Ένα παιδί που έχει δει τους γονείς των συμμαθητών του να ωρύονται γιατί θα κρατούσε τη σημαία στην παρέλαση. Ένα παιδί που έχει ακούσει να λένε τη μάνα του «βρομιάρα, πουτάνα, Βουλγάρα». Ένα άλλο που του τραβάγανε τα μαλλιά, χτυπούσανε τον αδερφό του και παίρνανε στο κατόπι τον πατέρα του χρυσαυγίτες. Και δεκάδες ακόμη παιδιά με παρόμοια βιώματα, νέοι ενήλικες σήμερα, αποφάσισαν να βγουν μπροστά οι ίδιοι και οι ίδιες με σκοπό να βάλουν τέλος στα φαινόμενα ρατσισμού, αποκλεισμού και κακοποίησης ανθρώπων.
Πριν από λίγο καιρό ανακοινώθηκε η δημιουργία του Δικτύου νέων μεταναστευτικής καταγωγής «Ορίζοντες». Όπως φανερώνει η επιλογή του ονόματος, κεντρικός σκοπός του συλλόγου - σωματείου είναι ν’ ανοίξουν οι ορίζοντες της ελληνικής κοινωνίας. Να μπουν τα θεμέλια για μια πραγματικότητα διαφορετική, που θα υπερβεί τις διακρίσεις και θα δίνει στον καθένα τη δυνατότητα για μια ζωή με αξιοπρέπεια.
Τα πρώτα μέλη αυτής της προσπάθειας ενός συνόλου νέων ανθρώπων που γεννήθηκαν εδώ με καταγωγή από πολλές διαφορετικές χώρες και ηπείρους μιλούν στην ΑΥΓΗ της Κυριακής για τις εμπειρίες που τους τραυμάτισαν και για το όραμά τους να διεκδικήσουν ενωμένοι και όχι ο καθένας μόνος το δικαίωμα στην ισότητα.

«Έλεγα τ’ όνομά μου και δεν μ' έπαιρναν πίσω»
Γκαμπριέλα Γκονζάλες, 30 ετών, με καταγωγή απ’ την Κόστα Ρίκα. Γραφειοκρατία. Μια συνθήκη που ηχεί αρνητικά γενικώς, πόσο μάλλον σε ανθρώπους που δεν έχουν γεννηθεί εδώ.
Η ταλαιπωρία που υφίστανται οι μετανάστες στην προσπάθεια ν’ αποκτήσουν δικαιώματα αποτελεί ένα απ’ τα ζητήματα με τα οποία θέλουν να καταπιαστούν οι «Ορίζοντες» και το παράδειγμα του πατέρα της είναι ενδεικτικό. «Βρίσκεται στη χώρα εδώ και 40 χρόνια κι ακόμη δεν έχει λάβει υπηκοότητα. Τα πράγματα ήταν λίγο πιο ευνοϊκά επειδή είναι παντρεμένος με Ελληνίδα (τη μητέρα μου), αλλά έπρεπε να πάει 9 μήνες στρατό, πράγμα αδύνατον για έναν άνθρωπο που εργάζεται. Τώρα, που έχει ξεπεράσει την ηλικία για να καταταγεί, πρέπει να δώσει αρκετές χιλιάδες ευρώ».
Η Γκαμπριέλα θεωρεί ότι η μάχη για την ισότητα πρέπει να δοθεί παντού, ακόμη και σε πτυχές της ζωής μας υπεράνω υποψίας. «Γενικά δεν γνώρισα ρατσισμό. Πολύ απλά γιατί δεν είναι στοχοποιημένη εδώ η Λατινική Αμερική. Παρ' όλα αυτά, πριν μερικά χρόνια, όταν έπαιρνα κάποια μεσιτικά για να νοικιάσω ένα σπίτι και έλεγα το επίθετό μου, το επίθετο του πατέρα μου δηλαδή, δεν μ’ έπαιρναν πίσω. Αντίθετα, όταν έδωσα το επώνυμο της μητέρας μου, με πήραν αμέσως».
Η Γκαμπριέλα έψαχνε σπίτι στον Πειραιά. Είναι ιδιωτική υπάλληλος και έχει τελειώσει ισπανική φιλολογία. Ταυτόχρονα σπουδάζει ψυχολογία σε Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στην Ισπανία.

