Live τώρα    
24°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
24 °C
22.2°C25.8°C
4 BF 35%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
25 °C
22.7°C26.6°C
2 BF 59%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
26 °C
25.4°C26.0°C
3 BF 49%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
24 °C
23.2°C23.8°C
5 BF 58%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
20 °C
19.9°C21.2°C
0 BF 68%
«Λίγος εμφύλιος ακόμα» για την εξουδετέρωση της Αριστεράς
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Λίγος εμφύλιος ακόμα» για την εξουδετέρωση της Αριστεράς

ΕΑΜ

Στο βιβλίο του ο Άγγελος Τσέκερης περιγράφει τις διώξεις που εξαπέλυσε η κυβέρνηση Καραμανλή κατά της Αριστεράς την περίοδο 1958-1963, μετά τη μη αναμενόμενη εξέλιξη που έφερε την ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις εκλογές της 11ης Μαΐου 1958. Το γεγονός ότι η Αριστερά, μόλις εννιά χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, εμφανιζόταν στο προσκήνιο της πολιτικής σκηνής και παράλληλα το Κέντρο είχε διασπαστεί, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού δίπολου μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, κάτι που δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα για την κυβέρνηση Καραμανλή και ανησυχούσε τους υπεύθυνους για την εφαρμογή της πολιτικής των ΗΠΑ στο ανατολικότερο άκρο της Δύσης.

Ήταν αυτή η περίοδος των σκληρότερων διώξεων της Αριστεράς από το ελληνικό κράτος; Όχι. Οι πλέον σκληρές διώξεις, που είχαν ως άμεσο στόχο τη βιολογική εξόντωση των κομμουνιστών, πραγματοποιήθηκαν από το ελληνικό κράτος τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής (1944) και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Τότε γιατί μας ενδιαφέρει η συγκεκριμένη περίοδος διώξεων; Εδώ απαντά ο εξαιρετικά επιτυχημένος τίτλος του βιβλίου. Το «Λίγος εμφύλιος ακόμα» μας δείχνει την εργαλειοποίηση του εμφυλίου, θα έλεγα και της Κατοχής και των Δεκεμβριανών, μια ολόκληρη δεκαετία μετά τη λήξη του. Την προσπάθεια των κυβερνήσεων Καραμανλή να μεταφέρουν την αντιπαράθεση με την Αριστερά από το πολιτικό πεδίο σε αυτό της βίαιης καταστολής επικαλούμενες τον κομμουνιστικό κίνδυνο και τις νωπές μνήμης των κομμουνιστικών εγκλημάτων. Αυτό αποτελούσε πολιτική παραφωνία για μια χώρα που είχε αλλάξει σελίδα, άφηνε πίσω της τον εμφύλιο πόλεμο, υλοποιούσε το «οικονομικό της θαύμα», ανήκε οριστικά στη Δύση και βάδιζε προς την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Επίσης δεν δικαιολογούνταν από την πολιτική δύναμη των κομμάτων. Ιδιαίτερα με τα εκλογικά συστήματα που ίσχυσαν την περίοδο εκείνη, η ΕΡΕ του Κων/νου Καραμανλή δεν είχε κανένα κίνδυνο να χάσει την εξουσία, καθώς με ευκολία πετύχαινε τον στόχο της αυτοδυναμίας με σημαντική διαφορά εδρών από το δεύτερο κόμμα.

