Live τώρα    
Γιώργος Δημόπουλος / «Η λέξη φασισμός είναι ό,τι χυδαιότερο επινόησε ο ανθρώπινος νους»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γιώργος Δημόπουλος / «Η λέξη φασισμός είναι ό,τι χυδαιότερο επινόησε ο ανθρώπινος νους»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Τώρα που το «φάντασμα» του φασισμού πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, τώρα που ο αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης Νίκος Μιχαλολιάκος εκτός φυλακής μπορεί να οργανώνει την επαναφορά των ταγμάτων εφόδου στην Ελλάδα, η ΑΥΓΗ της Κυριακής επέλεξε να ανταμώσει στα Καλάβρυτα τον 91 ετών Γιώργο Δημόπουλο, από τους ελάχιστους επιζώντες της σφαγής τον Δεκέμβριο του 1943. Για να μην πει κανείς ότι δεν ήξερε. Τότε ήταν 13 ετών και τον στοιχειώνει ακόμη ο φόβος όταν ανακαλεί στη μνήμη του τη βιωμένη ναζιστική θηριωδία. Ο πατέρας του εκτελέστηκε μαζί με άλλους 500 άνδρες των Καλαβρύτων. «Αυτό καθόρισε όλη μου τη ζωή. Έχασα την παιδική μου ηλικία. Άλλαξαν τα αισθήματά μου, τα όνειρά μου, ο προγραμματισμός της ζωής μου. Είμαι φοβισμένος, δεν χαίρομαι τη ζωή. Έβλεπα συνεχώς νεκρούς μπροστά μου, φωτιές, σπίτια καμένα, Γερμανούς να περιπολούν με όπλα. Όλη μου η μνήμη είναι όπλα, πόλεμος, πυρκαγιές, πείνα, δυστυχία. Δεν ζήσαμε τη ζωή μας, δεν γελάσαμε, δεν χαρήκαμε, δεν τραγουδήσαμε, δεν ταξιδέψαμε» είναι η πικρή επίγευση της ζωής του που σημαδεύτηκε από τον ναζισμό.

Θέλει να προλάβει όσο ζει να πει αυτά που βίωσε για να μην ζήσει κανείς αντίστοιχη τραγωδία. Θέλει να κρατήσει ανοιχτή αυτή τη σελίδα, όπως μας λέει, για να υπάρχει μνήμη. «Η λέξη φασισμός είναι ό,τι χυδαιότερο επινόησε ο ανθρώπινος νους. Το χειρότερο πράγμα που συνάντησα στη ζωή μου». Όμως δεν έχει μίσος, δεν θέλει να τους εκδικηθεί. Ζητά ειρήνη και κοινό νου. Τον φοβίζει η επέλαση της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη. «Διόλου απίθανο να ξαναζήσουμε πόλεμο και φασισμό. Οι νέοι σήμερα είναι εξοικειωμένοι με τα όπλα…»

Δηλώνει απογοητευμένος γιατί η προσωπική του τραγωδία δεν άγγιξε βαθιά και ουσιαστικά τα δύο του εγγόνια. Τον φοβίζει η ιστορική αμάθεια των νέων, πικραίνεται γιατί δεν τον κάλεσαν ποτέ σε ένα ελληνικό σχολείο να ιστορήσει τη μαρτυρία του. «Ούτε εδώ στα Καλάβρυτα! Σποραδικά μόνο, να πούμε δυο κουβέντες. Επισήμως ποτέ! Αντιθέτως, έχω αλληλογραφία με δύο γερμανικά σχολεία που ήρθαν εδώ στα Καλάβρυτα και σκέφτονται να με καλέσουν στη χώρα τους για να διηγηθώ την ιστορία της πόλης μας. Μακάρι να προλάβω…» Μπορεί κι αυτό να είναι μια ερμηνεία για τις ψήφους της Χρυσής Αυγής στα μαρτυρικά Καλάβρυτα, όπου οι ναζιστές εκτέλεσαν 500 άνδρες και γλίτωσαν όσοι έλειπαν σε ταξίδι ή οι δημόσιοι υπάλληλοι που επέλεξαν τη φυγή. «Θέλω να πιστεύω ότι ήταν ψήφος εκδίκησης. Αφήστε που κανένας δεν μας έλεγε φανερά ότι είναι χρυσαυγίτης».

