Είτε μιλάμε για πλημμύρες είτε για πυρκαγιές, το κοινό χαρακτηριστικό που έχουν οι μεγάλες φυσικές καταστροφές είναι να καταργούν με το πέρασμά τους τα όρια που θέτουν οι άνθρωποι για να διαχωρίσουν την προσωπική από τη δημόσια ζωή. Είναι αδύνατον για μια πόρτα ή ένα παράθυρο ν’ αντισταθεί στην ορμή ενός χείμαρρου. Είναι αναπόφευκτο ότι θα διπλώσουν αμφότερα στα δύο μπροστά στις τόσο υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσει από την άλλη μια πυρκαγιά.
Έτσι και σήμερα, πολλά από τα σπίτια που καταστράφηκαν στα Γεράνεια Όρη είναι ανοικτά πλέον στον οποιονδήποτε επισκέπτη. Με μια εικόνα, βέβαια, στα σπλάχνα τους πολύ διαφορετική από εκείνη που είχαν με τις πόρτες τους ακέραιες. Που επιτρέπει μόνο τη δυνατότητα να φανταστεί κανείς πώς ήταν τα πράγματα πριν γίνουν όλα ένας ενιαίος σωρός από στάχτη κι όπου η ψυχή μιας πολυθρόνας έχει γίνει πλέον ένα μ’ εκείνη μιας ξύλινης κιθάρας και μιας μοκέτας.
Ακόμη κι έτσι ωστόσο, ερχόμαστε σ’ επαφή με μια εκδοχή εκείνου που κρατούσε ανέπαφο από τη δημόσια έκθεση η πόρτα του σπιτιού μένοντας κλειστή. Με εκείνα που έχασαν δεκάδες άνθρωποι στους οικισμούς της Κορινθίας και της Δυτικής Αττικής και με το πραγματικό μέγεθος του βάρους που κουβαλά ο κάθε ένας από τους πληγέντες. Με μια κατάσταση που θέλει να γίνει γνωστή ο κόσμος, αλλά δεν παύει να αισθάνεται άβολα βλέποντας να πατούν επάνω στα θραύσματα της προηγούμενης -κανονικής- ζωής του.
Σε κάθε σπίτι που περπατήσαμε μέσα, υπήρχε η ίδια ανοίκεια αίσθηση από το βάδισμα πάνω στα σπασμένα. Σε κάθε βήμα τα θρύψαλα έσπαζαν σε ακόμη περισσότερα κομμάτια. Αντικείμενα που δεν ανήκουν στο έδαφος, όπως τα κεραμίδια από τις σκεπές, κείτονταν χάμω ακανόνιστα, όπως και τα πιατικά που πάντα επιβιώνουν, αλλά τα ράφια τους ήταν ξύλινα και ξεχύθηκαν με βία στο πάτωμα.
Δεν υπήρχε τίποτα να περισώσει ο κύριος Γιώργος που πήγε στο σπίτι του στη Μαυρολίμνη τέσσερις ημέρες μετά την αρχή της πυρκαγιάς, γιατί τότε το άντεχε. Κλείνοντας την πόρτα πίσω του για να επιστρέψει στη μόνιμη κατοικία του, το βλέμμα του ήταν όπως το πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου του. Άδειο. Παρ’ όλα αυτά, βρήκε λίγη ακόμη δύναμη να κατεβάσει το παράθυρο και να μοιραστεί μαζί μας μια κουβέντα. «Δεν βρίσκω ούτε ένα πανί για να σκουπίσω τα χέρια μου».

Οι στιγμές της αγωνίας
Η πορεία της φωτιάς υπήρξε αλλοπρόσαλλη. Αφημένη στα τερτίπια του ανέμου, εκεί που κατέκαιγε και σκέπαζε ολόκληρες εκτάσεις με στρώματα στάχτης, άφηνε άλλες που βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής παντελώς ανέγγιχτες. Εκεί εντοπίζεται κι ο λόγος που το σπίτι της κ. Αγγελικής, απέναντι ακριβώς απ’ το κατεστραμμένο σπίτι του κ. Γιώργου, παρέμεινε αλώβητο.
