Με 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια για την «άμυνα», η Ουάσιγκτον δεν αυξάνει απλώς τις στρατιωτικές της δαπάνες. Τις εκτοξεύει σε πρωτοφανή επίπεδα, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση των τελευταίων δεκαετιών. Πρόκειται για άλμα σχεδόν 40% πάνω σε ήδη ιστορικά υψηλές δαπάνες, μια κίνηση που σηματοδοτεί σαφή στροφή προς την πολεμική κλιμάκωση. Και το πλαίσιο είναι ήδη δεδομένο. Ο προϋπολογισμός έρχεται να προστεθεί σε ένα επιπλέον πακέτο 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη χρηματοδότηση του πολέμου στο Ιράν. Κάτι που δείχνει πως η στρατιωτική κλιμάκωση δεν αποτελεί κάποιο προληπτικό σχέδιο. Είναι ήδη σε πλήρη εξέλιξη.
Η κυβέρνηση Τραμπ μιλά για «ειρήνη μέσω ισχύος». Στην πράξη, όμως, το σχέδιο της αποτυπώνει μια συνολική μετατόπιση από την κοινωνική πολιτική προς την ενίσχυση της πολεμικής μηχανής. Οι προτεραιότητες είναι ενδεικτικές. Νέα πολεμικά πλοία, επενδύσεις σε προηγμένα οπλικά συστήματα, ανάπτυξη drones, τεχνητής νοημοσύνης και αντιπυραυλικής άμυνας. Ο χρυσός στόλος και χρυσός αντιπυραυλικός θόλος, πέρα από την μεγαλομανία του Τραμπ αποκαλύπτουν και μια στρατηγική που στοχεύει σε παγκόσμια προβολή ισχύος. Και φυσικά είναι μια στρατηγική που δεν περιορίζεται και δεν πρόκειται να τελειώσει στο Ιράν. Στρέφεται ευθέως εναντίον της Κίνας ενισχύοντας μια λογική μακροπρόθεσμης αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη.
Ενδιαφέρον δεν έχει όμως μόνο που κατευθύνονται τα χρήματα του νέου σχεδίου αλλά και από πού αφαιρούνται. Ο προϋπολογισμός προβλέπει περικοπές 73 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κοινωνικές δαπάνες. Προγράμματα στέγασης, υγείας, εκπαίδευσης και ενεργειακής στήριξης περιορίζονται δραστικά. Την ίδια στιγμή, ενισχύονται οι δαπάνες για καταστολή και επιτήρηση. Η χρηματοδότηση υπηρεσιών όπως η διαβόητη ICE αυξάνεται για να υποστηρίξει τη βάναυση μεταναστευτική πολιτική Τραμπ ενώ το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποκτά επιπλέον πόρους για την «αντιμετώπιση της εγκληματικότητας».
Η πρόταση για μεταφορά των κοινωνικών προγραμμάτων στις αμερικανικές πολιτείες παρουσιάζεται για μία ακόμα φορά ως «αποκέντρωση» και φιλόδοξη μεταρρύθμιση τη στιγμή που στην ουσία αποτυπώνουν ένα κράτος που επενδύει στον πόλεμο και την εσωτερική επιβολή μειώνοντας κάθε ρόλο στην κοινωνική προστασία. Και αυτό γίνεται σε μια περίοδο τεράστιων οικονομικών πιέσεων. Με δημόσιο χρέος που πλησιάζει τα 39 τρισεκατομμύρια δολάρια και ετήσια ελλείμματα περίπου 2 τρισεκατομμυρίων, η χρηματοδότηση ενός τόσο εκτεταμένου προγράμματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε «τεχνικές» περικοπές.
Ο Ντόναλντ Τραμπ το διατύπωσε με τη χαρακτηριστική του ωμότητα: «Πολεμάμε. Δεν μπορούμε να φροντίζουμε τα πάντα”. Το δίλημμα τίθεται επομένως καθαρά: κοινωνικές δαπάνες ή στρατιωτική ισχύς.
Οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ έχουν αυξηθεί εκτοξευτεί τις τελευταίες δεκαετίες. Από περίπου 320 δισεκατομμύρια δολάρια το 2000 σε σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο το 2024. Ακόμη και πριν από τον νέο προϋπολογισμό, οι ΗΠΑ δαπανούσαν περισσότερα για τον στρατό τους από τους επόμενους εννέα συνολικά στον κατάλογο των χωρών με τις μεγαλύτερες πολεμικές δαπάνες. Και αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία δεν είναι μόνο η κλίμακα των ποσών, αλλά η καθαρότητα της επιλογής. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, η προτεραιότητα της πολεμικής πολιτικής δεν καλύπτεται πίσω από τεχνικούς όρους ή δημοσιονομικές ισορροπίες.
Πρόκειται για ένα μοντέλο στο οποίο η ισχύς μετριέται πρωτίστως με στρατιωτικούς όρους, ενώ οι κοινωνικές ανάγκες αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες ή ως κόστος που πρέπει πάση θυσία να περιοριστεί. Το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να αντέξει μια κοινωνία όταν ο πόλεμος μετατρέπεται σε βασική της προτεραιότητα.