Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είχε την τάση να παρουσιάζει υπερβολικά αισιόδοξα σενάρια για την ανάπτυξη των χωρών που ζητούσαν πολύ μεγάλα δάνεια από αυτό, σύμφωνα με ανεξάρτητους ελεγκτές.
Οι αισιόδοξες προβλέψεις έδιναν τη δυνατότητα στο ΔΝΤ να δανείσει δισεκατομμύρια δολαρίων σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ουκρανία, καθώς επέτρεπαν τη συμμόρφωση του Ταμείου με τους αυστηρούς κανόνες του, σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους ή τους στόχους του για τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ, αναφέρει το Ρόιτερς.
Οι "διορθώσεις" ωστόσο μειώνονταν ή εξαφανίζονταν κατά τον πρώτο έλεγχο του προγράμματος των χωρών, συνήθως τρεις ή έξι μήνες μετά την πρώτη έγκριση των προγραμμάτων διάσωσης. "Οι βραχυπρόθεσμες προβλέψεις για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ και τον πληθωρισμό… είχαν την τάση να είναι αισιόδοξες στις περιπτώσεις ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, που χαρακτηρίζονταν από πολύ μεγάλη χρήση των πόρων του ΔΝΤ" αναφέρει στην έκθεση που συνέταξε το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης.
Το Γραφείο ανέλυσε τις οικονομικές προβλέψεις του Ταμείου από το 2002 έως το 2011. Στις περιπτώσεις των προγραμμάτων που συνοδεύονταν από πολύ υψηλά δάνεια, το ΔΝΤ τροποποιούσε τους κανόνες του, ώστε να δίνει δάνεια που αντιστοιχούν σε υπερδιπλάσιο ποσό από τη συμμετοχή της χώρας στο Ταμείο, σε ένα μόνο έτος. Οι περιπτώσεις αυτές αντιστοιχούσαν σε πάνω από το 85% των συνολικών δανείων που έδωσε το ΔΝΤ στο παραπάνω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την έκθεση.
Το Γραφείο Αξιολόγησης διαπίστωσε, επίσης, ότι το Ταμείο υπερεκτιμούσε την ανάπτυξη και υποτιμούσε τον πληθωρισμό κατά τη διάρκεια περιφερειακών ή παγκόσμιων υφέσεων ή κατά τη διάρκεια κρίσεων σε μεμονωμένες χώρες. Η έκθεση αναφέρει πάντως ότι οι προβλέψεις του ΔΝΤ δεν ήταν γενικά μεροληπτικές και ότι οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι εμπιστεύονταν τις προβλέψεις του.
Σε δήλωση που διένειμαν, μαζί με την έκθεση, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ κυρία Κριστίν Λαγκάρντ και το προσωπικό του Ταμείου συμφώνησαν με το μεγαλύτερο μέρος των συμβουλών του Γραφείου.