Live τώρα    
Επιστημονικές δημοσιεύσεις επί κορωνοϊού: να μην ξεχνάμε τις κοινωνικές επιστήμες!
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Επιστημονικές δημοσιεύσεις επί κορωνοϊού: να μην ξεχνάμε τις κοινωνικές επιστήμες!

πίνακας
La rue, le soir (1936) - Vieira da Silva (1909 - 1992)
ΑΝΑΛΥΣΗ

- Παρατηρείται το διπλό φαινόμενο να δίνεται ώθηση στις επιστήμες της ζωής και της φύσης και να δεσπόζει η αγγλική γλώσσα, χωρίς να παραγνωρίζεται επίσης και το υπέρογκο κόστος της πρόσβασης στα δεδομένα αυτά. Και το ερώτημα είναι πώς θα περιοριστεί αυτή η υπερ-ηγεμονία, η οποία πλήττει τις κοινωνικές επιστήμες, και ποιες λύσεις μπορούν να συμβάλλουν στο στόχο αυτό.

Στον καιρό του κορωνοϊού συζητάμε πολύ για το περιεχόμενο και το ρόλο των άρθρων που δημοσιεύονται στα επιστημονικά περιοδικά, σε σχέση κυρίως με τα φάρμακα, τα εμβόλια και τις μελέτες για τις επιπτώσεις τους. Επιδημιολόγοι, επιστήμονες της ιολογίας και βιολόγοι κρατούν κατά βάση το πηδάλιο. Το κοινό, από την πλευρά του, ανακαλύπτει αίφνης ότι η επιστήμη είναι ένας κόσμος αντιθέσεων και ότι τελικά η επιλογή όλων αυτών των επιστημονικών άρθρων δεν στηρίζεται πάντοτε σε απόλυτα επιστημονικά κριτήρια. Και τελικά, που βρίσκονται μέσα σε όλο αυτό οι κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες είναι εξίσου απαραίτητες για να μας διαφωτίσουν σε σχέση με την εξέλιξη και τις επιπτώσεις της πανδημίας;

Εδώ και τουλάχιστον 30 χρόνια έχει συντελεστεί μία πολύ σοβαρή δουλειά, ώστε τα επιστημονικά περιοδικά των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών να προσεγγίσουν το επίπεδο εκείνο των θετικών επιστημών. Η σύγκριση αυτή έχει τα όρια της, καθώς τα υποκείμενα είναι διαφορετικά, όπως και οι επιστημολογικές προσεγγίσεις. Όμως, οι δημοσιεύσεις επιστημονικών άρθρων, σύμφωνα με ορισμένες διεθνείς προδιαγραφές, έχουν προχωρήσει αρκετά, με δεδομένη την ύπαρξη μιας γενικευμένης διαδικασίας επιστημονικής αξιολόγησης των ερευνητών και της δραστηριότητάς τους.

Τρεις βασικές εξελίξεις υπάρχουν σήμερα στο συγκεκριμένο θέμα. Πρώτον, η γενίκευση της ύπαρξης συντακτικών επιτροπών, οι οποίες συνεδριάζουν τακτικά, σε αντίθεση με τον παλαιότερο ρόλο των «διευθυντών» των περιοδικών. Δεύτερον, η αξιολόγηση των προσχεδίων των δημοσιεύσεων, όχι από τους ηγήτορες ή τους μανδαρίνους του κάθε ακαδημαϊκού τομέα, αλλά στη βάση ενός συστήματος «εγκεκριμένης αξιολόγησης» (με «διπλά τυφλή» διαδικασία, όπου ο αξιολογητής δεν γνωρίζει το όνομα του συγγραφέα, ούτε και ο συγγραφέας το όνομα του αξιολογητή). Τρίτον, μία γενική τάση αξιολόγησης των ερευνητικών δομών από ανεξάρτητες αρχές, στη βάση των επιστημονικών τους δημοσιεύσεων και του ερευνητικού έργου που συντονίζουν. Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα προς αυτό που θα μπορούσαμε σχηματικά να περιγράψουμε ως «δημοσίευσε ή εξαφανίσου», το οποίο έχει επικρατήσει διεθνώς, παρά τα γνωστά προβλήματα που το συνοδεύουν. Αυτές οι εξελίξεις, άλλοτε έχουν θετικές συνέπειες, άλλοτε οδηγούν σε αρνητικά αποτελέσματα. Η περίπτωση της κρίσης του κορωνοϊού ανάγκασε κατά κάποιο τρόπο την επιστήμη να βγει από το καβούκι της και ταυτόχρονα ο πολίτης άρχισε να ενδιαφέρεται άμεσα και για την εσωτερική λειτουργία όλου αυτού του κόσμου. Μπορούν τα κριτήρια που διέπουν τις δημοσιεύσεις στις κοινωνικές επιστήμες να είναι ίδια με εκείνα των φυσικών επιστημών, για τις οποίες γίνεται τόση συζήτηση σήμερα στα μέσα ενημέρωσης; Όχι, διότι, όπως ειπώθηκε, η μεθοδολογία των φυσικών επιστημών δεν είναι απολύτως εφαρμόσιμη στον τομέα των κοινωνικών επιστημών. Πρωταρχικά, γιατί, σε αντίθεση με τις πρώτες, ένα πείραμα ή μία έρευνα δεν μπορεί να αναπαραχθεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο στις κοινωνικές επιστήμες, ώστε να επαληθευτεί το αποτέλεσμά της. Επίσης, ακόμα και αν η αντικειμενικότητα των επιτροπών αξιολόγησης και των αξιολογητών ενός άρθρου υπόκειται σε κοινούς κανόνες και στους δύο επιστημονικούς κλάδους (ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις δικλείδες που περιορίζουν ενδεχόμενους ανταγωνισμούς ανάμεσα σε αξιολογητές και αξιολογούμενους), στις περιπτώσεις όπου τα θέματα είναι πολύ εξειδικευμένα, το πρόβλημα γίνεται συχνά πιο σύνθετο στις κοινωνικές επιστήμες.