Από την άλλη, οι ώρες που έκαιγε η φωτιά δίπλα σε ανθρώπους ήταν γεμάτες από αγωνία. «Είχαμε μαζί το δίχρονο εγγονάκι μου. Όταν μας είπαν να φύγουμε, προλάβαμε να πάρουμε μαζί ένα ζευγάρι παπούτσια του μικρού και δυο κουβέρτες για να τυλιχτούμε στη θάλασσα. Αν μας έφτανε η πυρκαγιά εκεί, θα εγκλωβιζόμασταν, δεν θα μπορούσαμε να μπούμε μέσα. Φύσαγε πολύ και τα κύματα ήταν ψηλά».
Όταν κόπασε η φωτιά, επέστρεψαν στο σπίτι τους. Τα πάντα όμως ήταν πολύ διαφορετικά «Θυμήθηκα την εποχή που μας έκανε μπάνιο η μάνα μου μ’ ένα καζάνι νερό» λέει η κ. Αγγελική, που έζησε τα πρώτα της χρόνια σ’ ένα σπιτάκι στην Καλαμάτα. Μπροστά στην είσοδο έχει τέσσερις κουβάδες με νερό για το μπάνιο της σήμερα. Επτά δεκαετίες μετά, ζει την ίδια κατάσταση. Εκείνο όμως που πονά την ίδια και τον σύζυγό της δεν είναι το νερό που στερούνται και ξέρουν ότι αργά ή γρήγορα θα το έχουν πίσω, αλλά η οριστική τους καταδίκη να βλέπουν κάθε μέρα εκεί που υπήρχε μόνο πράσινο το αποκρουστικό πρόσωπο της καταστροφής. Ένα γιγάντιο κάρβουνο στη θέση μις κατάφυτης πλαγιάς που έσφυζε από ζωή.

Άκου δεν υπήρξαν θύματα! Και το δάσος ολόκληρο τι είναι;
«Κάθε φορά που βγαίνω έξω από το σπίτι αποφεύγω να κοιτάζω αριστερά. Είναι η πλευρά που κάηκε το βουνό και τα σπίτια των γειτόνων μας. Εμείς γι’ αυτό ήρθαμε να ζήσουμε εδώ, για να γαληνέψει η ψυχή μας. Πλέον το βλέμμα μου πηγαίνει μόνο στη θάλασσα. Μόνο εκεί μπορώ να κοιτάζω», λέει η κ. Αγγελική, που θυμώνει όταν της λένε ότι δεν υπήρξαν θύματα. «Και το δάσος τι είναι;» διερωτάται και σκέφτεται για το μέλλον που τους περιμένει. «Άμα ρίξει μια βροχή, θα καταπνίξει τα πάντα».
Ο φόβος άλλωστε για τις πλημμύρες υπήρχε από πριν. «Πριν τρία χρόνια φτιάξαμε με δανεικά το πετρόχτιστο που βλέπεις για να προστατευτούμε από τον ‘Ζορμπά’». Τώρα το αξιοπρεπές για τα προηγούμενα δεδομένα οχυρωματικό έργο, που περιβάλλει ως φράχτης το σπίτι, μοιάζει αδύνατον να συγκρατήσει έναν όγκο νερού που δεν θα υπάρχει καμία ρίζα για να απορροφήσει στη μακρά διαδρομή του απ’ την κορυφή στα πεδινά.
