Ένα νομικό κείμενο απολύτως υποταγμένο στη λογική του «δικαίου της τηλεόρασης» και του ποινικού λαϊκισμού παρουσίασε στη Βουλή η κυβέρνηση μέσω του υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Τσιάρα, το οποίο περιλαμβάνει νέες αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα. Πρόκειται για τη δεύτερη φορά που η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα στα δύο και κάτι χρόνια της θητείας της, κάτι πρωτοφανές και εντελώς ξένο με τη λογική του Ποινικού Δικαίου, δεδομένου ότι οι ποινικοί κώδικες αλλάζουν με ρυθμό δεκαετιών προκειμένου να συμπεριλάβουν τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον νομικό πολιτισμό και αποτελούν τρόπον τινά τα «συνταγματικά» κείμενα του δικαίου.
Οι αλλαγές που παρουσιάζει η κυβέρνηση κινούνται όλες στη λογική του δόγματος «νόμος και τάξη», βρίσκονται σε καταφανή αντίθεση με όλες τις τάσεις του ποινικού δικαίου στον δυτικό κόσμο, μετατρέπουν το σύστημα σε ξεκάθαρα εκδικητικό και τιμωρητικό (πατώντας σε μια ποινική παράδοση που ήταν έτσι κι αλλιώς από τις πιο αυστηρές στην Ευρώπη), αποκλείουν την πρόληψη και τον σωφρονισμό και δεν απαντούν σε κανένα πραγματικό πρόβλημα, οδηγώντας με μαθηματική βεβαιότητα σε ένα άλλο: στην ακόμα μεγαλύτερη όξυνση του υπερπληθυσμού των ελληνικών φυλακών.
Οι βασικές αλλαγές που παρουσιάζονται στον Ποινικό Κώδικα είναι οι ακόλουθες:
- Κατάργηση της διάζευξης στην ποινή των ανθρωποκτονιών από πρόθεση, όπου τα ισόβια γίνονται υποχρεωτικά, χωρίς να υπάρχει η εναλλακτική της πρόσκαιρης κάθειρξης. Με αυτόν τον τρόπο καταργείται ουσιαστικά η έννοια των ελαφρυντικών, ενώ ο δικαστής μετατρέπεται από κριτής σε συμβολαιογράφος, δεδομένου ότι του αφαιρείται το δικαίωμα να αποφασίσει για το είδος της ποινής.
- Αυξάνεται ο κατώτατος χρόνος έκτισης ποινής των ισοβίων από τα 16 στα 18 χρόνια, αποδυναμώνοντας το σωφρονιστικό κίνητρο για τους ισοβίτες και ενισχύοντας επί της ουσίας την κοινωνία των συσχετισμών εξουσίας μέσα στις φυλακές.
- Αυξάνει αντίστοιχα το ποσοστό συνολικής έκτισης της ποινής για τις πρόσκαιρες καθείρξεις με τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα.
- Περιορίζει δραστικά τη δυνατότητα χρήσης του δικαιώματος της υπό όρους απόλυσης από τις φυλακές, το οποίο έχει δοκιμαστεί με απόλυτη επιτυχία εδώ και αρκετά χρόνια.
Οι αλλαγές αυτές στον Ποινικό Κώδικα έχουν προκαλέσει τον εκνευρισμό και την οργή στο σύνολο του νομικού κόσμου, κάτι που διαφαίνεται και από τις θέσεις που εξέφρασαν τόσο η Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων όσο και η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων.
Η Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων, οργάνωση κατεξοχήν μετριοπαθής και ελάχιστα ριζοσπαστική, χαρακτηρίζει το σύνολο του νομοσχεδίου «δογματικώς προβληματικό και εγκληματοπολιτικώς άστοχο», ενώ κάνει λόγο για «συστηματικώς άστοχες έως χονδροειδείς αλλαγές σε βασικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα με σκοπό την -αναγορευόμενη σε καθοδηγητική αρχή- “αυστηροποίηση” των ποινών και του τρόπου έκτισής τους». Ιδιαίτερα επιθετική είναι η Ένωση Ποινικολόγων και στην αλλαγή στο δικαίωμα της υπό όρους απόλυσης, λέγοντας ότι «οι τιμωρητικές παρεμβάσεις στις διατάξεις που διέπουν την αναστολή και την έκτιση των ποινών για ορισμένες κατηγορίες εγκλημάτων μετατρέπουν πολύτιμους σωφρονιστικούς θεσμούς, όπως η απόλυση υφ’ όρον, σε εργαλεία τιμωρίας, εξουδετερώνοντας την ειδική πρόληψη και την κοινωνική επανένταξη των καταδικασθέντων ως πρωταρχικούς σκοπούς της έκτισης των ποινών».
Τέλος, μιλά για ένα κείμενο που επηρεάζεται από την επικαιρότητα, τις πρόσφατες φυσικές καταστροφές και κάποια θεαματικά γεγονότα, τονίζοντας: «Ο ποινικός νομοθέτης εμφανίζεται έτσι να υποτάσσεται σε εφήμερες ‘ανάγκες’ ικανοποίησης του -απροσδιορίστου περιεχομένου- ‘περί δικαίου αισθήματος’ με την επίδειξη τιμωρητικής πυγμής, θυσιάζοντας στον βωμό της επικαιρότητας τους αυθεντικούς σκοπούς της ποινικής δικαιοδοτικής λειτουργίας».
Τέλος, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εμφανίζεται απορριπτική στο σύνολο σχεδόν των αλλαγών που γίνονται, προσθέτοντας ότι δεν είναι δυνατόν να αλλάζει ο Ποινικός Κώδικας συνέχεια και χωρίς λόγο και αναφέροντας: «Χωρίς καμία απολύτως μέριμνα από το υπουργείο Δικαιοσύνης για τη διοργάνωση σεμιναρίων που να αφορούν τις εκτεταμένες τροποποιήσεις στα πιο βασικά νομοθετήματα, που αποτελούν τον κορμό της ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης. Θεωρούμε ότι η νομοθετική εξουσία οφείλει να λαμβάνει υπόψη της την ανασφάλεια δικαίου που δημιουργείται με τις νομοθετικές παλινωδίες».