Στα υφιστάμενα συστήματα αξιολόγησης των ερευνητών, η αρμοδιότητα ανατίθεται όλο και περισσότερο σε ανεξάρτητες αρχές αξιολόγησης, οι οποίες εκ των πραγμάτων το μεταθέτουν στα επιστημονικά περιοδικά, τα οποία έχουν τον πρώτο λόγο στην επιλογή των άρθρων που θα δημοσιευτούν. Οι εν λόγω εκδόσεις εξαρτώνται σε ένα μεγάλο βαθμό από ισχυρά εκδοτικά συγκροτήματα, συχνά αγγλοσαξωνικής επιρροής, τα οποία εξειδικεύονται σε μεγάλο βαθμό στις θετικές επιστήμες. Τα συγκροτήματα αυτά ελέγχουν επίσης και τις μεγάλες βάσεις δεδομένων και τα διεθνή συστήματα αναφορών, τα οποία υπάρχουν στο Internet. Έτσι, παρατηρείται το διπλό φαινόμενο να δίνεται ώθηση στις επιστήμες της ζωής και της φύσης και να δεσπόζει η αγγλική γλώσσα, χωρίς να παραγνωρίζεται επίσης και το υπέρογκο κόστος της πρόσβασης στα δεδομένα αυτά. Και το ερώτημα είναι πώς θα περιοριστεί αυτή η υπερ-ηγεμονία, η οποία πλήττει τις κοινωνικές επιστήμες, και ποιες λύσεις μπορούν να συμβάλλουν στο στόχο αυτό. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι μία λύση θα ήταν μία ανάπτυξη πολύ πιο βολονταριστική, με τη βοήθεια των δημοσίων θεσμών, ώστε να δημιουργηθούν ανοικτές βάσεις δεδομένων, που σημαίνει συλλογικές πλατφόρμες για το δωρεάν διαμοιρασμό των στοιχείων. Είναι θέμα τεχνικό και οικονομικό ταυτόχρονα. Όμως, είναι επίσης ένα ζήτημα αξιοπιστίας του κόσμου της επιστήμης και τελικά κοινωνικής αποδοχής των θεσμών που πλαισιώνουν την έρευνα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσεται το μοντέλο των «ανοικτών δεδομένων», που σημαίνει τη δυνατότητα της πρόσβασης σε ηλεκτρονικές επιστημονικές εκδόσεις, αλλά και σε άρθρα εκδόσεων, τα οποία έχουν καταστεί προσβάσιμα δωρεάν, δια μέσου των

πανεπιστημίων και των βιβλιοθηκών. Ο διαμοιρασμός των πηγών ανάμεσα σε πανεπιστήμια και πλατφόρμες είναι λοιπόν το μέλλον. Παραμένουν, εντούτοις, δύο δυσεπίλυτα προβλήματα. Το πρώτο είναι κοινό σε όλες τις επιστημονικές εκδόσεις, όλων των κλάδων, και αφορά τον ανεπαρκή έλεγχο ως προς το ουσιαστικό ενδιαφέρον των άρθρων. Πρόσφατα, το περιοδικό Asian Journal of Medecine δημοσίευσε, χωρίς δισταγμό, ένα άρθρο στα όρια της φάρσας, για τη σχέση ανάμεσα στην λήψη εξαχλωροκίνης και στα ατυχήματα με πατίνια. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι υπάρχει μία επικίνδυνη εξέλιξη σε σχέση με τα κονδύλια χρηματοδότησης των επιστημονικών εκδόσεων. Στο κλασικό μοντέλο, οι επιστημονικές εκδόσεις αγοράζονταν από τους αναγνώστες. Έπειτα, σε δεύτερο χρόνο, χρηματοδοτούνταν όλο και πιο άμεσα από τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, οι οποίες λάμβαναν στη συνέχεια τα χρήματα των συνδρομών. Το γεγονός αυτό είναι προβληματικό, αφού έτσι χρηματοδοτείται η έρευνα σε δύο χρόνους, μία κατά την διενέργειά της, και μία κατά την διάχυσή της. Τέλος, στο πιο σύγχρονο μοντέλο, το οποίο αναπτύσσεται ραγδαία ιδιαίτερα στις αναδυόμενες χώρες αλλά όχι μόνο, τα άρθρα πληρώνονται από τους ίδιους τους ερευνητές. Πρόκειται για ένα είδος δικαιώματος συμμετοχής, που μεταθέτει το κόστος στους ίδιους τους ακαδημαϊκούς! Ο διάβολος κρύβεται συχνά στις λεπτομέρειες…

*Μετάφραση: Νικόλας Κουντούρης

**Ο Jean - Pierre Gaudin είναι Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Aix-en-Provence

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0