ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Ν. ΦΡΑΓΚΟΥ
Όταν, το 1975, ο Lou Reed κυκλοφόρησε το Metal Music Machine -ένα διπλό άλμπουμ βινυλίου που εκ πρώτης ακοής έμοιαζε σαν ο δημιουργός του να είχε πάρει πολλά βαρβιτουρικά και να έπαιζε ό,τι του έρχονταν στο κεφάλι-, τότε, λοιπόν, κριτικοί και οπαδοί, μην καταλαβαίνοντας τίποτα, βολεύτηκαν πίσω από τη φήμη πως ο Νεοϋορκέζος μουσικός ήθελε να τελειώνει με τις υποχρεώσεις του συμβολαίου του στην RCA. Τούτων δοθέντων, το άλμπουμ μπήκε στις λίστες των πιο αποτυχημένων ροκ δίσκων. Με το πέρασμα του χρόνου και με την ολοένα διευρυνόμενη γκάμα μουσικών επεξεργασιών εκ μέρους του Lou Reed φάνηκε πως τα πράγματα με το ΜΜΜ δεν ήταν καθόλου έτσι: το άλμπουμ κυριαρχείται ολοκληρωτικά από feedback και κιθαριστικές παρεμβάσεις, μιξαρισμένα σε διάφορες ταχύτητες και θόρυβο. Ας μην ξεχνάμε πως στους Velvet Underground o Reed συγχρωτίστηκε με τον κλασικοθρεμμένο John Cale και γενικώς ήρθε σε επαφή με έργα των John Cage, La Monte Young και Ιάννη Ξενάκη. Είναι αυτά τα ακούσματα που έφεραν στο φως το ΜΜΜ, αν και σε πρωτόλεια φόρμα. Το ενδιαφέρον είναι πως το 2002 ο Reed συνεργάστηκε με το εννεαμελές πειραματικό -με κλασικά όργανα- συγκρότημα zeitkratzer για να ερμηνεύσουν το ΜΜΜ σε ένα Βερολινέζικο φεστιβάλ, με εξαιρετική αποδοχή εκ μέρους του κοινού.
Είναι αυτό το έργο που οι zeitkratzer μετέγραψαν σε μουσική σύνθεση που εκτελείται από τρία πνευστά, τρία έγχορδα, πιάνο, κιθάρα και κρουστά. Η έντεχνη εκδοχή, όπως ακούγεται στο πρόσφατο Lou Reed - Metal Machine Music, είναι ομολογουμένως εντυπωσιακή!