Ούτε ένα κελάηδημα
Πέρα όμως από τους κινδύνους που ελλοχεύουν, πέρα απ’ τις εξαϋλωμένες φυλλωσιές και τους καρβουνιασμένους κορμούς των πεύκων, στην ανυπόφορη αίσθηση της καταστροφής συμβάλλει η πλήρης σχεδόν απουσία ζωής απ’ τα κομμάτια του βουνού που κάηκαν. Εκεί που είχε χώμα, το πόδι σου βυθίζεται σ’ ένα παχύ μαλακό στρώμα στάχτης, θυμίζοντας την αίσθηση από μια φρεσκοχιονισμένη επιφάνεια. Εκεί που υπήρχαν κελαηδήματα επικρατεί η απόλυτη σιωπή. Γιατί τα πουλιά του βουνού πρώτα εκείνα έχασαν το σπίτι τους. Εκεί που ανέβαιναν ψηλότερα οι επισκέπτες για να έρθουν σ’ επαφή με τη δροσιά της κορυφής, ανοίγουν τα τζάμια από τ’ αυτοκίνητο και μπαίνει μέσα λάβα. Τη μοναδική νότα αισιοδοξίας προσφέρει η θέα ορισμένων εργατικών μυρμηγκιών που επιμένουν να συνεχίσουν τον καθημερινό αγώνα, ανοίγοντας διαδρόμους μέσα στη νέα επιφάνεια που διαμορφώθηκε.
«Θα μας λείψει πολύ το βουνό. Λίγες μέρες πριν τη φωτιά, έβγαλα μια φωτογραφία στη Μαυρολίμνη με τα κρυστάλλινα νερά από κάτω και τα δέντρα πάνω. Πλέον υπάρχει μόνο στάχτη επάνω», μας λέει μια γυναίκα από τον γειτονικό οικισμό Βαμβακιές. Η καταστροφή του βουνού δεν αφορά μόνο την όμορφη θέα που χάθηκε. Είναι το τέλος μια σχέσης ζωής. «Το έχω περπατήσει ολόκληρο. Ξέρω πού βγαίνουν το ρείκι, το θυμάρι, οι κουμαριές και τα σχίνα. Τώρα...».

Μια καμινάδα έμεινε μόνο
«Το 1997 δούλευα στ’ αμπέλια που βλέπεις κάτω στην πεδιάδα και κοίταζα το σπίτι όπου βρισκόμαστε τώρα. Τότε δεν κατοικούνταν και αναρωτιόμουν ποιος μπορεί να το είχε, επειδή η θέα του ήταν υπέροχη. Μετά τη δουλειά πέρασα αυθόρμητα απ' έξω και είδα ότι είχε μια ταμπέλα που έγραφε ‘πωλείται’. Αυτό ήταν. Το αγόρασα και το έκανα κούκλα. Κούκλα το είχα», μας λέει ο Κανέλλος με πόνο ψυχής που καθρεφτίζεται στα βουρκωμένα του μάτια, τα οποία όμως δεν αφήνει να δακρύσουν. Όχι από κάποιο μάτσο στερεότυπο. Αλλά γιατί θέλει να μεταφέρει με περηφάνια και χαμόγελο όσα έζησε το σπίτι που είχε για να συναντιούνται οι παρέες.
«Ελάτε πάνω» ήταν η φράση - σήμα κατατεθέν σε φίλους και το γλέντι ξεκινούσε. Ξεκρεμούσαν την κιθάρα που υπήρχε δίπλα απ’ το τζάκι και τραγουδούσαν αγαπημένα λαϊκά. Σήμερα η κιθάρα υπάρχει μόνο σε φωτογραφία. Αυτό όμως είναι αρκετό για την ώρα. «Η φωτιά μάς έκαψε τα πάντα. Εκείνο όμως που δεν θα μας κάψει ποτέ είναι οι αναμνήσεις» λέει η σύντροφός του Κανέλλου, αποχαιρετώντας τον χώρο που αγάπησαν. Όπως εξηγεί, «το σπίτι ξαναφτιάχνεται, το δάσος όμως είναι αδύνατον να υπάρξει πάλι όπως το θυμόμαστε».
Ο Κανέλλος θα σταθεί δίκαια πάντως απέναντι στη συμφορά του: «Τι να πει κι ο δίπλα που έμεινε μόνο με την καμινάδα; Το σπίτι του ήταν ολόκληρο από ξύλο και ζούσε εκεί μόνιμα. Εγώ σήμερα θα πάω να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου στα Μέγαρα. Εκείνος δεν έχει να βάλει ούτε μια μπλούζα».