Περνώντας έξω απ’ το προαύλιο ενός σχολείου ακούς σμήνη από παιδικές φωνές. Είναι αδύνατο σχεδόν να διακρίνεις τις φράσεις τους. Μπορείς μόνο νοσταλγικά να σκεφτείς ότι κάποτε μέσα από τα κάγκελα βρισκόσουν κι εσύ.
Ταυτόχρονα όμως υπάρχει μια πραγματικότητα που σκεπάζεται από τον ευχάριστο θόρυβο. Μια πραγματικότητα που δεν εντοπίζεται καταμεσής του προαυλίου, είναι μοναχική όσο ένα παιδί που κάθεται σε μια γωνία μόνο του.
Η Μαρία Χαν υπήρξε ένα απ’ αυτά τα παιδιά. Που η σιωπή τους δεν ακούγεται στον περαστικό, είναι όμως εκεί. Κι είναι ο κόσμος όλος για εκείνα. Όπως λέει στην ΑΥΓΗ, δεν θυμάται να έχει φίλους. Για την ακρίβεια μόνο δύο, τον Δημήτρη και τον Παναγιώτη. «Φαντάσου, θυμάμαι ακόμη τα ονόματά τους». Δεν είναι λίγοι δύο άνθρωποι. Δεν είναι λίγος ένας. Η αίσθηση όμως σ’ ένα παιδί που δεν του μιλούν άλλοι είκοσι είναι ότι βρίσκεται στο περιθώριο. Ακόμη χειρότερη είναι η αίσθηση όταν το κακοποιούν.
Η Μαρία, 25 χρόνων, γεννήθηκε στην Αθήνα, όμως οι γονείς της είναι από αλλού. Από την Ινδία η μητέρα της κι από το Πακιστάν ο πατέρας της. Κατά συνέπεια, στα σχολεία των Αμπελοκήπων που πήγαινε ήταν «το μόνο σοκολατάκι», όπως αρέσκεται να λέει κοιτάζοντας πίσω στο παρελθόν μ’ ένα συμπονετικό χαμόγελο. Οι συμμαθήτριές της την είχαν στην απέξω. Κι όποτε ασχολούνταν, ήταν για να την κάνουν να νιώσει άσχημα. «Λόγω της καταγωγής μου, έχω μακρύ μαλλί. Πάντα είχα και μου τραβούσανε τα μαλλιά. Επειδή δεν ήταν το καρέ, δεν ήταν το ξανθό, επειδή ήταν διαφορετικά. Εγώ, βεβαίως, ποτέ δεν τα έκοψα. Αυτό από μόνο του λέει πολλά».
«Όσο μεγάλωνα είχα αυτό τον προβληματισμό: γιατί έχω αυτό το χρώμα. Το σχολείο μού το πέρασε αυτό. Εγώ ποτέ δεν το είχα σκεφτεί μόνη μου. Το σχολείο μ’ έκανε να καταλάβω ότι δεν είμαι σαν τους άλλους κι αυτό στην αρχή ήταν προβληματικό για μένα. Το τονίζω αυτό γιατί το σχολείο είναι το κατεξοχήν όργανο κοινωνικής ένταξης. Ακόμη και μία δασκάλα που είχα, νηπιαγωγός, δεν ήταν υποστηρικτική. Της λέγαμε πράγματα, ότι μ' ενοχλεί αυτό το παιδί ή με χτύπησε αυτό το παιδί και δεν έκανε τίποτα» θυμάται με προβληματισμό. Με σκληρό τρόπο βίωσε τη μαθητική του ηλικία και ο αδελφός της, τέσσερα χρόνια μικρότερος, τον οποίο χτυπούσαν επανειλημμένα.
Εκείνο που κράτησε σαν φυλαχτό ήταν μια κουβέντα της μητέρας της: «Μαρία, γίνε η καλύτερη στην τάξη κι όλοι θα θέλουν να γίνουν φίλοι σου, γιατί η γνώση είναι δύναμη. Το κράτησα και το έκανα πράξη και όντως πέτυχε. Αυτή η γυναίκα είναι και η πιο όμορφη και η πιο έξυπνη που έχω δει ποτέ».
Μεγαλώνοντας η Μαρία αφοσιώθηκε στην προστασία και υπεράσπιση ανθρώπων που υφίστανται διακρίσεις. Εργάστηκε στο Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και στην οργάνωση Solidarity now. Παράλληλα σπούδαζε στο Πάντειο πολιτικές επιστήμες και σήμερα στο Λονδίνο κάνει μεταπτυχιακό πάνω στις διεθνείς σχέσεις. Ένα καινούργιο βήμα, για το οποίο αισθάνεται ότι εκπλήρωσε ένα παιδικό όνειρο, είναι η συμμετοχή της στο Δίκτυο Νέων Μεταναστευτικής Καταγωγής "Ορίζοντες". Μια νεοσύστατη πρωτοβουλία που θέλει να ενώσει ανθρώπους οι οποίοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα κι έχουν γονείς μετανάστες.
Σκοπός τους είναι να καταρρίψουν τα στερεότυπα δεκαετιών. «Στην Ελλάδα τα παιδιά που είναι διαφορετικά, με οποιονδήποτε τρόπο, αντιμετωπίζονται εχθρικά. Αντί η διαφορετικότητά τους να στολίζει την κοινωνία, αποτελεί στίγμα για τους ίδιους τους ανθρώπους. Πρέπει κάπως να δικτυωθούμε όλοι εμείς μεταξύ μας. Η δύναμη βρίσκεται στην ενότητα, το λέει η Ιστορία».