του Μιχάλη Λυμπεράτου και του Προκόπη Παπαστράτη
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια η επιστημονική παραγωγή και η έρευνα αναφορικά με την Ιστορία της δεκαετίας του 1940 συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον μίας πλειάδας νέων ερευνητών, ενώ το ενδιαφέρον αυτό έχει περάσει και στην δεκαετία του 1950 όπου η αντίστοιχη ενασχόληση παρέμενε μέχρι τώρα πολύ περιορισμένη. Στόχος του Συνεδρίου είναι να αποτυπώσει αυτή την έρευνα.
Παράλληλα έχει επίμονα καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι είναι πλήρης η παραγωγή της ιστορικής γνώσης της περιόδου της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρήθηκε μια αλλαγή του μεθοδολογικού παραδείγματος και του επιστημονικού προτύπου, στη βάση μεταμοντέρνων προσεγγίσεων, που υποβάθμισαν τον ταξικό παράγοντα και τις σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης, δημιουργώντας παρανοήσεις ή αναπαράγοντας ξεπερασμένα πλαίσια ανάλυσης.
Έτσι, μέσα από τη μονόπλευρη απόδοση ιστορικού βάρους σε δευτερεύουσες αντιθέσεις και βιώματα που αφορούσαν στην ατομική εμπειρία και αποθέωναν ως ιστορική πηγή την «μαρτυρία», αναπαράχθηκε υπόρρητα η λογική των «εγκλημάτων» της Αριστεράς, ανασταίνοντας την εποχή πριν τη μεταπολίτευση, τότε που την παραγωγή του «ιστορικού» λόγου αναλάμβανε ο στρατός και οι κρατικές Επιτροπές Ασφαλείας. Μοναδικός στόχος να αναζητηθούν οι βίαιες επιβεβαιώσεις της λογικής των «τριών γύρων», ώστε να «προστατευθεί» το έθνος και νομιμοποιηθεί ο κατατρεγμός κατά των οπαδών της Αριστεράς.
Ωστόσο, παρά τη σιγουριά κάποιων ότι οι υπάρχουσες ιστορικές αναλύσεις ολοκλήρωσαν την εικόνα της περιόδου, δεκάδες ζητήματα προκαλούν ακόμα την απορία του ιστορικού αλλά και σύγχυση στη δημόσια μνήμη. Είτε δεν επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις είτε αρκούνται σε αντιφατικές εκτιμήσεις που αφορούν στην αναπαραγωγή των παλιών σχημάτων σκέψης. Ζητήματα που αναφέρονται στην πραγματική φύση της Κατοχής από κοινωνική σκοπιά, τον τρόπο που αναπαράχθηκαν διαιωνίστηκαν και επεκτάθηκαν οι ταξικές αντιθέσεις, το πώς συντελέστηκε η παραγωγή νέων αστικών στρωμάτων, το τι εξηγεί την εμπλοκή στη Δεκεμβριανή σύγκρουση, όταν αυτή έρχεται σε πλήρη ρήξη με την προγενέστερη πολιτική της ομαλής μετάβασης της εξουσίας που προώθησε η ηγεσία της Αριστεράς, όλα είναι θέματα απολύτως ανοικτά στην έρευνα και την ερμηνεία.
Κατά τον ίδιο τρόπο, απολύτως ανεπαρκής είναι η εικόνα που διαθέτουμε για το πώς διαμορφώθηκαν οι μεταπολεμικές πολιτικές συμπεριφορές σε συνάρτηση με τις ανάγκες επιβολής των δυνάμεων Κατοχής, το τι επιχείρησε και σε ποιά εσωτερική πολιτική λογική στηρίχθηκε ο Δημοκρατικός Στρατός, καθώς και το πώς σχεδιάστηκε και προέκυψε η μεταπολεμική οικονομική και πολιτική σκηνή αλλά και οι δομές του μετεμφυλιακού κράτους.
Στα πλαίσια ανάδειξης των ζητημάτων και των αποριών που προκύπτουν διεξάγεται και το Συνέδριο «Αριστερά και Αστικός Πολιτικός Κόσμος στις δεκαετίες του 1940 και 1950» που θα πραγματοποιηθεί στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στις 17-20 Απριλίου 2013. Σειρά νέων και παλιότερων ιστορικών θα επιχειρήσουν να θέσουν εκ νέου τα ερωτήματα σε σχέση με την ιστορία της περιόδου, αναδεικνύοντας παράλληλα και την αναγκαιότητα να αναζητήσουμε ξανά το νήμα της ιστοριογραφίας της περιόδου.