Ο κόσμος δεν πήγαινε στο ιατρείο της μαμάς μου γιατί ήταν η "ξένη"
Αθανασία Βλαχαδάμη, 22 ετών, με καταγωγή απ’ τη Βουλγαρία. Για την ίδια δεν καταλαβαίνουν ότι έχει ρίζα και από αλλού λόγω του ελληνικού επωνύμου απ’ τον πατέρα της. Όσα τράβηξε η μητέρα της ωστόσο είναι οι λόγοι που θέλει ν’ αλλάξει τα πράγματα. «Η μητέρα μου έχει υποστεί πολύ ρατσισμό. Ήρθε στην Ελλάδα το 1996 για μια καλύτερη ζωή, από μια χώρα όπου δεν είχαν να φάνε κυριολεκτικά. Σπούδαζε γιατρός, δούλεψε όμως σε θερμοκήπια και ελιές, τις δουλειές που κάνουν όλοι αρχικά γιατί δεν ξέρουν καλά τη γλώσσα και δεν γίνεται να κάνουν κάτι άλλο. Ενώ της έμεναν 6 μήνες στη Βουλγαρία για να τελειώσει την ειδικότητά της, αναγκάστηκε να κάνει τέσσερα χρόνια από την αρχή εδώ».
«Μεγάλη δυσπιστία. Η βρομιάρα, η πουτάνα, η Βουλγάρα. Αυτοί ήταν οι τίτλοι. Αργότερα παντρεύτηκε τον πατέρα μου και ήρθε να μείνει στο χωριό μας, τους Γαργαλιάνους, ένα χωριό κοντά στην Καλαμάτα. Μετά από κάποια χρόνια άνοιξε δικό της ιατρείο και στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, ενώ στους Γαργαλιάνους δεν υπήρχε άλλο ιδιωτικό παιδιατρείο και υπήρχε ένας παιδίατρος μόνο στο Κέντρο Υγείας, ο κόσμος δεν πήγαινε στη μαμά μου, γιατί δεν την εμπιστευόταν λόγω καταγωγής. Έτσι, μετά από λίγα χρόνια, αναγκάστηκε να βάλει στην ταμπέλα και στις κάρτες της και το επίθετο του πατέρα μου, για να καταλαβαίνει ο κόσμος ποια είναι».
Η πρωτοβουλία των παιδιών δεν είναι αθηνοκεντρική. Η Αθανασία ζούσε στην Πελοπόννησο και σήμερα σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου στη Χίο, στο Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών.

Να ακουστούν οι ιστορίες
Μαρία Χαν, 25 ετών, με καταγωγή από Ινδία και Πακιστάν. Γεννήθηκε στην Αθήνα και πάντα ήταν, όπως λέει, full time φοιτήτρια (σήμερα κάνει μεταπτυχιακό στις διεθνείς σχέσεις στο Λονδίνο) και full time εργαζόμενη σε οργανισμούς που ασχολούνται με το προσφυγικό. «Απ’ τη ζωή μου και μόνο, ξέρω το μεταναστευτικό πάρα πολύ καλά.»
«Όταν ξεκίνησε η κρίση, ο πατέρας μου είχε ένα μαγαζί κοντά στην πλατεία Βάθη, είναι μόδιστρος και δούλευε πάρα πολύ καλά. Πριν από την κρίση ήμασταν πολύ εντάξει. Μετά όμως, με τη Χρυσή Αυγή και όλο αυτό το αίσθημα της ξενοφοβίας, που κέρδιζε έδαφος, με όλη αυτή την ιδέα ότι έρχονται οι ξένοι και μας παίρνουν τις δουλειές, ο πατέρας μου είχε σοβαρό πρόβλημα με τη δουλειά του, έχανε πελάτες, τον ακολουθούσαν άνθρωποι, μέλη της Χρυσής Αυγής, που ήθελαν να καταλαβαίνει ότι τον ακολουθούν». Κάθε μέρα το ερώτημα στην οικογένεια ήταν το ίδιο. ‘Θα γυρίσει σπίτι σώος και αβλαβής;’».
Τα πράγματα δεν ήταν ευκολότερα στο σχολείο. Ήδη απ’ το νηπιαγωγείο. «Τα χειρότερα τραύματα, λένε, είναι τα παιδικά. Εγώ, όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο, ήμουν η μόνη Nutella girl. Ήμουν η μόνη με άλλο χρώμα. Και εντάξει, υπήρξαν πολλές δυσκολίες, δεν είχα φίλους, δεν είχα παρέες, είχα μόνο δύο φίλους, τον Δημήτρη και τον Παναγιώτη, φαντάσου, θυμάμαι ακόμη τα ονόματά του... Το είδα περισσότερο απ’ τα κορίτσια, τα οποία δεν θα με έκαναν παρέα σχεδόν καθόλου, δηλαδή θα μου τραβούσαν τα μαλλιά, θα μου λέγανε άσχημα πράγματα». Αντίστοιχες αναμνήσεις έχει και ο μικρότερος κατά τέσσερα χρόνια αδερφός της, τον οποίο χτυπούσαν επίσης στο σχολείο.
Το σημαντικότερο για εκείνην είναι μέσα απ’ τους «Ορίζοντες» «ν’ ακουστούν οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Θέλω μέσα από αυτό τον σύλλογο να έρθουν στο φως τα βιώματα. Είναι σαν να λέμε, ξέρεις, το τραγούδι 'ώς πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά;'. Ώς πότε αυτό το βίωμα θα είναι μόνο δικό μου;».

