Ο Τραμπ εκτόξευσε έναν ακόμη «Τόμαχοκ», αλλά όχι προς το Ιράν. Προς το ΝΑΤΟ και τους Ευρωπαίους αυτή τη φορά. Τους απείλησε ευθέως με αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμμαχία. Ο πρόεδρος είναι “απογοητευμένος” από την άρνησή τους να εμπλακούν στη νέα αμερικανική πολεμική περιπέτεια στη Μέση Ανατολή. Ίσως βέβαια να έχει μια καλή δικαιολογία για αυτά που σκέφτεται στο πίσω μέρος του μυαλού του -και είναι κάτι που εδώ και καιρό συζητούν οι αναλυτές: Η απόσυρση των Ηνωμένων Πολιτειών από τον ηγεμονικό πολιτικο-στρατιωτικό ρόλο τους στην Ευρώπη ως απόρροια της, οικονομικής κυρίως, αδυναμίας τους να τον συντηρήσουν, είναι ένα ρεαλιστικό σενάριο.
Με άλλα λόγια, κάτι ανάλογο με ό,τι συνέβη με τη Σοβιετική Ένωση στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 όταν εγκατέλειψε τον ηγεμονικό ρόλο της στην ανατολική Ευρώπη έχοντας περιέλθει σε οικονομική αδυναμία να τον συντηρήσει, ειδικά στην κούρσα των εξοπλισμών. Ο κόσμος εισέρχονταν στον τελευταίο κύκλο της παγκοσμιοποίησης και η Δύση διέθετε ήδη συγκριτικό πλεονέκτημα. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε νικητή…
Σε μια διαφορετική παγκόσμια σκηνή σήμερα, με μια υπό εξέταση συνειδητή αποχώρηση από έναν ρόλο που δεν μπορεί άλλο να εξυπηρετήσει ανταγωνιζόμενη τη Κίνα και τη σαρωτική οικονομική και τεχνολογική άνοδο των άλλων Ασιατών ανταγωνιστών της (Νότια Κορέα, Βιετνάμ, Μαλαισία, Ινδονησία), η Αμερική ετοιμάζεται… να επιστρέψει στη Σελήνη!
Σίγουρα η εποχή δεν φαίνεται ιδανική για ένα τέτοιο εγχείρημα. Ο κόσμος είναι «αλλού» πλέον, κλεισμένος σε κατά τόπους μικρόκοσμους, δίχως συνεκτικές ιδεολογίες, απορροφημένος σε αλλεπάλληλες κρίσεις οικονομικών και γεωπολιτικών ανταγωνισμών.
Η αποστολή, γνωστή ως Άρτεμις II της NASA, θα μεταφέρει τέσσερις αστροναύτες -την Κριστίνα Κοχ και τους Ριντ Γουάιζμαν, Βίκτορ Γκλόβερ, Τζέρεμι Χάνσεν- σε ένα ταξίδι γύρω από τη Σελήνη, την πρώτη επανδρωμένη σεληνιακή αποστολή εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. Σίγουρα το διακύβευμα από τεχνολογικής άποψης είναι υψηλό. Και οι επιπτώσεις της επιτυχίας του από γεωπολιτικής πλευράς και επικοινωνιακής αίγλης, είναι προφανείς. Αλλά ένα πιο άβολο ερώτημα παραμονεύει κάτω από το θέαμα: Ποιος πραγματικά νοιάζεται;
Αποστολή σε αναζήτηση… νοήματος
Όταν η NASA έστειλε τελευταία φορά ανθρώπους σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη στο πλαίσιο του προγράμματος «Απόλλων», ο κόσμος διένυε μια από τις τελευταίες φάσεις έξαρσης του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού. Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, η πολιτική και κοινωνική αναταραχή στο περιθώριο του πολέμου στο Βιετνάμ και των μαχητικών διεκδικήσεων του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών, βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους.