Νέα αντικομμουνιστική σταυροφορία

Συνεπώς γιατί οι κυβερνήσεις Καραμανλή ήθελαν «λίγο εμφύλιο ακόμα»; Βασική επιδίωξη ήταν η αποβολή της Αριστεράς από την κεντρική πολιτική σκηνή. Γι' αυτό τον λόγο, το περίφημο σχέδιο «Περικλής», που εφαρμόστηκε στις εκλογές «βίας και νοθείας» του 1961, είχε ως στόχο τη μείωση της εκλογικής δύναμης της ΕΔΑ κάτω από το 20%. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, σε μια περίοδο όπου η ΕΔΑ ήταν αξιωματική αντιπολίτευση, έπρεπε να εφαρμοστούν μέτρα τα οποία δεν συμβάδιζαν με τη θέση μιας ευρωπαϊκής χώρας στην ελεύθερη και δημοκρατική Δύση. Αυτό επιχειρήθηκε μέσα από την επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου. Η κατηγορία ότι στελέχη και μέλη της ΕΔΑ διενεργούσαν κατασκοπία για λογαριασμό της Σοβιετικής Ένωσης, σε συνεργασία με τα δίκτυα του παράνομου ΚΚΕ που δρούσαν στις χώρες του ανατολικού μπλοκ, και η διαρκής εθνική απειλή που αντιμετώπιζε μια χώρα της οποίας τα βόρεια σύνορα ταυτίζονταν με τα σύνορα του ελεύθερου κόσμου, διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στη νέα αντικομμουνιστική σταυροφορία της κυβέρνησης Καραμανλή. Παράλληλα, η υπενθύμιση των εγκλημάτων των κομμουνιστών, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και του εμφυλίου πολέμου, με πύρινους λόγους βουλευτών και υπουργών της κυβέρνησης μέσα και έξω από το Κοινοβούλιο, προσπαθούσε να επαναφέρει ένα κλίμα πανικού και να ενεργοποιήσει εκ νέου τα αντικομμουνιστικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας.

Για να επιτευχθεί ο στόχος της περιθωριοποίησης της Αριστεράς, το κράτος έπρεπε να στρέψει ανθρώπινους και υλικούς πόρους προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Τσέκερης μας δείχνει στο βιβλίο του πώς ενισχύθηκε ο κρατικός αντικομμουνισμός σε επιχειρησιακό επίπεδο. Εκτός από τις υπηρεσίες της χωροφυλακής και του στρατού, που είχαν παραδοσιακά την αρμοδιότητα της αντιμετώπισης του κομμουνισμού, το 1953 ιδρύθηκε η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ), το 1958 η Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφαλείας στο υπουργείο Εσωτερικών και το 1959 η Γενική Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών στο υπουργείο Προεδρίας, που είχε προπαγανδιστικό ρόλο. Δεν ήταν όμως μόνο οι υπηρεσίες και οι μηχανισμοί που δείχνουν τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων. Μεγάλη βαρύτητα έχουν και τα πρόσωπα που ανέλαβαν να υλοποιήσουν την πολιτική καταστολής της δράσης της ΕΔΑ. Ο μεταξικός υφυπουργός - γενικός διοικητής Θράκης Ευάγγελος Καλατζής είχε την κομβική θέση του υφυπουργού Εσωτερικών, ενώ στελέχη του ακροδεξιού και φιλοβασιλικού Ιερού Δεσμού Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ), όπως οι στρατηγοί Αθανάσιος Φροντιστής, Βασίλειος Καρδαμάκης και Αλέξανδρος Νάτσινας, ανέλαβαν τις θέσεις - κλειδιά του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) και της ΚΥΠ, αντίστοιχα. Η επιλογή ιδεολογικά ακραίων προσώπων και η τοποθέτησή τους σε σημαντικές θέσεις του κρατικού μηχανισμού αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύτηκε ο Κων/νος Καραμανλής πριν τη φυγή του στο εξωτερικό το 1963.

Ξυλοδαρμοί, εκτοπίσεις, φυλακίσεις και εξορίες

Ο συγγραφέας παρουσιάζει αναλυτικά τη μεγάλη γκάμα των κατασταλτικών μέτρων που έλαβε η κυβέρνηση Καραμανλή για να πλήξει την ΕΔΑ και τους υποστηρικτές της. Ένας στόχος ήταν η παρεμπόδιση της λειτουργίας της ίδιας της ΕΔΑ, ως πολιτικού και κομματικού μηχανισμού. Το βιβλίο περιέχει πολλά παραδείγματα όπου οι αρχές, μετά τις εκλογές του 1958, εμπόδιζαν συστηματικά την επαφή των στελεχών της ΕΔΑ με τους πολίτες και τους συλλογικούς φορείς τους. Οι ξυλοδαρμοί βουλευτών, μελών και υποστηρικτών της ΕΔΑ, η καταστροφή των γραφείων της σε πόλεις και χωριά, η διάλυση συγκεντρώσεων από «αγανακτισμένους» πολίτες ή η απαγόρευσή τους από τις αρχές «για λόγους ασφαλείας» και οι διώξεις κατά της εφημερίδας ΑΥΓΗ, του επίσημου οργάνου του κόμματος, ήταν μερικές από τις πολλές μεθόδους που είχαν ως στόχο την αποκοπή της ΕΔΑ από την εκλογική της βάση και απώτερο σκοπό την πτώση των εκλογικών της ποσοστών. Παράλληλα, οι αλλεπάλληλες επιβολές πειθαρχικών ποινών με τις προσωρινές παύσεις αριστερών και γενικότερα προοδευτικών δημάρχων, που προέρχονταν από ή είχαν τη στήριξη της ΕΔΑ, αποτελούσαν μια συστηματική προσπάθεια ακύρωσης της αριστερής ψήφου και κάμψης του ηθικού των αριστερών ψηφοφόρων.

Τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση Καραμανλή στένευαν σε τεράστιο βαθμό τις πολιτικές ελευθερίες των αριστερών εγκαθιστώντας ένα καθεστώς τρομοκρατίας, που απείχε πολύ από την πολιτική πραγματικότητα μιας δημοκρατικής δυτικοευρωπαϊκής χώρα της περιόδου. Εκτοπίσεις, φυλακίσεις και εξορίες αριστερών με συνοπτικές διαδικασίες και σε πολλές περιπτώσεις με διοικητικές πράξεις και όχι δικαστικές αποφάσεις και η επαναφορά σε ισχύ της εμφυλιοπολεμικής νομοθεσίας (Γ΄ Ψήφισμα, Α.Ν. 509/1947) που οδηγούσε τους κατηγορούμενους ενώπιον του στρατοδικείου και όχι της τακτικής Δικαιοσύνης, εξασφαλίζοντας τη βέβαιη καταδίκη τους σε βαριές ποινές, αποτελούσαν τη μια πτυχή. Τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, απαραίτητα για την απόκτηση δικαιώματος άσκησης μιας μεγάλης γκάμας κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων, οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης και η εξόφθαλμα άνιση αντιμετώπιση των αριστερών από την ελληνική Δικαιοσύνη και διοίκηση, ολοκλήρωναν τη σύνθεση της ζοφερής καθημερινότητας με την οποία ήταν αντιμέτωποι οι αριστεροί την περίοδο εκείνη. Ο Τσέκερης, μέσα από την αναφορά συγκεκριμένων περιπτώσεων διώξεων, όχι μόνο στελεχών, αλλά και απλών υποστηρικτών της ΕΔΑ, προσωποποιεί αυτή τη διαδικασία και μας βοηθά να την κατανοήσουμε καλύτερα.

ΤΣΕΚΕΡΗΣ

Το κόστος για την ελληνική κοινωνία

Η αναβίωση του αντικομμουνιστικού αγώνα από τις κυβερνήσεις Καραμανλή, πέρα από το ορατό κόστος για την Αριστερά, δημιουργούσε και ένα σημαντικό κόστος για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Εκτός από την αλγεινή εικόνα που παρουσίαζε στο εξωτερικό, ιδιαίτερα σε αυτή την περίοδο της σύνδεσης της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, αποτελούσε και ένα πολιτικό, θεσμικό και κοινωνικό πισωγύρισμα για τους Έλληνες πολίτες. Η καταστρατήγηση κάθε έννοιας δικαίου σε δικαστήρια και στρατοδικεία, ο διαχωρισμός των Ελλήνων σε πολίτες Α΄ και Β΄ κατηγορίας, ανάλογα με τα πολιτικά τους φρονήματα, και η συστηματική απαξίωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υπονόμευαν ευθέως τον δημοκρατικό χαρακτήρα του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ταυτόχρονα, η χρησιμοποίηση παραστρατιωτικών σωμάτων, όπως τα περίφημα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ), καθώς και η ελεύθερη δράση κάθε είδους ακροδεξιών παρακρατικών, που ασκούσαν απροκάλυπτη βία κατά της Αριστεράς, με την ανοχή, αν όχι τη συνδρομή των σωμάτων ασφαλείας, δημιουργούσε σημαντικά ερωτήματα ως προς τον βαθμό εδραίωσης της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θεσμικό επίπεδο. Ερωτήματα που απαντήθηκαν με τραγικό τρόπο λίγα χρόνια μετά, με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ο Τσέκερης μας θυμίζει λοιπόν με ποιους τρόπους μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση μπορεί να υπονομεύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς, χρησιμοποιώντας το κράτος ως μηχανισμό δίωξης και αποκλεισμού του πολιτικού της αντιπάλου.