Ο Γιώργος Δημόπουλος ξεκινά την ξενάγηση, παράλληλα με την αφήγηση, από τον λόφο της εκτέλεσης, περπατώντας ανάμεσα σε σταυρούς και χώματα ποτισμένα με αίμα. Καταλήγουμε στο σχολείο που έγινε τότε η «διαλογή» της ζωής ή του θανάτου από τους Γερμανούς. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο της πόλης και όχι μονοθεματικό του ολοκαυτώματος. Η λαογραφία ανάκατη με την Ιστορία... Το αλέτρι με το ματωμένο και τρυπημένο πουκάμισο από τις σφαίρες της εκτέλεσης.

«Δεν φανταζόμασταν το μέγεθος της λύσσας τους»

Ο κύριος Γιώργος ζει με το παρελθόν κι όταν ανταμώνουν οι ελάχιστοι επιζώντες της σφαγής, θυμούνται μόνο τα παλιά, όχι τα σημερινά προβλήματα. Μόνο αυτά. Έτσι γυρνάει πίσω στο 1943, «βουτάει» στη μνήμη και μιλάει σαν να τα ξαναζεί. «Ήμουν ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα αδέλφια. Ετών 13… Όλοι ζούσαμε συνεχώς με τον φόβο ότι κάποια στιγμή θα χυμήξουν πάνω μας οι Γερμανοί σαν τα θηρία να μας κατασπαράξουν. Κι έγινε στις 9 Δεκέμβρη του 1943. Πρωινό με πούσι. Ακούγαμε τον βηματισμό των Γερμανών από τα χαράματα και βλέπαμε τις σκιές τους κρυμμένοι πίσω από τα παράθυρα. Δεν τους διακρίναμε μες στην ομίχλη. Ανατριχιάσαμε όταν συνειδητοποιήσαμε ότι ήταν Γερμανοί στρατιώτες που έτρεχαν με τα τουφέκια στα χέρια. Περίπου 100 μέσα στο χωριό, άλλοι στα γύρω χωριά και στα βουνά. Στόχος τους ήταν να κάψουν τα άδεια σπίτια των ανταρτών για να εκδικηθούν για τη μάχη της Κερπίνης. Οι καμπάνες χτυπούσαν, ενώ από το μπαλκόνι ένας Γερμανός αξιωματούχος μιλούσε και τον μετάφραζε ένας Έλληνας Καλαβρυτινός: “Μην φοβόσαστε. Δεν θα πειράξουμε κανέναν άλλον. Εμείς ήρθαμε να τιμωρήσουμε τους αντάρτες. Θα κάψουμε τα σπίτια τους και θα φύγουμε σε λίγες μέρες”. Δεν είχαμε ραδιόφωνα, δεν είχαμε καμία ενημέρωση για το πώς συμπεριφέρονταν οι Γερμανοί σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Την επόμενη μέρα, όταν άρχισαν να καίνε τα σπίτια των ανταρτών, το κακό δεν έβρισκε σταματημό…»

«13 Δεκέμβρη 1943, από τα χαράματα χτυπούν οι καμπάνες. Καλούν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ανεξαρτήτως ηλικίας, να πάρουν μια κουβέρτα μαζί τους και φαγητό και να μεταφερθούν στο Δημοτικό σχολείο. Όποιος εντοπιζόταν εκτός σχολείου θα τουφεκιζόταν επιτόπου, έλεγαν από τα μεγάφωνα οι Γερμανοί. Σατανικό σχέδιο. Όλη η οικογένειά μας άρον-άρον ντύθηκε και πήγαμε στο σχολείο. Τι τροφή να πάρουμε μαζί μας, που πεινούσαμε, δεν είχαμε να φάμε… Λίγα μήλα και καρύδια μόνο. Στις σκάλες του σχολείου ήταν δύο Γερμανοί αξιωματικοί οι οποίοι κάνανε τη διαλογή: Αριστερά οι άνδρες -που χωρίς να το ξέρουν θα οδηγούνταν σε εκτέλεση-, δεξιά τα γυναικόπαιδα. Εκεί χωρίστηκε η οικογένειά μας και από τότε δεν ξαναείδα τον πατέρα μου γιατί τον εκτέλεσαν».