«Εγώ είμαι η ελληνική κοινωνία»
Στεφανία Κόστα, 24 ετών, με καταγωγή απ’ την Αλβανία. Θυμάται από πάντα τον εαυτό της να ασφυκτιά μπροστά στην αδικία και τον ρατσισμό. «Αυτό το οποίο έχει πάρα πολύ σημασία για μένα είναι να πειστεί η ελληνική κοινωνία, στην οποία είμαι γεννημένη, ότι είμαι οργανικό της κομμάτι, εγώ είμαι η ελληνική κοινωνία». Αυτό το ένιωσε να συμβαίνει στην Κρήτη όπου μεγάλωσε. Δεν συμβαίνει όμως παντού. «Μας έχουν πει άνθρωποι που θέλουν να πιάσουν δουλειά ότι απορρίπτονται μόνο και μόνο για το χρώμα του δέρματός τους».
«Δεν μας νοιάζει να βγει μπροστά το αλβανικό στοιχείο ή το ρουμάνικο, γιατί όλοι εμείς μαζί είμαστε η ελληνική κοινωνία μαζί με τα παιδιά των Ελλήνων», εξηγεί για τις πολλές διαφορετικές καταγωγές στα 80 μέλη της ομάδας.
Η Στεφανία είναι αντιπρόεδρος στο προσωρινό Δ.Σ. του σωματείου. Είναι μία απ’ τις τέσσερις γυναίκες στην επταμελή του σύνθεση, σε μια έμπρακτη απόφαση ενάντια σε κάθε μορφή διακρίσεων (στην προκειμένη, έμφυλων). Τελείωσε πολιτικός επιστήμων και συνεχίζει με μεταπτυχιακό στον τομέα.

Ο στόχος είναι να μάθουμε να λειτουργούμε συλλογικά
Αντιλιάν Κοτζάι, 30 ετών, με καταγωγή απ’ την Αλβανία. Ήταν ανάμεσα στους ανθρώπους που έκαναν την πρώτη κουβέντα για τη δημιουργία των «Οριζόντων». Σήμερα είναι ο πρόεδρος του Δ.Σ., που εξελέγη προσωρινά μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες στο Πρωτοδικείο και να έρθει η επίσημη αναγνώριση του σωματείου. Ο Αντιλιάν σπεύδει να τονίσει ότι δεν θα υπάρχει μια ελίτ που διατάζει. Κάθε φωνή θ’ ακούγεται και κάθε απόφαση θα λαμβάνεται σε συνεννόηση με τα μέλη. Σε αυτή την κατεύθυνση έχουν διαμορφωθεί ομάδες εργασίας απ’ τα social media μέχρι τομείς στους οποίους θα γίνεται παρέμβαση (εργασιακά). «Ο μεγάλος στόχος είναι να μάθουμε να λειτουργούμε και να διεκδικούμε συλλογικά, να σπάσουμε την ατομικότητα μέσα στην οποία έχουμε μεγαλώσει», σημειώνει.
Πριν προλάβει να ξεκινήσει τις δράσεις του έξω στην κοινωνία, το σωματείο εξ ιδρύσεώς του εμφανίζεται να πετυχαίνει μια τομή. Τη συνένωση ανθρώπων με πολλές διαφορετικές καταγωγές σε έναν σκοπό. «Σπάει έτσι μια λογική εθνοκεντρισμού», καθώς μέχρι τώρα οι διεκδικήσεις γίνονταν μόνο μέσα απ’ τις κοινότητες.
Ταυτόχρονα ολόκληρο το βαφτιστικό της πρωτοβουλίας δείχνει τον δρόμο για μία ακόμη αλλαγή. «Μιλάμε για Έλληνες μεταναστευτικής καταγωγής. Ο όρος 'παιδιά δεύτερης γενιάς' είναι λάθος, υπό την έννοια ότι δεν έχουν μεταναστεύει ποτέ αυτοί οι άνθρωποι, εδώ έχουν γεννηθεί».
Σκοπός των "Οριζόντων" για το μέλλον «είναι, μέσα από εκδηλώσεις, παρεμβάσεις στη δημόσια σφαίρα, είτε σε πεζοδρόμια στις πορείες, είτε σε ημερίδες, ν’ αναδείξουμε όλα αυτά τα ζητήματα που παράγουν διακρίσεις. Και να βγούμε εμείς οι ίδιοι μπροστά, τα παιδιά που το ‘χουμε βιώσει, τα παιδιά που το ‘χουμε δει αυτό το πράγμα να συμβαίνει στους γονείς μας».
Δεν υπάρχουν παιδιά μεταναστών που να μην έχουν δει ή ζήσει ρατσιστικά σκηνικά. «Να σου πω ένα παράδειγμα προσωπικό. Στο χωριό που μεγάλωσα, κοντά στη Λαμία, όταν είχα σηκώσει τη σημαία στην έκτη δημοτικού, είχαν έρθει γονείς και κάνανε παράπονα στον διευθυντή». Ο Αντιλιάν σήμερα είναι πολιτικός επιστήμονας με δύο μεταπτυχιακά.