Ποιος πρέπει να πληρώνει τα σπασμένα των τραπεζών; Οι τράπεζες, είναι η αυθόρμητη απάντηση των κοινών θνητών. Κυρίως, αυτά τα τελευταία πέντε χρόνια που εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη πλήρωσαν με τους φόρους τους, τις δουλειές τους, τα εργασιακά τους δικαιώματα, το όποιο κοινωνικό κράτος είχαν, τις φούσκες της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οποία οδήγησε τις πιο ευάλωτες χώρες σε μια βαθιά κρίση χρέους που δυναμιτίζει το μέλλον των επόμενων γενιών.
Θεωρητικά, λοιπόν, η απόφαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα ξημερώματα της Πέμπτης, ότι στο μέλλον τις διασώσεις ή τις εκκαθαρίσεις των κλυδωνιζόμενων τραπεζών δεν θα τις πληρώνουν αυτόματα οι κυβερνήσεις με τα λεφτά των εθνικών φορολογουμένων ή οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί στήριξης είναι στη σωστή κατεύθυνση.
Τι αποφάσισε το Ecofin; Όταν μια τράπεζα κλυδωνίζεται και χρειάζεται ανακεφαλαιοποίηση, πρώτα επωμίζονται το κόστος οι ιδιοκτήτες της και οι μέτοχοι. Στη συνέχεια οι ομολογιούχοι χωρίς ασφαλιστική κάλυψη και οι πιστωτές. Κι αν κι αυτό δεν φτάνει, σειρά παίρνουν οι καταθέτες άνω των 100.000 ευρώ. Μόνο εάν δεν αρκεί η συμβολή αυτών των τριών πυλώνων, θα καλούνται να βάλουν πλάτη οι εθνικές κυβερνήσεις. Και σε ειδικές περιπτώσεις - μόνο για τις συστημικές τράπεζες της Ευρωζώνης- ύστατο καταφύγιο θα είναι ο μηχανισμός στήριξης ESM, ο οποίος θα μπορεί να χρηματοδοτεί απευθείας την ανακεφαλαιοποίησή τους, χωρίς να φορτώνει τα δάνεια στο δημόσιο χρέος.
Οι υπουργοί δήλωσαν σε όλους τους τόνους ότι οι καταθέσεις κάτω των 100.000 ευρώ -η λαϊκή αποταμίευση, δηλαδή- μένουν "ανέγγιχτες".
Πού είναι, λοιπόν, το πρόβλημα;
Αν και ακόμη όλες οι λεπτομέρειες της σχετικής οδηγίας που ρυθμίζει τις διασώσεις των τραπεζών δεν έχουν κλείσει, προβλήματα εμφανίζονται πολλά.
* Πρώτον, οι παραπάνω κανόνες θα ισχύσουν από το 2018. Αυτό σημαίνει ότι στο μεσοδιάστημα τα κράτη μέλη και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσουν να αυτοσχεδιάζουν κατά περίπτωση, όταν "σκάει" μια τράπεζα. Είναι πολύ πιθανό να συνεχίζουν να δανείζονται για να κρατήσουν όρθιες τράπεζες που τις χαρακτηρίζουν συστημικές.
* Δεύτερον, οι 27 με αυτή την οδηγία δεν αντιμετωπίζουν στη ρίζα τους τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος. Δεν υποχρεώνουν τις τράπεζες να διαχωρίσουν αυστηρά τις "κανονικές" υπηρεσίες τους - καταθέσεις, στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια κ.λπ.- από τον "επενδυτικό" κλάδο, που πλασάρει όλο και πιο πολύπλοκα κερδοσκοπικά και αεριτζίδικα προϊόντα. Επίσης δεν τις υποχρεώνουν να έχουν αρκετούς επενδυτές, το λεγόμενο "ξένο κεφάλαιο", που να μπορούν να υποστούν τις ζημίες, όπως ακριβώς καρπώνονται τα κέρδη.
* Τρίτον, και πιο σημαντικό για τους κοινούς θνητούς: Η οδηγία προκαλεί ανησυχία στους καταθέτες, που θα αναγκάζονται να επιλέγουν την τράπεζά τους ανάλογα με τη... ρωμαλεότητα και τη σύνεσή της, εάν οι αποταμιεύσεις τους ξεπερνούν τα 100.000 ευρώ. Κάτι που δεν είναι καθόλου απλό ούτε καν για οικονομολόγους, ενώ και οι εποπτικές αρχές των τραπεζών δεν έχουν... λάμψει με τη μέχρι τώρα δράση τους, ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να εμπιστεύονται την ετυμηγορία τους.
* Επιπλέον, αφού ακόμη αυτός που εγγυάται το "ανέγγιχτο" των 100.000 είναι οι εθνικές αρχές -υποτίθεται ότι η ευρωπαϊκή εγγύηση θα έρθει μαζί με την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης-, οι αποταμιευτές στις αδύναμες χώρες μπορεί να φοβηθούν και να προτιμήσουν τις τράπεζες των ισχυρότερων χωρών. Τις επιπτώσεις αυτού του φόβου τις είδαμε στην Ελλάδα και την Ισπανία το προηγούμενο διάστημα, με τις μαζικές εκροές κεφαλαίων προς ασφαλέστερα "λιμάνια".
Θεωρητικά, βέβαια, η ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων θα προηγηθεί της έναρξης ισχύος της οδηγίας, εάν όλα γίνουν βάσει προγράμματος. Ωστόσο, στο μεσοδιάστημα ο φόβος θα είναι κακός σύμβουλος.