάτων να αφήσουν τα σπίτια όπου έμεναν, χωρίς να μπορέσουν να βρουν στέγη πάλι στη γειτονιά τους.
«Και πλέον έχουν αρχίσει να αλλάζουν τόσο η κοινωνική τάξη όσο και τα επαγγέλματα των γονιών. Έρχονται πιο εύποροι άνθρωποι στο κέντρο. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε μεγαλύτερο ποσοστό Ελλήνων, είναι και πολλοί Έλληνες που παλαιότερα θα προτιμούσαν ιδιωτικά σχολεία». Η αλλαγή στη σύνθεση των ανθρώπων έχει σαν αποτέλεσμα να εκδηλώνονται και αρκετά διαφορετικές συμπεριφορές από τους γονείς σε σχέση με παλαιότερα. «Πολλοί που προέρχονται από ιδιωτικά σχολεία έρχονται με τη νοοτροπία του ιδιωτικού στο δημόσιο σχολείο. Ταυτόχρονα, όταν ανακαλύπτουν τις ελλείψεις, κι αυτό συμβαίνει γιατί τα δημόσια σχολεία είναι παρατημένα, αντί να διεκδικήσουν κάποια πράγματα συλλογικά, τις περισσότερες φορές στρέφονται εναντίον των εκπαιδευτικών».
Αφήνει το κουρείο του μετά από 8 χρόνια
Ακόμη ένα χαρακτηριστικό του gentrification είναι ότι μειώνονται τα μαγαζιά που εξυπηρετούν την καθημερινότητα των κατοίκων και αρχίζουν να γίνονται περισσότερα εκείνα που απευθύνονται σε επισκέπτες και τουρίστες. Δύο μετανάστες από το Μπαγκλαντές που διατηρούν κομμωτήριο εδώ και οκτώ χρόνια στην οδό Ιπποκράτους στη Νεάπολη αναγκάζονται να φύγουν καθώς ο ιδιοκτήτης θέλει να δώσει το μαγαζί αλλού. Παρότι βρίσκονται σε αναζήτηση νέας επαγγελματικής στέγης από τις αρχές του χρόνου, δεν έχουν καταφέρει ακόμη να βρουν κάποιον χώρο με ενοίκιο που να είναι στις δυνατότητές τους. Είναι αρκετά πιθανό να χρειαστεί να μετακινηθούν σε άλλη περιοχή, όπου θα πρέπει να ξεκινήσουν πάλι από το μηδέν καθώς θα έχει χαθεί η πελατεία τους, μεταξύ αυτών και πολλοί Έλληνες που είχαν βρει στο κουρείο τους μια πιο οικονομική λύση.