Μουλιανίτης Βασίλης*
Γούλας Βαγγέλης**
Γιαννόπουλος Κωνσταντίνος***
Το κοινό, μαζικό, υποχρεωτικό σχολείο -παρά τα ευτράπελα που κατά καιρούς γράφονται για μαζική εκπαίδευση στην αρχαία Ελλάδα ή Αίγυπτο - αποτελεί δημιούργημα του Διαφωτισμού και μέσο για την απομάγευση του κόσμου. Αυτό αποτελεί τον πυρήνα της ιδρυτικής του συνθήκης. Οι νέοι άνθρωποι πρέπει να αποκτήσουν ερμηνευτικά σχήματα του κόσμου που τους περιβάλει με βάση την επιστήμη και τον ορθό λόγο και με άξονες τη δημοκρατία, την ελευθερία, την εθνική ανεξαρτησία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Έτσι θα διαμορφωθούν σε πολίτες ικανούς να υπηρετούν τις αξίες αυτές και να αγωνίζονται για την πρόοδο της κοινωνίας στην οποία ζουν αλλά και για οικουμενικά ιδανικά. Το καθήκον αυτό το ανέλαβε το κράτος, καθιστώντας την εκπαίδευση από τα τέλη του 19ου αιώνα υποχρεωτική. Σαφώς η πορεία αυτή χαρακτηρίζεται από διαφορές και διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους εθνικούς σχηματισμούς που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ασπάστηκαν τον Διαφωτισμό, αλλά και με σημαντικές διαφορές στο περιεχόμενο και τον προσανατολισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ωστόσο, τα βασικά του χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν προηγουμένως διατηρούνται τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 70.
Αποτελεί κοινό τόπο -ανεξαρτήτως προσήμου - ότι η κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόζεται εδώ και τρεις-τέσσερις δεκαετίες από το σύνολο σχεδόν των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών χαρακτηρίζεται από την προσαρμογή του σχολείου «στις απαιτήσεις της αγοράς» και τον περιορισμό της κρατικής δαπάνης. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά αποτελούν μια ενιαία διαδικασία στον πυρήνα της οποίας βρίσκεται η νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την αποδόμηση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης.
Η διαδικασία αυτή στοχεύει στην εγκαθίδρυση μιας χαλαρής σχέσης με τη γνώση και τη μάθηση. Στο σχολείο μαθαίνει κανείς ό,τι θέλει, όταν θέλει και όπως το θέλει. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστική η φράση του Α. Π. «Ο μαθητής μπορεί να διαμορφώσει το δικό του κοσμοείδωλο, τη δική του κοσμοθεωρία, τη δική του άποψη για τον κόσμο...». Η χαλαρή σχέση με τη γνώση αναδιατάσσει τις ενδοεκπαιδευτικές διαδικασίες. Δηλαδή: α) δεν υφίσταται συγκεκριμένη ύλη, την οποία ο μαθητής οφείλει να κατανοήσει, β) ο εκπαιδευτικός δεν καθοδηγεί τον μαθητή, αλλά απλά διαμορφώνει τα παιδαγωγικά περιβάλλοντα ώστε να μάθει ο καθένας ό,τι και όπως το θέλει, γ) το σχολείο μετατρέπεται σε «παιδική χαρά», στην οποία ανταλλάσσονται ισοβαρείς γνώμες και εμπειρίες ανεξάρτητα από την ορθότητά τους (όλοι έχουν δίκιο). Τα παραπάνω έχουν ως συνέπεια την ασφυξία του εκπαιδευτικού, τη σύγχυση των μαθητών και την απόγνωση των γονιών. Το αποτέλεσμα είναι να τελειώνει ένα παιδί το δημοτικό σχολείο χωρίς να έχει μάθει τα στοιχειώδη (π.χ. ανάγνωση, υπέρβαση δεκάδας, προπαίδεια). Μέσα από έναν καταιγισμό εικόνων1, μεταφυσικών αναγνώσεων (π.χ. το πετρέλαιο μαγειρεύει) και ασύνδετων συναφειών (διαθεματικότητα) το «έξυπνο σχολείο» βγάζει αναλφάβητους αποφοίτους, το «νέο σχολείο» οδηγεί τους μαθητές σε προνεωτερικές αναγνώσεις και ερμηνείες του κόσμου.
Από αυτή την άποψη η διαφημιζόμενη προσαρμογή του σχολείου «στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της αγοράς» δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από τη νομιμοποίηση της (δομικής) ανεργίας του ύστερου καπιταλισμού, αφού αν κάποιος δεν έχει μάθει να κάνει τίποτε μέσα στο «έξυπνο» και το «νέο» σχολείο, τότε είναι άξιος της μοίρας του... Ταυτόχρονα εντείνει τις ταξικές ανισότητες, αφού το σχολείο δεν παρεμβαίνει πλέον αντισταθμιστικά, αλλά παρακολουθεί απλώς την πορεία κάθε μαθητή.
