Η αριστερόστροφη Tageszeitung του Βερολίνου θεωρεί «θλιβερή έως επικίνδυνη» τη στάση των υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι υπαγορεύεται «από τον φόβο έναντι μιας ρωσικής επίθεσης» και «από την οργή για την ευρωπαϊκή αδυναμία». Ο αρθρογράφος της υποστηρίζει ότι η Ε.Ε. «έκλεισε τα μάτια στις δυσάρεστες εξελίξεις στην Ουκρανία και έσπευσε να αποδεχθεί τη νέα κυβέρνηση στο Κίεβο, που αποτελεί βαριά υποθήκη για την ίδια την Ουκρανία και πρόκληση για τη Ρωσία. Μόνο εάν διορθώσει αυτά τα λάθη, θα μπορέσει να εμποδίσει μια νέα κλιμάκωση».
Η συντηρητική Frankfurter Allgemeine θεωρεί ότι μια διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Μόσχα, όπως ζητούν κάποιοι, είναι λάθος: «Ανοιχτή παραμένει ακόμα η απάντηση της Δύσης στη στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας στην Κριμαία. Ο αποκλεισμός της Μόσχας από τις προετοιμασίες της συνόδου κορυφής των G8 δεν δημιουργεί πρόβλημα στον Βλαντίμιρ Πούτιν. Ούτε καν ένας ενδεχόμενος αποκλεισμός από το G8 δεν θα δημιουργούσε ζήτημα. Το μόνο τρωτό σημείο της Ρωσίας είναι οι οικονομικές σχέσεις. Αν παραλύσουν οι οικονομικές σχέσεις και το δίκτυο μεταφοράς προϊόντων, τότε η Μόσχα θα βρεθεί σε δυσμενή θέση. Η Δύση όμως, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Και δεν χρειάζεται καν να αναφερθούμε στο ενδεχόμενο στρατιωτικής απάντησης».
Αλλά και η Sueddeutsche του Μονάχου αμφισβητεί το κατά πόσο ενδεχόμενη επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας θα έφερνε τα επιθυμητά αποτελέσματα: «Οι κυρώσεις χρησιμοποιήθηκαν συχνά το τελευταίο διάστημα σε χώρες με εγκληματίες αρχηγούς και είχαν μερική επιτυχία. Όμως, ως πυρηνική δύναμη, ως χώρα με δικαίωμα βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Η.Ε. και ως απαραίτητος προμηθευτής ενέργειας, η Ρωσία δεν μπαίνει σε αυτήν την κατηγορία των χωρών. Κυρώσεις σε βάρος της θα μπορούσαν να κοστίσουν πολύ σοβαρά σε αυτούς που θα τις επέβαλλαν. Διότι εάν έκλεινε η Μόσχα τις στρόφιγγες φυσικού αερίου, θα είχε τεράστιες επιπτώσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες».
Όσο για την General Anzeiger της Βόννης, θεωρεί πως ο Πούτιν γελοιοποίησε τους πάντες: «Τον πρόεδρο Ομπάμα, την καγκελάριο Μέρκελ, το ΝΑΤΟ και ιδιαίτερα την Κάθριν Άστον, που τα τελευταία πέντε χρόνια προσπαθεί να διαμορφώσει την εξωτερική πολιτική της Ε.Ε.», σημειώνει ο αρθρογράφος. «Όλους αυτούς τους τραβάει από τη μύτη ο Πούτιν στην παγκόσμια αρένα. Από την Ουάσιγκτον μέχρι τις Βρυξέλλες, οι σύμβουλοι ψιθυρίζουν ότι με στρατιωτικά μέσα δεν γίνεται τίποτα. Όποιος θέλει να διαπραγματευτεί με τη Ρωσία, θα πρέπει να έχει έναν ολόκληρο στρατό στα νώτα του. Εάν δεν τον έχει, θα πρέπει να δείξει ότι λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη Μόσχα και ότι αντιμετωπίζει τους ηγέτες του Κρεμλίνου ως ισότιμους εταίρους».