Στην αντεπίθεση πέρασε η πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου κάνοντας λόγο για "ορισμένα πρόσωπα, τα οποία παραπληροφορούν τους Έλληνες πολίτες, προσπαθώντας να κλονίσουν την εμπιστοσύνη τους προς τον θεσμό και προς το πρόσωπό μου". Η ανώτατη δικαστικός μάλιστα αποδίδει τις επιθέσεις που δέχεται στο ότι, προφανώς, 'ενοχλούνται', διότι, με την ευσυνείδητη άσκηση των καθηκόντων μου, εμποδίζω μεγάλα διαπλεκόμενα συμφέροντα".
Η επικεφαλής του Αρείου Πάγου ξεκαθαρίζει ότι από το κείμενο του νόμου 4356/2015, που της έδωσε την αρμοδιότητα άσκησης πειθαρχικής δίωξης, σαφώς προκύπτει ότι "όλα τα έχοντα αρμοδιότητα άσκησης πειθαρχικής δίωξης όργανα είναι μονοπρόσωπα και είναι απολύτως ανακριβές ότι μέχρι τώρα το δικαίωμα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου είχαν μόνον πολυπρόσωπα όργανα, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται στο πλαίσιο της προσπάθειας παραπληροφόρησης".
"Απολύτως ανακριβή" χαρακτηρίζει επίσης τον ισχυρισμό ότι κρίνει και τον ελεγχόμενο στον οποίο ασκεί την πειθαρχική δίωξη "δεδομένου ότι «δεν μπορούν να μετάσχουν σε πειθαρχικό συμβούλιο ή δικαστήριο, για την εκδίκαση ορισμένης πειθαρχικής υπόθεσης, εκείνοι που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη ή έχουν ενεργήσει την ανάκριση, στην ίδια πειθαρχική υπόθεση» (άρθρ. 97 παρ. 5 του ιδίου ως άνω νόμου)".
Όσον αφορά την υπόθεση της εισαγγελέα Εφετών Γεωργίας Τσατάνη η πρόεδρος του Αρείου Πάγου τονίζει ότι "οι επικαλούμενοι ως λόγοι εξαίρεσης, που δημιουργούν δήθεν υπόνοια μεροληψίας σε βάρος μου, ότι δηλαδή ανέλαβα η ίδια τη διενέργεια της πειθαρχικής έρευνας, μετά από υπόδειξη από τους Κύπριους αξιωματούχους, ή ότι έχω σχέση γνωριμίας μαζί τους ένεκα της ιδιότητάς μου, ως πρώην υπηρεσιακής πρωθυπουργού ή ότι διατηρώ σχέση υπηρεσιακής συνεργασίας με τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης κ. Παπαγγελόπουλο δεν χρήζουν καν απάντησης, διότι, εάν οι τυπικές υπηρεσιακές σχέσεις ή η απλή γνωριμία εκτιμηθούν ως λόγοι εξαίρεσης, τότε όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί θα πρέπει να εξαιρούνται."
Η Β. Θάνου ωστόσο τονίζει ότι έδωσε τελικά την υπόθεση σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου "προς διαφύλαξη του κύρους και της αξιοπιστίας τόσο της θεσμικής μου θέσης όσο και της Δικαιοσύνης γενικότερα", παρά το γεγονός ότι διατηρούσε πάντα άριστες σχέσεις με τη Γ. Τσατάνη, ενώ δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους Κύπριους εισαγγελείς.
Όσον αφορά τη μήνυση κατά του καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη, η πρόεδρος του Αρείου Πάγου υπερασπίζεται την επιλογή της τονίζοντας ότι έχει το δικαίωμα να μηνύσει κάποιον "όταν αυτός υπερβαίνει τα οριζόμενα από το Σύνταγμα και τους νόμους όρια της ελευθερίας της έκφρασης και κατά τρόπο απρόκλητο προσβάλλει την προσωπικότητά της με φράσεις εξυβριστικές και μειωτικές".
Διαβεβαιώνει τέλος τους πολίτες ότι "πρέπει να συνεχίσουν να εμπιστεύονται τους Έλληνες δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ασκούν το λειτούργημά τους με ακεραιότητα και σοβαρότητα, έχοντας πλήρη συναίσθηση των καθηκόντων τους, και διαθέτουν το σθένος ώστε να αγνοούν τις τυχόν παρεμβάσεις ή πιέσεις από οποιονδήποτε και αν προέρχονται".