Το Συνέδριο θα επιχειρήσει να αναδείξει το ζήτημα της πείνας και της εξαθλίωσης, όχι απομονωμένα, αλλά σε διασύνδεση με τα φαινόμενα πλουτισμού και παραγωγής των νέων αστικών στρωμάτων της χώρας, αναδεικνύοντας την ταξική φύση της Κατοχής. Παράλληλα, θα επιδιώξει να αναδείξει τους τρόπους που επιχειρήθηκε η διαμόρφωση της αντιστασιακής προσπάθειας στις μικρές αστικές πόλεις και την ύπαιθρο, τα διαφορετικά χαρακτηριστικά που προσέλαβε, τη συμβολή της φοιτητικής νεολαίας σε αυτήν και τις παρακαταθήκες που ενσωματώθηκαν στους μετεμφυλιακούς φοιτητικούς αγώνες. Επιπλέον, και τον τρόπο που τέθηκε μετασχηματισμένο το ζήτημα του πατριωτικού λόγου και της εθνικής ταυτότητας στο πλαίσιο του αντιφασιστικού αγώνα και το οποίο προσδιόρισε μετέπειτα την πολιτική θεωρία της ελληνικής Αριστεράς.
Επιπροσθέτως, το Συνέδριο θα ανατρέξει στις διεθνείς και εγχώριες συγκυρίες που διαμόρφωσαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού αντιστασιακού φαινομένου, ενώ θα επιχειρήσει να επανατοποθετήσει το ζήτημα «Δεκεμβριανά» και από την οπτική γωνία του διεθνούς δημοσιογραφικού λόγου, και όχι αποκλειστικά και μόνο των πολιτικών παραγόντων που ενεπλάκησαν σε αυτά. Συν τοις άλλοις, θα προσεγγίσει τον Εμφύλιο από τη σκοπιά των μικρών αγροτικών και μεσοαστικών κοινωνιών και θα διερευνήσει τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ΔΣΕ σε συνάρτηση με τον χαρακτήρα των όποιων πολιτικών στόχων έθεσε. Θα διεκδικήσει να αναλύσει το πρόβλημα της βίας στην Κατοχή και στον Εμφύλιο με άξονα τις εθνικιστικές ιδεολογίες της εποχής. Αλλά και, θα επεκταθεί και στο πώς συγκροτήθηκε το μεταπολεμικό κράτος έκτακτης ανάγκης και διαμορφώθηκαν οι εγχώριοι μεταπολεμικοί πολιτικοί συσχετισμοί, αποψιλώνοντας την εμπειρία λαϊκού κράτους που γέννησε η αντιστασιακή προσπάθεια.
Ειδικά σε σχέση με τη δεκαετία του 1950, έναν σχετικά παρθένο πεδίο έρευνας, το Συνέδριο στοχεύει να προβάλει πλευρές και ιδιαιτερότητες στον τρόπο συγκρότησης του μεταπολεμικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας, τον τρόπο συνάρθρωσης των μηχανισμών του καθώς και τις πλευρές πολιτικής καθυστέρησης που εμφάνισε. Αλλά και τις ιδεολογικές αφηγήσεις που παρήγαγε ακόμα και σε επίπεδο καλλιτεχνικής δημιουργίας, οι οποίες αντανακλούσαν τις απόπειρες αποτίμησης της εαμικής εμπειρίας. Τέλος, θα προτάξει το πώς διαμορφώθηκαν μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της μετεμφυλιακής Αριστεράς, το πώς αυτά συναρτήθηκαν με σημαντικές εξελίξεις στο επίπεδο της αστικής πολιτικής σκηνής και συνδέθηκαν με τις διεκδικήσεις για το Κυπριακό, την εποχή εκείνη που το μέλλον του νησιού συνήγειρε τα πλήθη στην Ελλάδα και αποτέλεσε το πεδίο άρθρωσης του αντικαπιταλισμού και της διεθνούς αλληλεγγύης που προσδιόρισαν τον μεταπολεμικό λόγο της ελληνικής Αριστεράς.