Live τώρα    
The Nation / The Nation: Παραμορφώνοντας τη Ρωσία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

The Nation / The Nation: Παραμορφώνοντας τη Ρωσία

Του Στέφεν Κοέν

Η κατρακύλα σε ό,τι αφορά την κάλυψη του αμερικανικού Τύπου για τη Ρωσία, μια χώρα με ζωτική ακόμη σημασία για το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ, συνεχίζεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Αν το πρόσφατο τσουνάμι ντροπιαστικών, αντιδεοντολογικών και πολιτικά εμπρηστικών δημοσιευμάτων -ιδίως για τους Ολυμπιακούς του Σότσι, την Ουκρανία και τον πρόεδρο Πούτιν- μπορεί να αποτελεί ένδειξη, η πρακτική αυτή των ΜΜΕ φαίνεται πλέον να αποτελεί τη νέα νόρμα.

Υπάρχουν αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, όμως προκύπτει και ένα γενικό μοτίβο. Ακόμη και στους New York Times και την Washington Post, οι ανταποκρίσεις, τα σχόλια και τα εντιτόριαλ δεν υπακούουν πια σε αυστηρούς δημοσιογραφικούς κανόνες, αποφεύγοντας συχνά να δώσουν ουσιώδεις πληροφορίες τόσο για τα ίδια τα γεγονότα όσο και για το γενικότερο πλαίσιο.

Δεν διακρίνουν με σαφήνεια το ρεπορτάζ από την ανάλυση, δεν απαιτούν τουλάχιστον δύο γνώμες "ειδικών" για σημαντικές εξελίξεις ούτε δημοσιεύουν αντίθετες απόψεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα αμερικανικά ΜΜΕ είναι σήμερα απέναντι στη Ρωσία λιγότερο αντικειμενικά, λιγότερο ισορροπημένα, περισσότερο κομφορμιστικά και ελάχιστα λιγότερο ιδεολογικά από ό,τι ήταν τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.

Η κατρακύλα αυτή άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του '90, μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης. Τα αμερικανικά ΜΜΕ υιοθέτησαν τότε την αφήγηση της Ουάσιγκτον ότι οτιδήποτε έκανε ο πρόεδρος Μπορίς Γιέλτσιν ήταν στο πλαίσιο της "μετάβασης από τον κομμουνισμό στη δημοκρατία" και επομένως εξυπηρετούσε τα αμερικανικά συμφέροντα.

Αυτό περιλάμβανε την οικονομική "θεραπεία - σοκ" και τη λεηλασία ζωτικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων από τους ολιγάρχες της χώρας, μια διαδικασία που κατέστρεψε τις ζωές δεκάδων εκατομμυρίων Ρώσων. Περιλάμβανε επίσης την καταστροφή ενός εκλεγμένου κοινοβουλίου και την επιβολή ενός "προεδρικού" συντάγματος, έναν βάναυσο πόλεμο στη μικροσκοπική Τσετσενία και τη νοθεία στις εκλογές του 1996. Όταν ο Γιέλτσιν εγκατέλειψε τελικά την εξουσία το 1999, άφησε πίσω του μονοψήφια ποσοστά δημοτικότητας και μια διαλυμένη χώρα με όπλα μαζικής καταστροφής. Και παρόλα αυτά, οι περισσότεροι Αμερικανοί δημοσιογράφοι δίνουν ακόμη την εντύπωση ότι ήταν ο ιδανικός Ρώσος ηγέτης.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα ΜΜΕ ακολούθησαν μια διαφορετική αφήγηση που επικεντρώνεται σε μια ανελέητη προσπάθεια δαιμονοποίησης του Πούτιν ανεξάρτητα από τα γεγονότα. Αν η Ρωσία του Γιέλτσιν παρουσιαζόταν πάντοτε να έχει θεμιτή πολιτική και εθνικά συμφέροντα, σήμερα υποχρεωνόμαστε να πιστέψουμε ότι η Ρωσία του Πούτιν δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά.

Η Ρωσία έχει σήμερα σοβαρά προβλήματα και πολλές απωθητικές πολιτικές του Κρεμλίνου. Οποιοσδήποτε όμως βασίζεται στην κάλυψη των κυρίαρχων αμερικανικών ΜΜΕ δεν θα εντοπίσει εκεί κανένα ίχνος ή επιρροή του παρελθόντος Γιέλτσιν ή της προκλητικής αμερικανικής πολιτικής, μόνο τον αυταρχισμό του Πούτιν. Ο Ρώσος πρόεδρος δεν πιστώνεται ούτε καν τη σταθεροποίηση μιας χώρας με πυρηνικά όπλα ή τη συνεργασία με τις ΗΠΑ σε ζητήματα όπως το Αφγανιστάν, η Συρία και το Ιράν.

Δεν προκαλεί επομένως εντύπωση ότι τον Ιανουάριο η Wall Street Journal φιλοξενούσε τις δηλώσεις του ευρύτερα απαξιωμένου προέδρου της Γεωργίας Μιχαήλ Σαακασβίλι, που βάπτιζε την κυβέρνηση Πούτιν ως μια κυβέρνηση "απάτης, βίας και κυνισμού" και το Κρεμλίνο "το επίκεντρο όλων των δεινών που κατατρέχουν τη Δύση".

