Αντισυνταγματικές κρίθηκαν από την ολομελεια του ΣτΕ οι περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις των πανεπιστημιακών. Η απόφαση δεν έχει αναδρομική ισχύ, όπως ίσχυε για τους δικαστικούς και τους ένστολους, εκτός από τις περιπτώσεις των τριών καθηγητών που προσέφυγαν στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο.
Οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν ότι "δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να επιβαρύνει πάντοτε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών.
Στην απόφαση επίσης σημειώνεται ότι "ναι μεν ο νομοθέτης δύναται να λαμβάνει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών εις βάρος όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο", αλλά σημειώνεται ότι "η εξουσία του αυτή δεν είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων".
Το ΣτΕ τέλος έκρινε για τους πανεπιστημιακούς ότι "η ιδιαίτερη μισθολογική τους μεταχείριση απορρέει εμμέσως εκ της, υπό του Συντάγματος (άρθρο 16), αναγνωρίσεώς τους ως δημοσίων λειτουργών".