Από παιδαγωγικής σκοπιάς η κατάσταση αυτή μπορεί να αναγνωστεί ως παιδική κακοποίηση. Το σημερινό σχολείο πειθαναγκάζει την πλειοψηφία των μαθητών σε μια ηδονιστική απομύζηση της καθημερινότητας, αφαιρώντας τους κάθε δυνατότητα και ικανότητα να κατανοήσουν τον κόσμο και τη θέση τους μέσα σ' αυτόν, να θαυμάσουν και να συνεχίσουν τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού, της τέχνης και της επιστήμης. Μοιάζει με mac-τάδε που οδηγεί στην παχυσαρκία, σ' ένα tittytaintment2 που απολήγει στην πνευματική αποχαύνωση. Αποτελεί ένα τσίρκο εκγύμνασης πελατών και όχι δημιουργικό χώρο διαμόρφωσης πολιτών. (Οι πρόσφατες προτάσεις του Υπουργού Παιδείας για το Δημοτικό Σχολείο επιβεβαιώνουν τα παραπάνω και δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για το χαρακτήρα του σχεδιασμού και των στόχων του.)
Για τους λόγους αυτούς (και για χίλιους δύο άλλους που ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει να εκθέσουμε) το σημερινό σχολείο πρέπει να αλλάξει «αμελητί»'. Γνωρίζουμε πως δύο είναι οι τομείς που συγκροτούν το πλαίσιο λειτουργίας του σχολείου: α) η (εφαρμοζόμενη κάθε φορά) εκπαιδευτική πολιτική και β) η παιδαγωγική λειτουργία του σχολείου. Το πλήθος εντολών, οι αλληλοεπικαλυπτόμενες δράσεις, τα χρηματοδοτούμενα (για λίγους) προγράμματα που ζητούν την υλοποίησή τους από τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές δεν καταφέρνουν να χαράξουν έναν σαφή προσανατολισμό για το πού θέλουμε να πάνε τα πράγματα. Η λογική του αχταρμά3 και η παιδαγωγική σύγχυση δεν αφήνουν περιθώρια για το τι πρέπει να μάθει ένας μαθητής τελειώνοντας μια συγκεκριμένη τάξη του δημοτικού. Ωσάν πελάτης, ο μαθητής περιφέρεται στα ράφια της εκπαιδευτικής πολιτικής και επιλέγει αυτό που θα του τραβήξει την προσοχή να ασχοληθεί χωρίς ειρμό σκέψης και δράσης. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως όλη η εκπαιδευτική πολιτική στο σημερινό δημοτικό σχολείο είναι ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Διαρκεί όσο χρηματοδοτείται το πρόγραμμα και όταν αυτό τελειώσει ζούμε με την ελπίδα ενός νέου προγράμματος με πιθανώς νέες κατευθύνσεις. Παράλληλα, η κοινωνική πραγματικότητα στα σχολεία εκδηλώνεται με παιδιά που προσέρχονται νηστικά, αβοήθητα και σαφώς ανήσυχα λόγω της κατάστασης που βιώνουν στα σπίτια τους.
Απέναντι σε όλα αυτά θα πρέπει να προταχθεί μια άλλη οπτική για την εκπαίδευση, η οποία να στηρίζεται σε μια άλλη εκπαιδευτική πολιτική και μια σύστοιχη με τους στόχους της παιδαγωγική. Βεβαίως γνωρίζουμε ότι οι αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα δε μπορεί να γίνουν εν μια νυκτί και μάλιστα στη συγκεκριμένη συγκυρία. Μπορούν να διακριθούν σε άμεσες και μακροπρόθεσμες. Οι δεύτερες σχετίζονται με την αλλαγή του Αναλυτικού Προγράμματος και τη συγγραφή νέων εγχειριδίων. Αυτό μπορεί να ξεκινήσει από την επομένη της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και να ολοκληρωθεί σε βάθος τριετίας. Οι άμεσες ενέργειες είναι κατά την άποψή μας οι ακόλουθες:
1. Να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για τη λειτουργία του σχολείου. Αυτό αφορά τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και τη χρηματοδότηση. Πιο συγκεκριμένα: α) ένα πρόγραμμα για την ικανοποιητική διατροφή και ένδυση των μαθητών, των οποίων οι οικογένειες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, β) ένα συμβόλαιο τιμής ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και τους εκπαιδευτικούς το οποίο θα αφορά στην ηθική και υλική αναγνώριση, το σεβασμό του έργου των εκπαιδευτικών, την παροχή επιστημονικής και παιδαγωγικής στήριξης καθώς και τη διαμόρφωση δομών, οι οποίες συναινετικά θα εγγυώνται την αντικειμενικότητα, τη σοβαρότητα και τη διαφάνεια των διαδικασιών (κρίσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις, επιλογές στελεχών). Η πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα απομακρυνθεί από όλες εκείνες τις πρακτικές επιλογής στελεχών εκπαίδευσης με αδιαφανή κριτήρια ή κομματικές σκοπιμότητες και διαβλητές διαδικασίες επιλογής. Θα αποφύγει παλινωδίες, μονομερείς και πρόχειρες αποφάσεις διοικητικού χαρακτήρα παρά ή και ενάντια στη θέληση των εκπαιδευτικών και θα καταργήσει άμεσα το ισχύον απαράδεκτο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων, γ) να καλυφθούν με διορισμούς όλα τα οργανικά κενά με τήρηση της σχέσης δασκάλου-μαθητών 1: 25, δ) να διασφαλιστεί ένα απαραίτητο ποσό για τη λειτουργία του σχολείου (κυρίως για θέρμανση, καθαριότητα και γραφική ύλη). Όχι άλλους προτζέκτορες!