Τα γυναικόπαιδα τα έκλεισαν στο σχολείο

«Ο πατέρας μου πήγε στους μελλοθανάτους, η μάνα μου με τα τρία της παιδιά στην αντίθετη πλευρά. Ένας Γερμανός αξιωματικός κοντοστάθηκε σε μένα γιατί μάλλον δεν μπορούσε να αξιολογήσει πόσων ετών ήμουνα. Σε ποια πλευρά να με σπρώξει; Τελικά με αρπάζει από την μπλούζα και με πετάει προς την πλευρά των γυναικών. Πόνεσα, αλλά γλίτωσα. Έτσι μου χάρισε τη ζωή. Στο σχολείο μέσα, κλάματα, φωνές, πανζουρλισμός! Φτάνει το μεσημέρι. Αρχίζουν να καίνε τα γειτονικά στο σχολείο σπίτια. Οι λαμπάδες της φωτιάς μας πλησιάζουν. Οι γυναίκες φώναζαν έντρομες: “Μας καίνε!”. Οι Γερμανοί είχαν ολοκληρώσει την εκτέλεση των ανδρών και είχαν έρθει να “απολαύσουν” το θέαμα της πυρπόλησης των σπιτιών. Είχαν μάλιστα ακουμπήσει στη μάνδρα του σχολείου τα τρία μυδραλιοβόλα… Πανικός. Όλοι επιχειρούσαν να βγουν έξω από το σχολείο σπρώχνοντας την κεντρική είσοδο, η οποία όμως άνοιγε από έξω προς τα μέσα. Δεν άνοιγε η πόρτα. Αυτό που λέγεται, ότι υπήρξε Γερμανός αξιωματούχος που βοήθησε τα γυναικόπαιδα να βγουν από την κεντρική πόρτα, είναι μεγάλο ψέμα. Πηδούσαμε από τα παράθυρα για να σωθούμε. Ζωντανοί ή πεθαμένοι, στον παράδεισο ή στην κόλαση; Από τους καπνούς ο ήλιος, ντάλα μεσημέρι, ήταν κατακόκκινος. Τι είχε συμβεί; Πού ήταν οι άνδρες του χωριού;»

«Παπαρούνες τον Δεκέμβρη;»

«Οι γυναίκες μαζεύτηκαν στην πλατεία για να μάθουν τι έγινε. Τότε ακούστηκε η φωνή της Μαρίας, μιας γυναίκας σε παραλήρημα, που, επιστρέφοντας στο σπίτι της από το σχολείο, πέρασε από έναν τόπο που ήταν ποτισμένος με κόκκινο αίμα. Ήταν το αίμα των εκτελεσμένων ανδρών, και μεταξύ αυτών και των αγοριών της. Έβλεπε το κόκκινο υγρό στο χώμα και αναρωτιόταν “Παπαρούνες τον Δεκέμβρη;”. Όταν κατάλαβε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: “Γυναίκες, εδώ σκοτώσανε τα παιδιά μας και τους άνδρες μας!”. Από στόμα σε στόμα διαδόθηκε το κακό μαντάτο. Άρχισε να βραδιάζει. Έπρεπε, παρά την τρομάρα τους, τον φόβο τους, την ταλαιπωρία τους, τα κομμένα τους πόδια, να περπατήσουν 2 χιλιόμετρα ανηφόρα, έξω από το χωριό, στο ύψωμα της εκτέλεσης για να μαζέψουν τους νεκρούς τους. Πού να αφήσουν τα παιδιά τους; Πώς να τα πάρουν μαζί τους και να αντικρίσουν τη φρίκη; Να δουν αποκεφαλισμένο τον πατέρα τους! Αδύνατον! Η μάνα μου ήταν αλαφιασμένη γιατί είχε κοντά της μόνο τα τρία της παιδιά. Εγώ δεν ήμουν γιατί είχα αποδράσει νωρίτερα από το σχολείο. Όταν οι καπνοί έπνιγαν το σχολείο, φοβήθηκα, τρύπωσα από την πόρτα και ξέφυγα από τους Γερμανούς μέσα στον χαλασμό. Πήγα στο βουνό για να κρυφτώ. Έπεσα πάνω σε μια σκοπιά Γερμανών, οι οποίοι δεν έδωσαν φράγκο για μένα, γιατί αναζητούσαν αντάρτες. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Στο νεκροταφείο οι γυναίκες μοιρολογούσαν τους άνδρες τους. Η μάνα μου κουβαλούσε σε μια κουβέρτα τον νεκρό πατέρα μου μαζί με τον αδελφό μου, τον Άδωνη. Είδα νεκρό τον πατέρα μου και πεταμένα δεκάδες πτώματα παντού σαν τα σκυλιά. Δεν θυμάμαι να έχω συναισθήματα. Η μάνα μου μαζί με τη θεία μου έσκαβαν με τα χέρια το χώμα, γιατί δεν είχαν αξίνες, για να τους θάψουνε. Ρίξανε πέτρες και χώμα για να μην τους φάνε τα σκυλιά. Το άλλο πρωί τους ξέθαψαν για να σκάψουν περισσότερο τη γη. Η μια γυναίκα βοηθούσε την άλλη…»

Εκείνες οι Καλαβρυτινές είναι πρότυπα

Το βλέμμα του κύριου Γιώργου σκοτεινιάζει, σωπαίνει για λίγο και λέει με αποφασιστικότητα, σαν διδαχή: «Αυτές τις γυναίκες πρέπει να έχουν οι νέοι μας για πρότυπα. Τις Καλαβρυτινές, που δεν έκλαψαν μπροστά στα παιδιά τους, δεν κακομοίριασαν και άντεξαν στα βάσανα!».

