Ο ήλιος ξεπρόβαλε από τις φυλλωσιές και οι πρώτες αχτίδες του άνοιγαν λακκάκια στην άσφαλτο του δρόμου και τα πεζοδρόμια. Έπειτα από ημέρες, ο καιρός έδειχνε να καλοκαιριάζει και ήταν εκείνη την ημέρα που τα παιδιά έβγαιναν από τα σπίτια τους με τα κοντομάνικα μπλουζάκια τους και τα λεπτά μπουφάν περασμένα κρεμαστά στα λουριά της σχολικής τσάντας και περπατούσαν πηδηχτά προς το σχολείο. Ήταν οι ημέρες που κόντευαν να κλείσουν τα σχολεία και όλοι οι μαθητές, για την ακρίβεια σχεδόν όλοι οι μαθητές, έβλεπαν τους κόπους της χρονιάς να προσπερνούν και αυτή την τάξη. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
Το σχολείο δεν είναι το ίδιο για όλα τα παιδιά. Άλλα διαβάζουν και χαίρονται με τη γνώση, άλλα είναι ανταγωνιστικά και κυνηγάνε τους άριστους βαθμούς και κάποια άλλα για το μόνο που νοιάζονται είναι να καβαλήσουν τη χρονιά όσο πιο εύκολα και ξεκούραστα μπορούν.
… παιδιά είναι, ποιος θα τα κρίνει; Εκείνο που μετράει είναι να είναι καλά παιδιά. Να είναι υπάκουα όσο χρειάζεται, να είναι ατίθασα όσο τα παίρνει, να είναι χαρούμενα όσο περισσότερο γίνεται, να είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους. Γιατί όλοι οι άνθρωποι, όπως και τα παιδιά, έχουν και αυτά τις υποχρεώσεις τους. Αυτό είναι κάτι που συνήθως οι μεγάλοι το ξεχνάνε. Τα παιδιά όμως δεν είναι πάντα τόσο χαρούμενα όσο γίνεται και αυτό είναι μια άδικη ομοιότητα με τους μεγάλους. Μαζί με τη χαρά άλλες φορές έρχεται το άγχος, άλλες φορές η αγωνία, άλλες φορές η θλίψη. Η θλίψη για τη χρονιά που πέρασε, ακόμα και εάν δεν τους αρέσει το σχολείο, η αγωνία για την ερχόμενη χρονιά ή το άγχος για τις εξετάσεις. Το άγχος για τις εξετάσεις θα είναι μόνιμο, ακόμα και όταν αυτά θα μεγαλώσουν. Πάντα ο άνθρωπος θα ανησυχεί για τις εξετάσεις του. Ανάλογα με την ηλικία του και το είδος των εξετάσεων. Αλλά και αυτό, ποιος θα το πει στα παιδιά;
Το στερεότυπο λέει πως τα παιδιά συνήθως είναι ανέμελα και όσο μεγαλώνουν ανταλλάσσουν την ανεμελιά τους με την αδιαφορία και την απόρριψη. Γίνονται δηλαδή λίγο σνομπ. Αυτό όμως είναι ψέμα. Αλλά πώς να το εξηγήσεις στους μεγάλους; Οι μεγάλοι όσο περνούν τα χρόνια βουλιάζουν στην καθημερινότητα, χώνονται όλο και βαθύτερα στην εργασιακή ανασφάλεια, στις χαμηλές αποδοχές, στα πολλά έξοδα και στους μισθούς που δεν φτάνουν. Και κάπως έτσι, κάνουν τη ζωή των μεγάλων, αλλά και γενικά τη ζωή, να μοιάζει ένα μακρύ βασανιστήριο που δεν έχει τελειωμό. Που ξεκινά από την υποχρεωτικότητα να κάθεται ένα παιδάκι βιδωμένο σε ένα θρανίο της πρώτης δημοτικού, μέχρι και την ημέρα της συνταξιοδότησης, που ο ηλικιωμένος εργαζόμενος θα κάθεται σε ένα γραφείο με την ελπίδα πως όσα κερδίζει για τον μήνα του θα είναι αρκετά για να μην εκτεθεί σε γείτονες, φίλους ή εισπράκτορες.
Και αυτό ξέρετε, είναι ένα καλό σενάριο. Συμβαίνει μόνο εάν το παιδί δεν μπλέξει, εάν το παιδί δεν σκοτωθεί σε κάποιο σιδηροδρομικό έγκλημα ή σε κάποιο θανατηφόρο εργατικό δυστύχημα. Αυτό είναι η αγωνία για την επόμενη ημέρα. Και τα παιδιά, ξέρετε, βλέπουν και διαισθάνονται. Τα παιδιά όμως δεν πρέπει να αγωνιούν για την επόμενη ημέρα. Η ζωή λέμε -και όχι αδίκως- είναι μπροστά τους. Όχι όμως για όλα τα παιδιά. Αυτή η χρονιά θα είναι διαφορετική(;)· διότι δύο κορίτσια αποφάσισαν να πετάξουν από τον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας στο κενό προς κάπου αλλού. Διότι, όπως γράφουν, αυτή η κοινωνία που τους φτιάξαμε δεν τα χωρά.
Και αυτά είναι παιδιά… πώς να τα κρίνεις; Εμείς όμως που είμαστε μεγάλοι, πώς πρέπει να κριθούμε;