2. Αξιοποίηση των διαφόρων ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Είναι γνωστό πως η πληθώρα ευρωπαϊκών προγραμμάτων έχει συμβάλλει αποφασιστικά στη σημερινή κατάσταση του σχολείου και τη διαμόρφωση του «σχολείου της αγοράς». Το σύνολο αυτών των προγραμμάτων εφαρμόστηκε χωρίς καμία σύνδεση με τις ανάγκες των μαθητών και των εκπαιδευτικών από δεκάδες φορείς που δημιουργούνταν «εν μια νυκτί» και εξαφανίζονταν για να δημιουργηθούν άλλοι. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι φορείς αυτοί στελεχώνονταν από τους ίδιους και ξανά τους ίδιους ανθρώπους. Είναι ανάγκη άμεσα: α) να καθιερωθεί ως μοναδικό και αποκλειστικό κριτήριο υλοποίησης τέτοιων προγραμμάτων η συνάφεια με τους στόχους του σχολείου και η βοήθεια που προσφέρουν στην επίτευξη αυτών των στόχων, β) να μη λειτουργούν παράλληλα και ανεξάρτητα από το πρόγραμμα του σχολείου και γ) να μην αποτελούν κριτήριο αξιολόγησης και «προσόν» κατάληψης θέσης στελέχους στην εκπαίδευση.
3. Να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι στόχοι του σχολείου για τους μαθητές κάθε τάξης. Οι διαθεματικές ανοησίες μπορούν να τοποθετηθούν στη θέση που τους αξίζει: στο καλάθι των αχρήστων! Οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν, αλλά και να μπορούν να διαπιστώσουν αν κατακτήθηκαν οι προβλεπόμενοι στόχοι, δηλαδή αν υπάρχουν οι βασικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στην επόμενη βαθμίδα της σχολικής γνώσης. Προφανώς υπάρχουν δυσκολίες που έχουν να κάνουν με τα σχολικά βιβλία, τις αντιλήψεις που έχουν καλλιεργηθεί για χρόνια, αλλά και συμφέροντα που έχουν επενδυθεί στον διαθεματικό αχταρμά. Ωστόσο ο προσδιορισμός των στόχων μπορεί να απελευθερώσει εκπαιδευτικούς και μαθητές, να κινητοποιήσει τους γονείς και κυρίως να δρομολογήσει μια πορεία προς τη γνώση.
4. Να υπογραμμισθεί πως ένας απ' τους βασικούς στόχους του σχολείου είναι η άμβλυνση των ανισοτήτων που για κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτιστικούς κ.α. λόγους φέρνουν μαζί τους οι μαθητές στο σχολείο. Αυτό σημαίνει: α) να αποδομηθεί ο ακραίος νεοφιλελεύθερος λόγος περί «διαφορετικότητας», ο οποίος έχει συμβάλλει τα μέγιστα στην ένταση της ταξικότητας του σχολείου, ενοχοποιώντας τους μαθητές για τις «επιδόσεις» τους, αφού χρεώνει σε αυτούς ως εγγενή και μη αναγώγιμα τα χαρακτηριστικά του κοινωνικό-οικονομικού και πολιτιστικού περιβάλλοντός τους και β) να προβλεφθούν και να υλοποιηθούν από το σχολείο δράσεις, οι οποίες θα βοηθήσουν τους μαθητές που μειονεκτούν να κατακτήσουν τη σχολική γνώση.