Η αναβίωση του αντικομμουνισμού ως κεντρικής κρατικής πολιτικής απαιτούσε έναν καλά οργανωμένο προπαγανδιστικό μηχανισμό, ο οποίος θα μπορούσε να πείσει κάποιους, να τρομοκρατήσει άλλους, αναφορικά με τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η ΕΔΑ για τη χώρα. Και αυτό διότι ήταν πλέον πολύ δύσκολο να πειστούν οι Έλληνες για την αντεθνική πολιτική των κομμουνιστών. Ο έντονα πατριωτικός χαρακτήρας του ΕΑΜ και το τεράστιο κόστος που πλήρωσαν οι Έλληνες κομμουνιστές συμμετέχοντας μαζικά στο αντιστασιακό κίνημα στα χρόνια της Κατοχής, αποτελούσαν τις έμπρακτες αποδείξεις του πατριωτισμού τους. Παράλληλα, το γεγονός ότι, από τα χρόνια της Κατοχής και ύστερα, το ΚΚΕ μετατράπηκε από κόμμα της εργατικής τάξης σ’ ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα, με βαθιές ρίζες στις τοπικές κοινωνίες, καθιστούσε ακόμα πιο δύσκολο το έργο της κυβέρνησης Καραμανλή με στόχο την ενοχοποίηση της ΕΔΑ. Αυτό το «άβολο» παρελθόν προσπάθησε να διαχειριστεί η συντηρητική παράταξη.

Το κυνήγι της ιστορικής μνήμης

Στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές στη κυνήγι της ιστορικής μνήμης, όπως το ονομάζει ο συγγραφέας, από την κυβέρνηση Καραμανλή, με τη συστηματική απαξίωση του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος, λόγω της κεντρικής θέσης που είχε το ΕΑΜ σε αυτό. Η θεσμική σιωπή για το αντιστασιακό κίνημα και η απόδοση της ευθύνης για τα εκτεταμένα γερμανικά αντίποινα, όχι στον γερμανικό στρατό κατοχής, αλλά στην ελληνική αντίσταση, αποτελούν πρακτικές που ακολουθούνται και σήμερα από τη συντηρητική παράταξη. Η υιοθέτηση της πλέον ακραίας αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, ακόμη και μέσα στην αίθουσα του Κοινοβουλίου, δεν ακούστηκε μόνο από στόματα ακραίων βουλευτών της ΕΡΕ, όπως του υφυπουργού Δημοσίας Ασφαλείας στα χρόνια της δικτατορίας Μεταξά και τότε υπουργού Κορινθίας της ΕΡΕ Κων/νου Μανιαδάκη, αλλά και από αυτά του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Παναγιώτη Κανελλόπουλου ή του υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Αβέρωφ. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, το ΕΑΜ δεν ήταν μια αντιστασιακή, αλλά μια εγκληματική οργάνωση, η οποία, υπό την κηδεμονία του ΚΚΕ, επιδίωκε να καταλάβει βίαια την εξουσία. Ένας κίνδυνος που δεν είχε παρέλθει, σύμφωνα πάντα με την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, διότι η ΕΔΑ, όπως παλιότερα και το ΕΑΜ, αποτελούσε το νόμιμο προσωπείο του παράνομου ΚΚΕ ή αλλιώς τον Δούρειο Ίππο των κομμουνιστών.

Κεντρικό ρόλο στην ολομέτωπη επίθεση κατά της Αριστεράς διαδραμάτισαν και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας της εποχής (εφημερίδες και ραδιόφωνο). Ο Τσέκερης παρουσιάζει την προνομιακή, αν όχι σκανδαλώδη, χρηματοδότηση των φιλοκυβερνητικών εφημερίδων, την ίδια περίοδο που οι εφημερίδες της Αριστεράς αντιμετώπιζαν ζήτημα οικονομικής επιβίωσης, οι πωλητές και αναγνώστες της ΑΥΓΗΣ ξυλοκοπούνταν από αστυνομικούς και εθνικόφρονες πολίτες και οι διευθυντές της είχαν γίνει τακτικοί θαμώνες των δικαστηρίων μετά τις αλλεπάλληλες αυτεπάγγελτες μηνύσεις για «περιύβριση της αρχής».