 

Στον λόφο υψώνεται ένας τεράστιος σταυρός, διάσπαρτα μνήματα πέτρινα και στήλες με τα ονόματα των εκτελεσμένων. Όλοι άνδρες. 500 νεκροί, 13 διασωθέντες.

«Μια χούφτα Γερμανοί ήταν αυτοί που οδηγούσαν τους 500 άνδρες στον λόφο έξω από το χωριό. Δεν διανοήθηκαν να αποδράσουν. Αυτό μας μετέφεραν οι 13 Καλαβρυτινοί που διασώθηκαν από τη σφαγή. Ήταν μεσημέρι. Οι άνδρες, διάσπαρτοι στον λόφο. Ένας καθηγητής ονόματι Αθανασιάδης ρώτησε έναν Γερμανό αξιωματικό: “Γιατί μας φέρατε στο βουνό; Θα μας εκτελέσετε;”. “Σας δίνουμε τον λόγο της στρατιωτικής μας τιμής ότι δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση” ήταν η απάντηση. Την ίδια ώρα, στην ταράτσα του ξενοδοχείου Μέγας Αλέξανδρος, στην πλατεία των Καλαβρύτων, ήταν εγκαταστημένο το στρατηγείο των Γερμανών. Παρακολουθούσαν λεπτό προς λεπτό τη σφαγή, μήπως κάποιος αποδράσει, μήπως έρθουν αντάρτες, αν συνεχίζεται το κάψιμο των σπιτιών, αν, αν, αν… Αν το σχέδιο εκτελείται κανονικά. Ρίχνουν πρώτα μια πράσινη φωτοβολίδα. Ακολουθεί μια κόκκινη και τότε αρχίζουν οι ριπές… Στο σχολείο δεν ακούσαμε τίποτε γιατί γινόταν πανζουρλισμός. Είχανε στήσει τρία μυδραλιοβόλα στο χώμα οι Γερμανοί, τα οποία είχαν προβάρει την προηγούμενη μέρα. “Γιατί μας φέρατε εδώ;” ρώτησαν οι Καλαβρυτινοί. “Για να δείτε τα Καλάβρυτα που καίγονται” ήταν η ειρωνική απάντηση των Γερμανών όταν ήδη κάποιοι άρχισαν να καίνε την πόλη. Ξεκινούν οι ριπές του θανάτου. Ο Γιώργης, γείτονάς μου που γλίτωσε, ήταν μαζί με τον μικρό του γιο, τον Ανδρέα. Μου είπε ότι όταν ήρθε η ώρα της χαριστικής βολής, υποκρίθηκε πως τι δεν ανασαίνει. Κράτησε την ανάσα του τόσο, που τον θεώρησαν νεκρό και δεν του έριξαν τη χαριστική σφαίρα. Δίπλα του ήταν ο γιος του, ο οποίος, όταν αντιλήφθηκε ότι ήρθε η δική του ώρα, σηκώθηκε και πήγε κλαίγοντας να παρακαλέσει τον Γερμανό αξιωματικό που είχε το πρόσταγμα να του χαρίσει τη ζωή. Όμως μια σφαίρα τον πέτυχε στην καρδιά. Ο πατέρας έζησε, το παιδί εκτελέστηκε…»

Σήμερα, από τα 13χρονα τότε παιδιά ζουν ελάχιστοι. Οι γυναίκες έχουν όλες πεθαίνει. Οι περισσότεροι που επέζησαν της σφαγής δεν μιλούσαν. Υπήρξε επιζών που η σφαίρα του έκοψε τη μισή γλώσσα. Σε άλλον έβγαλε το μάτι. Κανείς δεν μίλησε για το έγκλημα. Ο κύριος Γιώργος μιλάει, αλλά το παράπονό του είναι ότι δεν τους τίμησε κανείς επίσημα και το προσωπικό του αρχείο δεν το αναζητά κανείς.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0