Βερολίνο. Αποστολή: Κάκη Μπαλή
Αυτές τις μέρες τίποτε «μεγάλο» δεν κινείται στη Γερμανία, εν αναμονή του εσωκομματικού δημοψηφίσματος των Σοσιαλδημοκρατών, που θα κρίνει το σχηματισμό του μεγάλου συνασπισμού. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι τα επιτελεία των κομμάτων, του υπουργείου Οικονομικών, του επιχειρηματικού και τραπεζικού κόσμου δεν συνεχίζουν να ασχολούνται με την ευρωκρίση, και με την πιο «δύσκολη» εκδοχή της, την ελληνική. Τις τρεις μέρες που μπαινόβγαινε η «Α» στις τράπεζες και τα υπουργεία, μια καινούργια ιδέα για το τι δέον γενέσθαι με την Ελλάδα δεν ακούστηκε. Ούτε για καλό ούτε για κακό.
Το γενικό πολιτικό κλίμα είναι να μην τσιγκουνεύονται τους επαίνους για τις προόδους της ελληνικής κυβέρνησης στον δημοσιονομικό τομέα και τις εκφράσεις σεβασμού στις θυσίες του ελληνικού λαού. Η Ελλάδα πρέπει να εμφανίζεται ως success story, όχι όπως το εννοεί ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, αλλά ως απόδειξη για τη σωστή διαχείριση της κρίσης από την καγκελάριο Μέρκελ και τους Ευρωπαίους εταίρους της. Επιπλέον, για να συνεχιστεί αυτό το success story, το σύνολο του πολιτικού συστήματος, πλην της Αριστεράς, πιέζει να συνεχιστούν η δημοσιονομική πειθαρχία και οι μεταρρυθμίσεις, ώστε να έχουν μακρόπνοο αποτέλεσμα. Το πόσο μακρόπνοο εξαρτάται από τον συνομιλητή: άλλοι -από τον χώρο της πολιτικής- πιστεύουν ότι θα πάρει 20 με 30 χρόνια μέχρι να αποδώσουν οι μεταρρυθμίσεις και να γίνει η Ελλάδα μια χώρα με ανταγωνιστική οικονομία, δημόσια διοίκηση που θα λειτουργεί, υψηλά ποσοστά απασχόλησης και ευημερία. Άλλοι, πάλι, από τον χώρο των τραπεζών, θεωρούν ότι εάν όλα πάνε καλά, τότε η διαδικασία αυτή θα κρατήσει δέκα χρόνια.
Μοναδική... παραφωνία σ' αυτήν τη συγχορδία είναι η φωνή της Αριστεράς. Σύμφωνα με την αντιπρόεδρο του κόμματος, Γκενίζε Λετς -η οποία πιθανότατα θα είναι και η επόμενη πρόεδρος της Επιτροπής Προϋπολογισμού στη νέα Βουλή- βεβαίως η Ελλάδα πρέπει να κάνει σοβαρές μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα, πλην όμως με τη συνταγή των «πακέτων διάσωσης» δεν πρόκειται να βγει από την κρίση. «Τα δύο πρώτα Μνημόνια βύθισαν την Ελλάδα στην ύφεση, κι αν συνεχιστεί το ίδιο πρόγραμμα η κατάσταση στη χώρα θα γίνει ακόμη χειρότερη. Αυτό που πρέπει να κάνουν οι εταίροι της Ελλάδας είναι να χρηματοδοτήσουν ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα επενδύσεων, κι αυτό που πρέπει να κάνει η Ελλάδα είναι να καταπολεμήσει επιτέλους τη φοροδιαφυγή», υποστηρίζει η Λετς. Αυτό το τελευταίο, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής το υπογραμμίζουν όλοι στο Βερολίνο, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων. Κανείς δεν δίνει καλό βαθμό στην κυβέρνηση Σαμαρά στον τομέα της φοροδιαφυγής.
Η Αριστερά είναι και το μοναδικό κόμμα στη Γερμανία που θεωρεί ότι αξίζει τον κόπο να συζητηθεί το ενδεχόμενο κουρέματος του ελληνικού χρέους - αυτού που έχει στα χαρτοφυλάκιά του ο δημόσιος τομέας. Οι συνομιλητές μας των υπόλοιπων κομμάτων και μόνο στο άκουσμα της λέξης αντιδρούν με ένα «προς θεού, όχι»! Κάποιοι, μάλιστα, παραδέχονται ότι ήταν λάθος και το PSI, ότι έπρεπε να είχε εισακουστεί ο τότε διοικητής της ΕΚΤ, Ζαν Κλοντ Τρισέ, που προειδοποιούσε ότι το κούρεμα του χρέους του ιδιωτικού τομέα θα βάθαινε την κρίση.
Αντίθετα, οι... παθόντες, οι εκπρόσωποι του ιδιωτικού τομέα που είχαν επενδύσει σε ελληνικά ομόλογα πριν από το κούρεμα, θεωρούν ότι ενδεχομένως μια νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι αναπόφευκτη. Ταυτόχρονα, θεωρούν δεδομένο ότι δεν υπάρχει πια περίπτωση Grexit και έχουν πειστεί ότι κυριαρχεί πλήρως στην Ευρωζώνη η πολιτική βούληση «να μη φύγει κανείς».
Τέλος, παρά τους επαίνους για τις προόδους στην Ελλάδα, πολιτικοί και τραπεζίτες θεωρούν πρακτικά αδύνατο να βγει η χώρα στις αγορές το 2014. Οι περισσότεροι δεν κρύβουν ότι μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, τον Ιούνιο του 2014, η Ελλάδα θα χρειαστεί μια νέα οικονομική στήριξη, την οποία και θα πάρει, βεβαίως υπό όρους. Μπορεί οι όροι αυτοί να μη βαφτιστούν «μνημόνιο», αλλά θα βάλουν το πλαίσιο της συνέχισης της επιτήρησης. Μιας επιτήρησης που θα είναι πιο «στενή» από αυτή που υφίστανται όλες οι χώρες της Ε.Ε., από τότε που ισχύει το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας.