Η Λεωφόρος Θηβών είναι ο δρόμος όπου βρίσκεται το γήπεδο του Αιγάλεω. Ο δρόμος του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Των ΕΠΑ.Λ. Ενός μεγάλου παιχνιδάδικου με λάμψη στη βιτρίνα, αλλά σκοτάδι στις εργασιακές σχέσεις πίσω από αυτή. Είναι επίσης ο δρόμος όπου συναντώνται οι γέφυρες και το βράδυ από κάτω τους ακτινοβολεί η ζεστασιά της καθημερινότητας μερικών οικογενειών Ρομά, ενώ λίγα μέτρα παρακάτω είναι ένας άλλος κόσμος.
Ενα μεγάλο πολυσινεμά και ένα οικοδομικό τετράγωνο που είναι σαν να έχει πάρει μαζεμένη όλη τη φροντίδα που λείπει από την υπόλοιπη περιοχή. Εκεί όπου δίπλα στις τρομακτικές ταχύτητες που αναπτύσσονται στην άσφαλτο υπάρχει ένα περιβάλλον αφιλόξενο, με αφημένα παρτέρια στα σκουπίδια και ένα βαρύ προστατευτικό κιγκλίδωμα πάνω σε πεζοδρόμιο το οποίο σε οδηγεί στην απέξω πλευρά. Κάθε τόσο υπάρχει κι ένα εικονοστάσι. «Αθάνατος, δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ». Αναμμένα καντήλια. Ποια ζωή να σταμάτησε εκεί;
Από τον δρόμο της Θηβών χρειάστηκε να πάνε την Πέμπτη το απόγευμα δεκάδες μουσουλμάνοι για να φτάσουν στον Πολυχώρο «Μάνος Λοίζος». Στο νούμερο 243 και στην περιοχή της Νίκαιας. Άνθρωποι από το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, το Μαρόκο, το Ιράκ και τη Συρία βρέθηκαν από κοινού στον χώρο για να προσευχηθούν όλοι μαζί και να γιορτάσουν το τέλος της νηστείας του Ραμαζανιού μετά από έναν μήνα χωρίς φαΐ από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου. Μία κίνηση πιστή στο πνεύμα της πιο ιερής διαδικασίας για τη θρησκεία τους, η οποία συμβολίζει την αγάπη και την ένωση όλων των μουσουλμάνων.

«Δεν τρως, αλλά γίνεσαι πιο δυνατός»
Περίπου 150 άντρες, από παιδιά μέχρι ηλικιωμένους, άφησαν τα παπούτσια τους στην άκρη και στηρίχθηκαν στα γόνατά τους για να προσευχηθούν πάνω στα χαλιά που είχαν τοποθετηθεί στο κλειστό γυμναστήριο. Η τελετουργία ολοκληρώθηκε όταν το κείμενο ακούστηκε από τους ιμάμηδες στις γλώσσες όλων. «Το Ραμαζάνι για μένα σημαίνει κάθαρση. Δεν τρως, αλλά γίνεσαι πιο δυνατός» μου είπε ένας από τους πιστούς.
Στον χώρο έξω υπήρχαν τραπέζια με τα παραδοσιακά τους πιάτα. Σε αυτά ακουμπούσαν κάθε τόσο οι εργάτες από τα χωράφια καφάσια με φράουλες. Οι χαιρετισμοί μεταξύ των ανθρώπων ήταν εγκάρδιοι, συνοδευόμενοι από τη φράση «σαλάμ αλέκουμ» (ειρήνη υμίν). Κάποιοι είχαν έρθει με τις παραδοσιακές τους φορεσιές. Ανάλογα με τα καπέλα τους, μικρά και στρογγυλά ίσα να καλύπτουν το κεφάλι, καταλάβαιναν όχι μόνο από ποια χώρα ήταν ο άλλος, αλλά κσι από ποια περιοχή της, μου εξήγησε ο Τσουκτάι από την Παντζάμπ του Πακιστάν, με ένα άρωμα Ανατολής να ξεχειλίζει από τα μανίκια του. «Είναι όπως με εσάς. Άλλες φορεσιές έχουν στην Κρήτη, άλλες στη Βόρεια Ελλάδα». Ο Τσουκτάι ζει στην Ελλάδα εδώ και 33 χρόνια, αλλά δεν έχει πάρει ελληνική ιθαγένεια. Αντίθετα, κάθε τόσο ζει με το άγχος να ανανεώσει την άδεια παραμονής. Πότε στα τρία χρόνια, πότε στα πέντε.

Μιλώντας και με τον υπόλοιπο κόσμο, καταλαβαίνω ότι είναι το θέμα που έχουν ανάγκη να συζητήσουν περισσότερο. «Τρεις φορές έχω δώσει εξετάσεις για να πάρω ιθαγένεια. Έχω κοπεί και τις τρεις. Το σύστημα έχει γίνει πολύ δύσκολο και κάθε φορά πληρώνεις για παράβολα 50 ευρώ» λέει ο Ανσάρ, που είναι επίσης από το Πακιστάν. Κάθε μέρα για 12 και πλέον ώρες λείπει από το σπίτι του για να βρίσκεται στη δουλειά. Ξημεροβραδιάζεται σ’ ένα βενζινάδικο για να μπορέσει να πληρωθεί ένα επαρκές μεροκάματο. Στην Ελλάδα μετράει 23 χρόνια και το ένα του παιδί έχει γεννηθεί εδώ. Τίποτε απ’ όλα αυτά όμως δεν θεωρείται αρκετό ώστε να εξασφαλίσει τη μόνιμη παραμονή του και να απομακρύνει μια για πάντα την ανησυχία του για την επόμενη μέρα. Δεν είναι δα και κανένα αστέρι του μπάσκετ να γίνεται Έλληνας ύστερα από 20 μήνες.