Οι πολιτικές δολοφονίες του μαύρου ακτιβιστή Μέντγκαρ Έβερς στο Μισισιπή το 1963, του προέδρου Κένεντι την ίδια χρονιά, του Μάλκομ Χ το ‘65, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κένεντι το ‘68, συγκλόνισαν μια Αμερική βυθισμένη σε σοβαρή κρίση ταυτότητας, ενδεχομένως όπως και σήμερα. Επηρεασμένη βαθιά από τον φυλετισμό και τον ψυχροπολεμικό φόβο, η εμμονή του λευκού κατεστημένου να ξεριζώσει τα «ανατρεπτικά στοιχεία» που θεωρούσε ότι υπονόμευαν το αμερικανικό όνειρο, άγγιξε τα όρια της παράνοιας. Ενδεικτικά σε ένα άρθρο του το 1966 στο περιοδικό της εθνικής ομοσπονδίας ενώσεων γονέων και δασκάλων, ο τότε περιβόητος διευθυντής του FBI Έντγκαρ Χούβερ μιλούσε για μια «νέου τύπου συνωμοσία» που απειλούσε την Αμερική η οποία ήταν «εξαιρετικά ευφυής και παραπλανητική, επομένως και πολύ δύσκολο να γίνει αντιληπτή». «Μία συνωμοσία που προέρχεται από τον άκρατο ατομικισμό, το αντισυμβατικό ντύσιμο και την αισχρή γλώσσα»...
Την ίδια εποχή στον κόσμο, το ακραίο ψυχροπολεμικό κλίμα στην Ευρώπη, ο απόηχος της εξέγερσης του Γαλλικού Μάη, η σοβιετική επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία, οι πόλεμοι στην Ασία -θερμές εκδοχές του Ψυχρού Πολέμου- έδιναν τον τόνο σε μια ταραχώδη εποχή πολιτικού και κοινωνικού μετασχηματισμού και γεωπολιτικού αναβρασμού. Η μεταπολεμική αισιοδοξία και σταθερότητα έδινε τη θέση της στην αμφισβήτηση, την αντισυμβατικότητα, την αντικουλτούρα.
Η αποστολή ανθρώπων στη Σελήνη -το όραμα του Κένεντι επηρεασμένο σε καθοριστικό βαθμό από τον φόβο των πρώιμων διαστημικών επιτυχιών της Σοβιετικής Ένωσης- πρόσφερε ένα διάλειμμα, μια παύση αναλογισμού, ενδοσκόπησης και ίσως αισιοδοξίας στο μέσον εκείνης της ταραγμένης εποχής. Εκατομμύρια άνθρωποι έστρεψαν για μια στιγμή τα βλέμματά τους στις οθόνες των ασπρόμαυρων τηλεοράσεων και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων για να δουν τη Γη να ανατέλλει εντυπωσιακά πάνω από τον σεληνιακό ορίζοντα, μια στιγμή δέους για την απεραντότητα του χωροχρόνου και συνειδητοποίησης του πεπερασμένου των γήινων επιδιώξεων.
Ο σημερινός κόσμος δεν είναι λιγότερο ταραγμένος από εκείνον της δεκαετίας του 1960. Είναι όμως πολύ πιο διαιρεμένος, σχεδόν θρυμματισμένος, ελλείψει συνεκτικών αφηγήσεων για το παρόν και το μέλλον, και κυρίως υπαρξιακών πεποιθήσεων εδρασμένων στη πολιτική ιδεολογία.
Οι αστροναύτες του Artemis II που μίλησαν πρόσφατα στους New York Times, έδωσαν μια εικόνα για το εγχείρημά τους που δείχνει ότι είναι σχεδόν εκτός ρυθμού με την εποχή. Για αυτούς, η λογική της επιστροφής στη Σελήνη δεν αφορά τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό ή ακόμα και την επιστήμη. Είναι υπαρξιακή.
Ο Γουάιζμαν, ο διοικητής της αποστολής, παρουσιάζει το ταξίδι ως «αντίδοτο» στη διχόνοια και την αντιπαλότητα, μια ευκαιρία, όσο φευγαλέα κι αν είναι, να υπενθυμίσει στην ανθρωπότητα την κοινή της μοίρα και ευαλωτότητα. Ο Κοχ, ένας από τους ειδικούς της αποστολής, περιγράφει την εξερεύνηση του Διαστήματος ως καθρέφτη που αντανακλά όχι μόνο το σύμπαν αλλά και τους εαυτούς μας. Ο Γκλόβερ και ο Χάνσεν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, βλέπουν την αποστολή ως γέφυρα μεταξύ γενεών, εθνών, προοπτικών. Θα έλεγε κάποιος ότι τα επιχειρήματά τους είναι αφοπλιστικά απλά. Όμως, το ερώτημα είναι αν αυτή η απλοϊκότητα των καλών προθέσεων εξακολουθεί να έχει απήχηση στον κόσμο.
