Τον Δεκέμβριο του 1972, καθώς η αποστολή του Apollo 17 ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την επιφάνεια της Σελήνης- ως η τελευταία του ιστορικού αυτού προγράμματος της NASA-, ο αστροναύτης Γιουτζίν Σέρναν στάθηκε στη σκάλα της σεληνακάτου και είπε: «Φεύγουμε όπως ήρθαμε και, Θεού θέλοντος, έτσι θα επιστρέψουμε». Η ευχή του, εν είδει υπόσχεσης υπό αναβολή για πάνω από μισό αιώνα, έγινε την περασμένη εβδομάδα πραγματικότητα. Η αποστολή του Artemis II ήταν εντυπωσιακή, οι εικόνες από την πίσω πλευρά της Σελήνης με τη Γη στο βάθος μακρινή και απόκοσμη, ξανάφεραν στη μνήμη, ειδικά για όσους έζησαν την εποχή του Apollo 17, τον ξεχασμένο ρομαντισμό της εποχής των μεγάλων προσδοκιών της διαστημικής εξερεύνησης. Αλλά αυτή η αίσθηση φαίνεται να αιωρείται σήμερα μεταξύ αμηχανίας και αμφιβολίας.
Η φαντασία δεν αιχμαλωτίζεται εύκολα, η προσοχή είναι αποσπασμένη σε πολέμους και ανερμάτιστες επιδιώξεις, οι αλγόριθμοι κυριαρχούν και οι ΗΠΑ ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά δεν φαίνεται να θέλουν απλά να στείλουν ένα διαστημόπλοιο στη Σελήνη. Αναζητούν μια αφήγηση. Μια συνεκτική αφήγηση που θα αναβιώνει ένα ένδοξο και ελπιδοφόρο παρελθόν. Όμως οι προκλήσεις είναι πολλές και πολύπλοκες.
Τα τεχνικά κομμάτια του εγχειρήματος «συναρμολογούνται» σιγά-σιγά στην επικοινωνιακή αφήγηση. Τα πολιτικά, όχι. Η επικοινωνιακή αφήγηση που κάποτε καθήλωνε εκατομμύρια ανθρώπους μπροστά στις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις, δείχνει σήμερα αδύναμη. Η επιστροφή της Αμερικής στη Σελήνη δεν είναι μια πράξη εθνικής βούλησης, επίδειξης ικανοτήτων ή εντυπωσιασμού. Είναι ένα ερώτημα που αναδύεται κάτω από το θέαμα. Γιατί έγινε, τι εξυπηρετεί, ποιος πραγματικά ενδιαφέρεται;
Η «συμπίεση» μιας εποχής
Η απλούστερη απάντηση σε όλα αυτά είναι και η λιγότερο ικανοποιητική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διατήρησαν ποτέ την πολιτική βούληση για να συνεχίσουν την εξερεύνηση της Σελήνης. Το πρόγραμμα «Απόλλων» δεν ήταν κατά βάση ένα τεχνολογικό επίτευγμα. Ήταν μια πολιτική δέσμευση συμπιεσμένης χρονικής διάρκειας καθοδηγούμενη από την ανάγκη και τον φόβο. Την ανάγκη της υπεροπλίας με φόντο τον Ψυχρό Πόλεμο, τον φόβο της στρατηγικής υπεροχής της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν αυτή η επείγουσα ανάγκη υποχώρησε ή, κατά κάποιο τρόπο, διευθετήθηκε κατά τη μετέπειτα περίοδο ύφεσης στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, το ίδιο συνέβη και με το πρόγραμμα.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, στην Ουάσιγκτον επανασχεδίασαν με τελετουργική αφοσίωση τον χάρτη της διαστημικής εξερεύνησης. Σχέδια για επιστροφή στη Σελήνη προτάθηκαν, χρηματοδοτήθηκαν, άλλαξαν και ακυρώθηκαν ακολουθώντας κύκλους που αντικατόπτριζαν εκλογικά χρονοδιαγράμματα και όχι επιστημονικές φιλοδοξίες ή τεχνολογικές πραγματικότητες.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια καθυστέρηση αλλά η διάβρωση των φιλοδοξιών και των σχεδίων υλοποίησής τους. Τα βιομηχανικά οικοσυστήματα που στήριζαν τις αποστολές του «Απόλλων», τα εξειδικευμένα εργοστάσια, το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, το «συμπύκνωμα» γνώσης και εμπειρίας, η «λειτουργική μνήμη» του συστήματος χάθηκαν. Η ανοικοδόμησή τους δεν απαιτούσε μια απλή αναβίωση αλλά μια δαπανηρή επανεφεύρεση. Το «Artemis» με την ανάπτυξή του επί δεκαετίες και τα δεκάδες δισεκατομμύρια σε κόστος είναι λιγότερο μια συνέχεια και περισσότερο μια ανακατασκευή. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η «ανακατασκευή» βασίζεται σε μια επισφαλή ισορροπία. Υπάρχει, εν μέρει, επειδή δεν έχει ακόμη ακυρωθεί. Αυτό, στο σύγχρονο πολιτικό τοπίο, μετράει ως επιτυχία.