Κάθε μέρα κοιμάται με το όνειρό του αγκαλιά
Και ενώ η προσευχή των μουσουλμάνων βρισκόταν σε εξέλιξη, μεταξύ των ανθρώπων που παρακολουθούσαν ήταν μία μητέρα με τη μικρή της κόρη. Η γυναίκα είχε ξανθά μαλλιά και ανοιχτό δέρμα. Στη συνέχεια θα καθόταν σε ένα από τα τραπέζια έξω, με το ανήσυχο βλέμμα της να ακολουθεί το κοριτσάκι της όπου αυτό έτρεχε απρόσμενα για να πάει να φέρει κάτι. Τη μία ήταν μια μπανάνα. Την άλλη ένα τριαντάφυλλο. Μετά ένα ρυζόγαλο όπως το φτιάχνουν στο Πακιστάν. Ο μπαμπάς της ο Γιασίν κατάγεται από εκεί. Και συμπληρώνει με τη μητέρα της τη Μαίρη δέκα χρόνια συμβίωσης.
Η εικόνα τους ως ζευγαριού, μεταξύ μιας Ελληνίδας και ενός ανθρώπου από το Πακιστάν, δεν είναι συνηθισμένη. Έρχεται αντιμέτωπη με πολλά στερεότυπα, με τα οποία άλλωστε έχουν αναμετρηθεί και στην καθημερινότητά τους. Όταν ζήτησαν να γίνει το συμβόλαιο για το σπίτι που νοίκιαζαν πρώτα στο όνομα του Γιασίν, η ιδιοκτήτρια αρνήθηκε, λέγοντας ανοιχτά ότι δεν δίνει σπίτι σε ξένο. Συγγενικό πάλι πρόσωπο της Μαίρης απέφευγε να του μιλήσει όποτε τύγχαναν κοινές συναντήσεις και το χάσμα φάνηκε να γεφυρώνεται μόνο όταν έμεινε η ίδια έγκυος.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η παρουσία και των δύο σήμερα στην Αθήνα είχε πίσω της ένα ταξίδι με κοινό σκοπό. Την αναζήτηση μιας ζωής πιο κοντά σε αυτό που ήθελαν. Και η Μαίρη, που σήμερα εργάζεται ως νοσηλεύτρια, πριν έρθει στην Αθήνα ζούσε σε ένα χωριό κοντά στην Κοζάνη.

«Δίσταζα να κάνω κίνηση, γιατί δεν ήθελα να πειραχτεί»
Μεταξύ τους γνωρίστηκαν πριν από μια δεκαετία περίπου. Πρώτα το βλέμμα τους συναντιόταν σε αντιφασιστικές και άλλες διαδηλώσεις. Μετά άλλαξαν τηλέφωνα σε μια εκδήλωση της εφημερίδας Εργατική Αλληλεγγύη. Και ήρθαν ακόμη πιο κοντά όταν ξεκίνησαν να τρώνε μαζί τα σαββατοκύριακα. «Πέρασε έτσι κάπως ένας μήνας. Δίσταζα να κάνω κίνηση, γιατί δεν ήθελα να πειραχτεί. Είχα στο μυαλό μου τις καταγγελίες που γίνονταν εκείνη την περίοδο για ξένους που είχαν κάνει κακό σε κοπέλες και το τελευταίο που ήθελα ήταν να ντροπιάσω την κοινότητά μου» θυμάται ο Γιασίν. Ακόμη ένας λόγος που καθυστέρησε να γίνει το επόμενο βήμα, λέει η Μαίρη, ήταν ότι φοβόταν πως θα τον απέρριπτε λόγω της καταγωγής του, γεγονός που θα του δημιουργούσε μεγάλη απογοήτευση. Τελικά, μια μικρή κίνηση, ένα άγγιγμα στα μαλλιά της Μαίρης πηγαίνοντάς τα στην άκρη πίσω από το αυτί, ήταν αρχή για να έρθουν πιο κοντά και να φτιάξουν μια όμορφη οικογένεια. Το πρώτο βράδυ που έμειναν μαζί ο Γιασίν το είχε χαρακτηρίσει ως το βράδυ που κοιμήθηκε με το όνειρό του αγκαλιά.
Η Γιωργίνα τους δείχνει απόλυτα εξοικειωμένη στον πολυχώρο «Μάνος Λοΐζος». Ένας λόγος που τρέχει ατάκτως προς τη μία και την άλλη μεριά είναι γιατί βλέπει σε όλα τα σημεία θείους της. «Τσατσού», αν συλλάβαμε καλά την προφορά. Εικόνες με χαμόγελα και αγάπη.
Υπάρχουν όμως λόγοι να κοιτάζεις και με προβληματισμό. Ανάμεσα στους χουρμάδες, στα ποτήρια με τσάι και στις σούπες όπου παντρεύονται ιδανικά τα ρεβίθια με τη φακή, το ρύζι και το κρέας, ξεχώριζε η γεύση μιας πραγματικότητας που είναι λιγότερο ευχάριστη. Κατά τη διάρκεια του φαγητού, μπροστά στα τραπέζια που κάθονταν οι γυναίκες, έτσι κι αλλιώς ξεχωριστά από εκείνα που κάθονταν οι άντρες, μπήκαν μεγάλα συρόμενα λευκά τοιχία. Τι βάρος αιώνων κουβαλούν κι αυτά τα ροδάκια.