5. Να υπάρξει άμεσα όλο εκείνο το πλαίσιο που απαιτείται ώστε – στην πράξη! – ο Σύλλογος διδασκόντων να αποτελέσει το κυρίαρχο όργανο του σχολείου, άρα και το όργανο που έχει την ευθύνη της λειτουργίας και της επίτευξης των στόχων στις συγκεκριμένες συνθήκες λειτουργίας του κάθε σχολείου. Αυτό σημαίνει πως οι νεοφιλελεύθερες και αντιδραστικές προτάσεις για τους «Διευθυντές – μάνατζερ» πρέπει να αποβληθούν από την εκπαίδευση και οι εκπαιδευτικοί να μπορούν σε κλίμα δημοκρατίας να σχεδιάσουν, να υλοποιήσουν και να εκτιμήσουν τα αποτελέσματα της διδασκαλίας τους. Αυτό προϋποθέτει την άσκηση πολιτικής από το Υπουργείο Παιδείας και όχι την υλοποίηση της «΄Εκθεσης ΟΟΣΑ», με βάση την οποία – και τις αντίστοιχες αξιολογήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής- έχουν υλοποιηθεί ως τώρα οι συντηρητικές αναδιαρθρώσεις στο σύνολο της εκπαίδευσης. Άμεσα πρέπει να καταργηθεί το νομοθετικό πλαίσιο «Αξιολόγησης» που με αιχμή το Π.Δ. 152/2013 συγκροτεί ένα αυταρχικό-νεοφιλελεύθερο πλέγμα ενοχοποίησης των εκπαιδευτικών και αποδιοργάνωσης του εργασιακού βίου αλλά και της λειτουργίας του σχολείου.
6. Να διατυπωθεί ρητά και σ' όλους τους τόνους ότι το σχολείο βρίσκεται εκεί για να βοηθήσει τους μαθητές να μάθουν. Αυτό προϋποθέτει μια απλή παραδοχή: στο σχολείο υπάρχουν κάποιοι που ξέρουν (εκπαιδευτικοί) και κάποιοι που δεν ξέρουν και για το λόγο αυτό πηγαίνουν εκεί (μαθητές) Το κυρίαρχο και ως έναν βαθμό αδιάβροχο οικογενειακό φαντασιακό, σύμφωνα με το οποίο κάθε γονιός έχει και από ένα παιδί-θαύμα που το στέλνει στο σχολείο για να επιδείξει στους άλλους τα φοβερά και τρομερά του προσόντα, πρέπει να υποχωρήσει. Αυτό δε σημαίνει επ' ουδενί υποτίμηση των όποιων ικανοτήτων φέρνουν μαζί τους οι μαθητές ή ότι οι γονείς δεν πρέπει να έχουν λόγο για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Απλά χρειάζεται να αποσαφηνιστούν τα πεδία και τα όρια της παρέμβασης των.
7. Προαιρετικός χαρακτήρας όλων των θρησκευτικών δογμάτων, ήτοι, εφόσον διατυπωθεί από ικανό αριθμό γονέων αίτημα να διδάσκονται τα παιδιά τους το τάδε δόγμα να υπάρχει η δυνατότητα αυτό να γίνει πράξη με ευθύνη του αντίστοιχου θρησκευτικού φορέα, με σεβασμό στα άλλα δόγματα και σαφώς με παιδαγωγικούς όρους.
Τα παραπάνω, όπως είναι φανερό, ‘'είναι επακριβώς κοστολογημένα'', απαιτούν μ' άλλα λόγια την ύπαρξη πολιτικής βούλησης και την απελευθέρωση κινηματικών διαδικασιών στο χώρο της εκπαίδευσης. Οι διαδικασίες αυτές θα φέρουν στην επιφάνεια νέες δυνάμεις και προτάσεις, θα κάνουν πιο ορατές λύσεις που σήμερα φαντάζουν ανύπαρκτες, κυρίως όμως θα διευρύνουν τις κοινωνικές δυνάμεις που θα στηρίξουν μια κυβέρνηση της αριστεράς στο πεδίο των αναπόφευκτων συγκρούσεων. Μοναδική προϋπόθεση η πολιτική ηγεσία να μην φαντάζεται ή να μην επιδιώκει να είναι (στο σύνολό τους) πάντα σύμφωνες με τις δικές της απόψεις. [
1 Πλειός Γιώργος, Πολιτισμός της εικόνας και εκπαίδευση, εκ. Πολύτροπον, Αθήνα, 2005
2 Μισεά ΖΑΝ- Κλωντ, Η εκπαίδευση της Αμάθειας, εκ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002
3 Νούτσος Μπ., «Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών: η ιδεολογία του αχταρμά», Εκπαιδευτική Κοινότητα, τχ. 67 (2003)
*Δρ παιδαγωγικής ΠΤΔΕ Παν. Ιωαννίνων
**Δρ παιδαγωγικής ΦΠΨ Παν. Ιωαννίνων
***Δρ παιδαγωγικής ΦΠΨ Παν. Ιωαννίνων