Οι ΗΠΑ και το Παλάτι

Το βιβλίο εστιάζει στις πολιτικές που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις Καραμανλή ενάντια στην Αριστερά την περίοδο 1958-1963. Θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι δίπλα σε αυτές και σε στενή συνεργασία μαζί τους βρέθηκαν το Παλάτι και οι ΗΠΑ, οι οποίες παρέμβαιναν στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα της χώρας κυρίως μέσω του πρέσβη τους και του σταθμάρχη της CIA. Ήταν δύο επίσης κεντρικοί παράγοντες στην υιοθέτηση αυτών των πολιτικών. Και αναφέρομαι ιδιαίτερα στο θέμα του θεσμού της βασιλείας γιατί αν εξετάσουμε την πολιτική του ΚΚΕ τουλάχιστον μέχρι τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, θα δούμε ότι ο κύριος πολιτικός του αντίπαλος δεν ήταν μόνο ή τόσο τα αστικά πολιτικά κόμματα αλλά και ο θεσμός της βασιλείας, ως εγγυητής του πολιτικού συστήματος και βασικός θεματοφύλακας των ξένων συμφερόντων στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι από την ίδρυσή του, στα τέλη του 1918, μέχρι την κατάργηση της βασιλείας, το 1974, δηλαδή σε διάστημα 56 ετών, το ΚΚΕ συνυπήρξε νόμιμα με τον θεσμό της βασιλείας μόλις τα 6.

Ένα επίσης από τα πολλά σημαντικά ζητήματα που θίγει αυτό το βιβλίο έχει να κάνει με την αντίσταση της Αριστεράς. Δείχνοντας το μέγεθος της κρατικής καταστολής, ο Τσέκερης αναδεικνύει παράλληλα τον τεράστιο αγώνα που έκαναν την περίοδο αυτή όσες και όσοι συνέδεσαν την πολιτική τους ταυτότητα και δράση με την Αριστερά. Άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους, άλλοι που άντεξαν βασανισμούς, πολύχρονες φυλακίσεις, άνθρωποι που στερήθηκαν και τα πλέον στοιχειώδη δικαιώματα και μάλιστα υπό συνθήκες εγκλεισμού και εξορίας, που είδαν τις οικογένειές τους να διώκονται από ένα εκδικητικό και αδυσώπητο κράτος, άνθρωποι που έδωσαν έναν τιτάνιο αγώνα για να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους. Και μαζί με τον προσωπικό πόνο και αγώνα ο συλλογικός, το τεράστιο δίκτυο αλληλεγγύης, που βοήθησε όλες και όλους αυτούς να αντέξουν. Η περιγραφή της κηδείας του Γιώργου Ερυθριάδη είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αλληλεγγύης από όσες αναφέρονται στο βιβλίο.

ΕΑΜ

Ο αντικομμουνισμός ως κρατική πολιτική

Τα θέματα που εξετάζει ο Αγγ. Τσέκερης στο «Λίγος εμφύλιος ακόμα» εγγράφονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο που αφορά τον αντικομμουνισμό ως κρατική πολιτική. Από την ίδρυσή του, το 1918, μέχρι την τελευταία νομιμοποίησή του, το 1974, το ΚΚΕ ήταν αποκλεισμένο από την κεντρική πολιτική σκηνή και παράνομο για σχεδόν 40 χρόνια, από το 1936 έως το 1974, με ένα μικρό διάλειμμα την περίοδο 1945-1947. Ουσιαστικά το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν αναγνώριζε για περίπου μισό αιώνα τη δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής του ΚΚΕ στην πολιτική ζωή της χώρας. Μπορεί η δαιμονοποίηση των κομμουνιστών να λειτουργούσε ως βαλβίδα εκτόνωσης των εντάσεων μεταξύ των «νομιμοποιημένων» πολιτικών κομμάτων και να συσπείρωνε τη βάση τους δημιουργώντας όχι έναν κοινό πολιτικό αντίπαλο αλλά και έναν εσωτερικό εχθρό, όμως ο αποκλεισμός του ΚΚΕ από την πολιτική ζωή της χώρας λειτουργούσε αποσταθεροποιητικά για το ελληνικό πολιτικό σύστημα, καθώς άφηνε ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας χωρίς πολιτική εκπροσώπηση.