Για εβδομάδες η τοξική αυτή δημοσιογραφική κάλυψη επικεντρώθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σότσι και την επιδείνωση της κρίσης στην Ουκρανία. Ακόμη και πριν από την έναρξη των αγώνων, οι New York Times χαρακτήριζαν το νέο ολυμπιακό χωριό "σοβιετική δυστοπία" και προειδοποιούσε στον τίτλο της "Τρομοκρατία και ένταση, όχι αθλητισμός και χαρά". Την ημέρα έναρξης, η εφημερίδα βρήκε χώρο για τρία εχθρικά άρθρα και ένα ανάλογο εντιτόριαλ, ένα επίτευγμα που μιμήθηκε και η Washington Post. Σχεδόν κάθε αμερικανικό δημοσίευμα επέμενε ότι τα 51 δισεκατομμύρια δολάρια που η Ρωσία "σπατάλησε" για τους αγώνες αποδεικνύουν το πόσο "διεφθαρμένοι" ήταν.

Η κάλυψη που προηγήθηκε των αγώνων ήταν ακόμη χειρότερη. Η εκμετάλλευση της απειλής της τρομοκρατίας ήταν τόσο έντονη, ώστε να μοιάζει σχεδόν πορνογραφική. Ένας αθλητικογράφος χαρακτήρισε τους αγώνες "διαγωνισμό θέλησης" ανάμεσα στους "κακοποιούς" του Πούτιν και τους τρομοκράτες "εξεγερμένους".

Οι αγώνες του Σότσι πέρασαν, αλλά η δυνητικά μοιραία κρίση της Ουκρανίας παραμένει ανοιχτή. Ένας νέος ψυχροπολεμικός διχασμός μεταξύ Ανατολής και Δύσης ξεδιπλώνεται όχι στο Βερολίνο, αλλά στην καρδιά του ιστορικού πολιτισμού της Ρωσίας. Το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι μια μόνιμη αντιπαράθεση και η απειλή ενός πολέμου χειρότερου από εκείνου της Γεωργίας το 2008.

Οι κίνδυνοι αυτοί σχεδόν αγνοήθηκαν από τα εξαιρετικά επιλεκτικά, μονομερή και εμπρηστικά ρεπορτάζ του αμερικανικού Τύπου, που παρουσίασαν θετικά την πρόταση "συνεργασίας" της Ευρωπαϊκής Ένωσης θετικά ως την ευκαιρία της Ουκρανίας για δημοκρατία, ευημερία και απόδρασης από τη Ρωσία. Το μόνο εμπόδιο ήταν ο "εκφοβισμός" από τον Πούτιν και τους "λακέδες" του στο Κίεβο.

Η πιο κρίσιμη παράλειψη είναι η βάσιμη πεποίθηση της Μόσχας ότι ο αγώνας για την Ουκρανία αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο στη συνεχιζόμενη και υποκινούμενη από τη ΗΠΑ προέλαση της Δύσης προς τη μετα-σοβιετική Ρωσία. Μια προέλαση που άρχισε τη δεκαετία του '90 με την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς και συνεχίστηκε με χρηματοδοτούμενες από την Ουάσιγκτον ΜΚΟ στη Ρωσία, μια ΝΑΤΟϊκη βάση στη Γεωργία και αντιπυραυλικές εγκαταστάσεις κοντά στη Ρωσία.

Οποιεσδήποτε αμφιβολίες για τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης Ομπάμα για την Ουκρανία θα έπρεπε να έχουν παύσει μετά την αποκάλυψη των συνομιλιών της αξιωματούχου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Βικτόρια Νούλαντ και του Αμερικανού πρεσβευτή στο Κίεβο. Η δημοσιογραφική κάλυψη επικεντρώθηκε στην "γκάφα" της Νούλαντ - "να πάει να γαμηθεί η Ε.Ε.". Ομως, η ουσιαστική αποκάλυψη ήταν ότι υψηλόβαθμοι Αμερικανοί αξιωματούχοι συνωμοτούσαν για να "εκμαιεύσουν" μια νέα, αντιρωσική ουκρανική κυβέρνηση με την ανατροπή ή την αδρανοποίηση του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της. Και κάτι τέτοιο αποτελεί πραξικόπημα.

Οι Αμερικανοί βρίσκονται επομένως αντιμέτωποι με τη νέα εκδοχή μιας παλιάς ερώτησης. Ήταν η εικοσαετής προσέγγιση της Ουάσιγκτον απέναντι στη Ρωσία του τύπου "ο νικητής τα παίρνει όλα" εκείνη που διαμόρφωσε αυτή την ειδησεογραφική κάλυψη ή μήπως η επίσημη πολιτική διαμορφώνεται από αυτή τη συγκεκριμένη κάλυψη;

Για παράδειγμα ο Τζον Μακέιν στάθηκε στο πλευρό του ηγέτη ενός ακραίου εθνικιστικού κόμματος επειδή ήταν ελλιπώς ενημερωμένος από τα ΜΜΕ ή μήπως τα ΜΜΕ διέγραψαν αυτό το κομμάτι του ρεπορτάζ εξαιτίας της απερισκεψίας του; Όποια και αν είναι η εξήγηση ισχύει εδώ μια παλιά ρήση των Ρώσων διανοουμένων όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο κακές εναλλακτικές: "Και οι δύο είναι χειρότερες".

Μετάφραση: Μιχάλης Τρίκκας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0