Πέρα από τον μύθο
Ο σκοπός των αποστολών του προγράμματος «Απόλλων» ήταν σαφής, έστω και αν, ακόμη και τότε, αμφισβητούνταν η ευρύτερη σημασία τους. Επρόκειτο για μια επίδειξη τεχνολογικής υπεροχής, ιδεολογικής ανωτερότητας, εθνικής αποφασιστικότητας. Η αφήγησή τους τροφοδοτούνταν και ενισχυόταν από το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου. Το πρόγραμμα «Άρτεμις» διατρέχει έναν πολύ διαφορετικό κόσμο. Ο δηλωμένος στόχος του δεν είναι μια συμβολική προσελήνωση, ένας σεληνιακός περίπατος, η συλλογή πετρωμάτων ή η τοποθέτηση σεισμογράφων. Είναι η κατασκευή της υποδομής που θα υποστηρίζει μόνιμη ανθρώπινη παρουσία στη Σελήνη. Ενδιαιτήματα, χώροι αποθήκευσης, συστήματα που θα επιτρέπουν στους αστροναύτες όχι απλώς να επισκέπτονται αλλά να παραμένουν στην σεληνιακή επιφάνεια. Είναι, υπό αυτή την έννοια, πιο φιλόδοξο από εκείνο του «Απόλλων».
Αλλά η φιλοδοξία δεν εγγυάται σαφήνεια. Η συνεκτική αφήγηση που κάποτε πλαισίωνε την εξερεύνηση της Σελήνης έχει «τεμαχιστεί» σήμερα σε πολλά αντιφατικά ή, στην καλύτερη περίπτωση, ανταγωνιστικά μεταξύ τους επιχειρήματα. «Επιστρέφουμε στη Σελήνη για την επιστημονική ανακάλυψη, την οικονομική ευκαιρία, τη γεωπολιτική θέση, την υπαρξιακή αναζήτηση». Κάθε ένα απ’ όλα αυτά φαντάζει εύλογο και θεμιτό, κανένα όμως δεν είναι κυρίαρχο.
Ακόμα και η επίκληση της γεωπολιτική διάστασης, ολοένα και συχνότερα στο πλαίσιο της αναβίωση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, στερείται της ιδεολογικής συνοχής της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Η άνοδος της Κίνας έχει εισαγάγει μια νέα αίσθηση επείγοντος, αλλά όχι μια ενοποιητική κοσμοθεωρία. Ο διαστημικός ανταγωνισμός αφορά λιγότερο οράματα για την ανθρώπινη φύση και κοινωνία και περισσότερο για την τεχνολογική υπεροχή, την οικονομική επιρροή, τη στρατηγική τοποθέτηση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Σελήνη δεν είναι το σύμβολο επικών κατακτήσεων της ανθρώπινης επινοητικότητας, είναι μια «πλατφόρμα» προβολής. Χρήσιμη, εν μέρει αναγκαία, αμφισβητούμενη, αλλά δύσκολο να μυθοποιηθεί, πολύ δύσκολο να εξάψει τη συλλογική φαντασία.
Καμία διαφυγή
Ίσως η πιο άβολη πτυχή του εγχειρήματος είναι ότι δεν προσφέρει καμία διαφυγή από τα προβλήματα της Γης. Αυτά τα προβλήματα κοιτάζουν αδιάφορα τα επιτεύγματα της εξερεύνησης του διαστήματος. Είναι μια βαθιά αντίφαση που τροφοδοτεί τον σκεπτικισμό. Οι τεράστιοι πόροι που διατίθενται για τις σεληνιακές αποστολές δεν διατίθεται για να ανακουφιστούν άμεσες ανάγκες. Για άλλους, βέβαια, το εγχείρημα «αξίζει». Η εξερεύνηση του Διαστήματος δεν είναι ένας περισπασμός της προσοχής από τα πιεστικά ζητήματα, είναι μια αναγκαιότητα. Ένας τρόπος επέκτασης των ανθρώπινων δυνατοτήτων, διασφάλισης μακροπρόθεσμων οφελών, ενίσχυσης της καινοτομίας που μπορεί να αντιμετωπίσει επίγειες προκλήσεις. Ανάμεσα σε όλα αυτά αιωρείται η ευρύτερη αβεβαιότητα. Η αποστολή ανθρώπων στη Σελήνη δεν φαντάζει ως προφανής απάντηση σε ένα σαφώς καθορισμένο ερώτημα.
Οι αστροναύτες του Artemis II έκαναν τον κύκλο τους γύρω από τη Σελήνη, είδαν τη σκοτεινή πλευρά της, έφτασαν πιο μακριά στο Διάστημα από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, αλλά δεν προσεληνώθηκαν. Ήταν μια «μακρινή βόλτα», όχι μια «επιστροφή». Μια ταιριαστή μεταφορά για την ευρύτερη προσπάθεια: ένα βήμα προς κάτι που δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί. Τα λόγια του Σέρναν πριν από μισό αιώνα συνεχίζουν να αντηχούν παράδοξα συμβολικά. «Θεού θέλοντος» είπε, μια φράση που εμπεριέχει τόσο ελπίδα όσο και δισταγμό.
Οι ΗΠΑ επέστρεψαν (;) λοιπόν στη Σελήνη. Ο προωθητικός πύραυλος λειτούργησε τέλεια, οι τροχιές υπολογίστηκαν με ακρίβεια, το πλήρωμα ήταν επαρκώς εκπαιδευμένο. Αλλά η αφήγηση, η ιστορία που θα έδινε νόημα σε αυτό το ταξίδι, αναζητείται...