Το φάντασμα της εποχής του «Απόλλων»
Η «θρυλική» εποχή του προγράμματος «Απόλλων» επισκιάζει αναπόφευκτα την αποστολή του Artemis II Β'. Το έπος των «πορθητών της Σελήνης» αντηχεί σήμερα σε ο,τιδήποτε θα προσπαθήσει να επαναλάβει εκείνον τον άθλο. Μεταξύ 1969 και 1972, 12 Αμερικανοί περπάτησαν στη Σελήνη, με αποκορύφωμα την αποστολή του Απόλλων 11, που καθιερώθηκε ως ένα από τα αντιπροσωπευτικά ορόσημα του 20ού αιώνα.
Όμως το πρόγραμμα «Απόλλων» δεν αφορούσε ποτέ μόνο την εξερεύνηση του Διαστήματος. Ήταν «προϊόν» του Ψυχρού Πολέμου, μια επίδειξη τεχνολογικής και οργανωτικής υπεροχής έναντι της Σοβιετικής Ένωσης. Η επείγουσα ανάγκη που εξυπηρετούσε ήταν πρωτίστως ιδεολογικο-πολιτική, η αφήγηση στο παρασκήνιο ήταν το ίδιο σαφής: Η στρατηγική υπεροχή.
Το πρόγραμμα Artemis εκτυλίσσεται σε ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό τοπίο. Η γεωπολιτική αντιπαλότητα κάθε άλλο παρά έχει υποχωρήσει, έχει όμως μετατοπιστεί. Η Αμερική δεν έχει απέναντί της την σοβιετική Ρωσία, έχει την ανερχόμενη Κίνα. Οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής γνωρίζουν πολύ καλά τις φιλοδοξίες του Πεκίνου να στείλει αστροναύτες στη Σελήνη μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η κούρσα, αν και δεν έχει «δηλωθεί» επίσημα, είναι αντιληπτή και ατύπως έχει αρχίσει.
Αλλά αυτός ο νέος ανταγωνισμός από μόνος του δεν εγγυάται ότι το κοινό, και μάλιστα το αμερικανικό, θα συμμετάσχει κι αυτή τη φορά στον όποιο «θρίαμβο» επιτευχθεί, ούτε ότι θα αφομοιώσει την αφήγηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και υπεροχής. Ο λόγος είναι απλός: Ο αμερικανο-κινεζικός ανταγωνισμός δεν έχει ιδεολογικό υπόβαθρο. Δεν έχει να κάνει με τον άλλοτε ιδεολογικο-πολιτικό ανταγωνισμό Δύσης-Ανατολής, την αναμέτρηση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού για το ποιο σύστημα είναι ανώτερο και μπορεί να στείλει τον άνθρωπο στο φεγγάρι…
Έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό για πόρους, μερίδια, αγορές, δεσμεύσεις, επιδοτήσεις, για μια αδιάκοπη, εντεινόμενη ροή ανησυχιών και ανισοβαρούς «μοιράσματος». Παράλληλα τρέχουν η κλιματική κρίση, η κρίση ανισοτήτων, η κρίση δημοκρατίας, η διχαστική πόλωση, οι ιδεοληψίες, η συνωμοσιολογία, η ατέρμονη αναταραχή των ψηφιακών μέσων.
Σε ένα τέτοιο κλίμα, η επιστροφή στη Σελήνη κινδυνεύει να βρεθεί κάτω από το επίπεδο θορύβου της τρέχουσας καθημερινότητας...
Στην εποχή των social media
Τη δεκαετία του 1960, μια αποστολή στην επιφάνεια της Σελήνης, σπάζοντας τον «ομφάλιο λώρο» της γήινης βαρύτητας με τον ισχυρότερο πύραυλο που κατασκεύασε ποτέ η ανθρώπινη νοημοσύνη, μπορούσε πράγματι να αιχμαλωτίσει την προσοχή ενός έθνους, στην πραγματικότητα, ολόκληρου του κόσμου. Σήμερα, η προσοχή των μαζών είναι κατακερματισμένη και αποσπασματική, απλωμένη σε πλατφόρμες, αλγόριθμους, ατελείωτες ροές περιεχομένου.
Η άνοδος των social media και της κουλτούρας του ατελείωτου scrolling έχει αλλάξει σε βάθος τον τρόπο που οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με τα γεγονότα. Το θέαμα από μόνο του δεν επαρκεί πλέον. Πρέπει να ανταγωνιστεί τα viral βίντεο, την πολιτική οργή, τις εξατομικευμένες ροές που έχουν σχεδιαστεί για να καταγράφουν και να δημιουργούν έσοδα κάθε στιγμή πλήρους ή κενού χρόνου.
Στην κουλτούρα των αποκεντρωμένων μέσων, ακόμα και τα ιστορικά γεγονότα αμφισβητούνται. Υπενθυμίζεται πως οι θεωρίες συνωμοσίας που αμφισβητούν την αυθεντικότητα των προηγούμενων προσεληνώσεων επιμένουν μέχρι σήμερα, ενισχυόμενες από αφηγήσεις που διατρέχουν κατά καιρούς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένας κυκεώνας δημόσιου σχολιασμού τροφοδοτεί τον σκεπτικισμό και την αμφισβήτηση της ιστορικής τεκμηρίωσης που κάποτε εμφανίζονταν μόνο στο περιθώριο.
Για την αποστολή του Artemis II, αυτή η συνθήκη δημιουργεί ένα ακόμη παράδοξο. Το νέο ταξίδι προς τη Σελήνη μπορεί να είναι πιο προσβάσιμο από εκείνο του «Απόλλων» την δεκαετία του ‘60 ακριβώς χάρη στα κοινωνικά μέσα. Προφανώς θα μεταδίδεται σε υψηλή ευκρίνεια, θα καταγράφεται σε πραγματικό χρόνο και θα κοινοποιείται στον παγκόσμιο ιστό. Ωστόσο, η ικανότητά του να καθηλώσει το κοινό, ή να το «ενοποιήσει» μπροστά σε μια στιγμή κοινού οράματος, μπορεί να είναι πολύ περιορισμένη ακριβώς λόγω αυτής της εύκολης και ανοιχτής προσβασιμότητας. Από πολλές απόψεις, η αποστολή του Artemis II θα είναι μια ακόμη προσωπική «εμπειρία χρήστη» στο σοσιαλμιντιακό οικοσύστημα. Δεν θα έχει τη δυνατότητα να γίνει κάτι περισσότερο. Επομένως η ερώτηση «ποιος νοιάζεται», αναδύεται ως φυσική απορία. Και η απάντηση, τελικά, μπορεί να είναι απλή.
Κάποιοι θα ενδιαφερθούν πράγματι βαθιά, οι λάτρεις του διαστήματος, οι επιστήμονες, οι ονειροπόλοι και όσοι βλέπουν την αποστολή ως συνέχεια της παρόρμησης της ανθρωπότητας για διαστημική εξερεύνηση.
Για κάποιους άλλους, με την προσοχή τους στραμμένη σε πιο άμεσες και πιεστικές ανησυχίες και σε βιοποριστικά ζητήματα και αντιμετωπίζοντας με σκεπτικισμό την απώτερη αξία όλων αυτών των τεράστιων δαπανών, θα είναι πολύ απορροφημένοι στις σκέψεις τους για να την προσέξουν.
Οι περισσότεροι θα βρίσκονται κάπου… στο ενδιάμεσο. Θα έχουν «ακούσει» για το Artemis, για το νέο διαστημικό εγχείρημα της Αμερικής, για την επιστροφή ανθρώπων στη Σελήνη, αλλά δεν θα συγκλονιστούν από αυτό, δεν θα νιώσουν το δέος και την ονειροπόληση της εποχής του «Απόλλων». Για τους περισσότερους, θα είναι μια σπίθα περιέργειας, μια παύση στο θόρυβο των γεγονότων, μια σύντομη υπενθύμιση της ικανότητας του ανθρώπου να υπερβεί τα όρια του φυσικού κόσμου. Δεν θα είναι η στιγμή του δέους, η στιγμή που θα αλλάξει τη συλλογική οπτική απέναντι σ' έναν κόσμο που, κατά βάθος, έμεινε απελπιστικά ίδιος κι απαράλλαχτος επί μισό αιώνα…