Οι τεκτονικές αλλαγές της περιόδου της Κατοχής προκάλεσαν τον μετασχηματισμό του ελληνικού πολιτικού συστήματος με τη μετάβαση από το προπολεμικό δίπολο βασιλικοί - βενιζελικοί στο μεταπολεμικό Αριστερά - Δεξιά. Πλέον η διαχωριστή γραμμή δεν βρισκόταν στο εσωτερικό του λεγόμενου αστικού πολιτικού κόσμου, αλλά στο όριο που τον χώριζε από την Αριστερά. Μέχρι την Κατοχή και τη μεγάλη ανατροπή που προκάλεσε το ΕΑΜ σε όρους πολιτικής εκπροσώπησης και δράσης, ο κομμουνιστικός κίνδυνος ήταν ένα κατασκεύασμα, με την έννοια ότι η εκλογική δύναμη του ΚΚΕ ήταν πολύ μικρή για να δικαιολογήσει τον αντικομμουνιστικό πανικό. Όμως, μετά τον πόλεμο, το ΚΚΕ και αργότερα η ΕΔΑ αποτελούσαν μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Πλέον ο κομμουνιστικός κίνδυνος ήταν πραγματικός. Από τη λήξη των Δεκεμβριανών, ο αντικομμουνισμός ή η προσπάθεια απο-εαμοποίησης της ελληνικής κοινωνίας αποτέλεσε μια σταθερή πολιτική για όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις.

Η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού

Σε αυτό το πλαίσιο, του αντικομμουνισμού ως κρατικής πολιτικής, πρέπει να εξεταστεί η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού και ιδιαίτερα του στρατού, των σωμάτων ασφαλείας και των υπηρεσιών ασφαλείας. Την περίοδο των κυβερνήσεων Καραμανλή, που εξετάζονται σε αυτό το βιβλίο, ανώτατοι αξιωματικοί, που ανέλαβαν την ηγεσία αυτών των υπηρεσιών, αλλά και ανώτεροι, που στελέχωσαν τα αμέσως κατώτερα κλιμάκια, είχαν γαλουχηθεί στο κλίμα του κρατικού αντικομμουνισμού. Ενός κρατικού αντικομμουνισμού που εδραιώθηκε θεσμικά από την τελευταία κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, κλιμακώθηκε στα χρόνια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά και έλαβε διαστάσεις βιολογικής εξόντωσης των κομμουνιστών τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας και του εμφυλίου πολέμου, τότε που χιλιάδες κομμουνιστές εκτελέστηκαν, δολοφονήθηκαν και απεβίωσαν λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης σε φυλακές και τόπους εξορίας. Με άλλα λόγια, η αντικομμουνιστική πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή (1958-1963), μπορεί να έφερνε «λίγο εμφύλιο ακόμα» δέκα χρόνια μετά τη λήξη του, αλλά ακολουθούσε μια συνέχεια στην αντιμετώπιση των κομμουνιστών ως εχθρών του έθνους, όπως αυτή αποτυπωνόταν σε πολιτικό, θεσμικό και νομοθετικό επίπεδο, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1920.

Το βιβλίο του Τσέκερη μας δείχνει και κάτι άλλο. Είναι σημαντικό να ασχολούμαστε με τη μνήμη των αγωνιστών της Αριστεράς και να αναδεικνύουμε με κάθε ευκαιρία τη δράση τους. Όμως είναι εξίσου σημαντικό, για να κατανοήσουμε την έκταση και την ένταση των αγώνων αυτών, να γνωρίζουμε τον μηχανισμό καταστολής και τρομοκρατίας που είχε στηθεί εναντίον τους. Μας λείπει αυτή η γνώση και σε αυτό βοηθά πολύ το βιβλίο του Άγγελου. Πρέπει να εστιάσουμε στα πρόσωπα, τις πολιτικές που σχεδίασαν και τον τρόπο με τον οποίο τις εφάρμοσαν. Πρέπει να εστιάσουμε στα γεγονότα που παρήγαγαν τη μνήμη και όχι να πάμε αντίστροφα, από τη μνήμη στην καταγραφή των γεγονότων. Για να ξέρεις πού βρίσκεσαι σήμερα και πού πρέπει να πας, πρέπει να έχεις καταλάβει από πού ήρθες.

* Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης είναι ιστορικός

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL