Μια ιδιότυπη «γραμματική» ακολουθούν, μεσούσης της προεκλογικής περιόδου, «έγκυροι» εκπαιδευτικοί σχολιαστές, απ'αριστερά και δεξιά, που έχουν θέσει ως πρωταρχικό στόχο τους τη δυσφήμιση και τον ευτελισμό της εκπαιδευτικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Επινόησαν λοιπόν μια νέα, πρωτότυπη χρήση του παρακειμένου που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε με τον όρο «αποδομητικός παρακείμενος». Έτσι, όταν αναφέρονται στα «πεπραγμένα» της τελευταίας κυβέρνησης στο μικρό διάστημα της θητείας της, σ' αυτά δηλαδή που «έχουν γίνει» ως τώρα (ας μην ξεχνάμε ότι ο παρακείμενος εκφράζει αυτό που έχει συντελεστεί), εξαντλούν κάθε μέσο για να υποβαθμίσουν τη σημασία τους. Η κατάργηση του «νέου λυκείου» των εξαντλητικών εξετάσεων και της «τράπεζας θεμάτων» χαρακτηρίζεται άτολμη και επουσιώδης. Το ξεδόντιασμα της αξιολόγησης και του πειθαρχικού δικαίου των εκπαιδευτικών εμφανίζεται ως πράξη δειλή και ατελής. Η επαναπρόσληψη των εκπαιδευτικών που είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα ή είχαν απολυθεί αρχικά εμφανίστηκε ως ουτοπική, στη συνέχεια«αναπόφευκτη» και σε κάθε περίπτωση επισφαλής και αβέβαιη. Η καθιέρωση της συμμετοχής, τέλος, του συλλόγου των εκπαιδευτικών στην επιλογή των διευθυντών του σχολείου, αν δεν ήταν επιχείρηση κομματικής άλωσης της διοίκησης, σίγουρα λειτούργησε «αποπροσανατολιστικά» για τους εκπαιδευτικούς. Γενικά, σκιαγραφείται με τέτοιου είδους ρηματικές διατυπώσεις μια εκπαιδευτική πολιτική που όχι μόνοδεν έλυσε στοιχειωδώς εκπαιδευτικά ζητήματα αλλά, αντίθετα, συνέχισε την πορεία των προηγούμενων, μνημονιακών, κυβερνήσεων.
… και «σχετλιαστικός»τελετεσμένος μέλλοντας
Οι ίδιοι σχολιαστές, όταν αναφέρονται στο «τι μέλλει γενέσθαι» στην εκπαίδευση, ιδίως στην περίπτωση που επανέλθει στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, προσφεύγουν σε ένα εξίσου καινοφανές είδος τετελεσμένου μέλλοντα, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «σχετλιαστικός». Κάθε αναφορά στο τι «θα έχει συμβεί» σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο συνοδεύεται από μια γερή δόση σχετλιασμού. Κραυγές αγανάκτησης, θρήνοι, οιμωγές και οδυρμοί γι' αυτό που «θα έχει συντελεστεί», αναπόδραστα και μοιραία, ειδικά στην περίπτωση που θα προκύψει κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Σ' αυτό το πλαίσιο, φαίνεται πως δεν αρκεί η αναφορά σε όσα προβλήματα όντως θα προκαλέσει στην εκπαίδευση η εφαρμογή της τελευταίας συμφωνίας με τους δανειστές. Πρέπει αυτά να διογκωθούν υπέρμετρα, πέρα από τα προσδοκώμενα, αλλά και να επινοηθούν ευφάνταστα και άλλα. Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς ότι η χρήση του παρακειμένου για να περιγραφεί αυτό που έχει όντως συμβεί στο τελευταίο επτάμηνο δεν δένει λογικά με τις ζοφερές μαντείες που επιστρατεύεται να παρουσιάσει ο τετελεσμένος μέλλοντας ως το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Για να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, πρώτο βήμα είναι η αποδόμηση του τι έχει συμβεί ως τώρα. Έτσι, αναμένεται να γίνει πιο εύπεπτος και πιστευτός ο σχετλιασμός που καλείται να διασπείρει ο «τετελεσμένος» μέλλοντας.
Ιθαγένεια και εκπαίδευση
Η κατάθεση στη Βουλή του νέου νόμου για την ιθαγένεια από την απελθούσα κυβέρνηση και η τελική ψήφισή του αποτελεί σημαντικό σταθμό στην πορεία της χώρας προς την εξασφάλιση της ισονομίας και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πραγματώθηκε έτσι μια ακόμα από τις βασικές προεκλογικές εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς αναγνωρίζεται πλέον έμπρακτα η ιδιότητα του έλληνα πολίτη σε ανθρώπους που ούτως ή άλλως αποτελούν χρόνια τώρα οργανικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Η διαδικασία της αναγνώρισης συνδέεται άμεσα και με την εκπαίδευση, καθώς ο νέος νόμος συμβάλλει στην αποκατάσταση της δυνατότητας κτήσης ιθαγένειας από ένα σημαντικό αριθμό παιδιών μεταναστών δεύτερης γενιάς. Όπως τόνισε ο Βοηθός Συνήγορος για τα Δικαιώματα του Παιδιού στην παρέμβασή του στη Βουλή, για τα παιδιά δεύτερης γενιάς που φοιτούν στο ελληνικό σχολείο είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει η ασφάλεια και η προοπτική ότι μπορούν να προσβλέπουν σε ισότιμη πρόσβαση στην κοινωνική ζωή και στην αγορά εργασίας. Ως θετικό στοιχείο θεώρησε επίσης την πρόβλεψη ότι τα παιδιά όσων αποκτούν ιθαγένεια, λόγω γέννησης ή φοίτησης, καθίστανται και τα ίδια αυτοδίκαια Έλληνες, χωρίς άλλη ενέργεια. Τέλος, ο Βοηθός Συνήγορος «εξέφρασε τον προβληματισμό για τη χρήση του όρου "επιτυχής" ολοκλήρωση της φοίτησης (6ετούς δευτεροβάθμιας ή 9ετούς συνολικά) η οποία απαιτείται για την κτήση της ιθαγένειας, αφού υπάρχουν παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που ενδεχομένως δεν προάγονται στην επόμενη τάξη λόγω ακριβώς των ειδικών εκπαιδευτικών τους αναγκών». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «το σημαντικό είναι να φοιτούν στο σχολείο και όχι αναγκαστικά να προάγονται».
Οι διακρίσεις στη Βουλή και στη ζέουσα πραγματικότητα
Στην αντιμετώπιση των διακρίσεων στο χώρο του σχολείου επικεντρώθηκε η συζήτηση των εφήβων βουλευτών την προηγούμενη Τετάρτη, στο πλαίσιο της Α΄ Συνεδρίασης της Βουλής των Εφήβων. Ο εφηβικός λόγος επεκτάθηκε πέρα από τις συμβατικότητες των προγραμματισμένων εισηγήσεων, καθώς η συζήτηση διευρύνθηκε μεταξύ των παρισταμένων και εμπλούτισε τον κοινό προβληματισμό αναδεικνύοντας πτυχώσεις που έδειχναν ανάγλυφα το εύρος των προβλημάτων που ταλανίζουν τη σχολική κοινότητα. Οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, ο εκφοβισμός, η περιθωριοποίηση, η άσκηση βίας και η θυματοποίηση, τα προβλήματα των ανάπηρων παιδιών και νέων, οι δυσκολίες της νησιωτικότητας και των δυσπρόσιτων περιοχών χρωμάτισαν με αδρούς τόνους τον καμβά των διακρίσεων. Την ίδια στιγμή, έξω από το χώρο της Βουλής, στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας, συντελείται -«εν διελεύσει» ή «εν στάσει»- το μεγάλο δράμα των προσφύγων, με τις κάθε είδους αρνητικές διακρίσεις στην πιο ακραία τους έκφανση. Σε ακριτικά νησιά και παραμεθόριες περιοχές, από την Κω ως την Ειδομένη, αλλά και πέρα από τα σύνορα της χώρας, η ζωή και η αξιοπρέπεια των συνανθρώπων μας προσφύγων καταντά παίγνιο οικονομικών και πολιτικών –συχνά και προεκλογικών- σκοπιμοτήτων. Είναι ευχής έργο που η ΟΛΜΕ, αλλά και πρωτοβάθμια σωματεία εκπαιδευτικών όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων, έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες για την υλική και ηθική υποστήριξη των προσφύγων, ιδίως των παιδιών. Η ανάπτυξη πρωτοβουλιών στο χώρο του σχολείου σε συνεργασία με τις μαθητικές κοινότητες και τους γονείς, μπορεί να δώσει το καλύτερο παράδειγμα στη νέα γενιά για το τι σημαίνει αρνητική διάκριση και πώς μπορεί έμπρακτα να αντιμετωπιστεί.