Μέχρι και πέρσι η Διάσκεψη Συντηρητικής Πολιτικής Δράσης (CPAC), καθιερωμένη ετήσια σύναξη της σκληρής αμερικανικής δεξιάς και κεντρικό πλέον βήμα της τραμπικής πολιτικής γραμμής, εξελισσόταν όπως θα περίμενε κανείς. Ο Έλον Μασκ ανέβαινε στο βήμα κραδαίνοντας ένα αλυσοπρίονο ως σύμβολο της διάθεσής του να πετσοκόψει γραφειοκρατία και κοινωνικές παροχές. Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς προειδοποιούσε για την παγκόσμια απειλή» της μετανάστευσης. Και ο Ντόναλντ Τραμπ νανούριζε γλυκά το ακροατήριο με μακροσκελείς καταλόγους των προσωπικών του επιτευγμάτων.
Φέτος, όμως, κάτι έλειπε. Και δεν ήταν μόνο ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, η CPAC έδειχνε να έχει χάσει τον βασικό της ρόλο. Να επιβεβαιώνει δηλαδή, σχεδόν τελετουργικά, ότι το κίνημα MAGA ξέρει πού πηγαίνει. Αντί για αυτό, κατέληξε να αναρωτιέται αν ξέρει πια τι θέλει. Η απουσία του Τραμπ άφησε ένα παράξενο κενό. Στη θέση του, ένα μωσαϊκό από γνώριμες αλλά λιγότερο δημοφιλείς φιγούρες της αμερικανικής Δεξιάς προσπαθούσε να απαντήσει σε ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο: Πώς ένα κίνημα που χτίστηκε πάνω στην υπόσχεση ότι θα έβαζε οριστικά τέλος στους «ατελείωτους πολέμους» βρίσκεται τώρα να συζητά σοβαρά για το ενδεχόμενο χερσαίας εισβολής στο μακρινό Ιράν. Και οι απαντήσεις δεν ήταν ακριβώς συντονισμένες.
Ο Έρικ Πρινς οραματίστηκε από το βήμα του συνεδρίου τη δική του Αποκάλυψη φρικάροντας το κοινό με εικόνες φλεγόμενων αμερικανικών πλοίων στον Περσικό. Πρώην στρατιωτικοί μιλούσαν για την ανάγκη ο πρόεδρος να «τελειώσει αυτό που ξεκίνησε» σαν να μην επρόκειτο για σύγκρουση αλλά για κάποια μικρή εκκρεμότητα.
Ο Ρικ Γκρένελ προτίμησε να επενδύσει στην αισιοδοξία κάνοντας άλμα προς το μέλλον και διαβεβαιώνοντας ότι σε λίγους μήνες «το πρόβλημα θα έχει λυθεί». Δεν ήταν όμως η αισιοδοξία ή η απαισιοδοξία που έδιναν τον κεντρικό τόνο, ήταν η αμηχανία. Και μια ανησυχία που κανείς δεν μπορούσε να κρύψει.
Ο Ματ Γκέιτζ μίλησε για τον κίνδυνο η Αμερική, αντί να γίνει και πάλι σπουδαία, όπως το θέλει το κεντρικό σύνθημα του κινήματος, να γίνει τελικά «φτωχότερη και λιγότερο ασφαλής». Και ο πάλαι ποτέ γκουρού του Τραμπ για επικοινωνιακά ζητήματα, Στηβ Μπάνον καλούσε σε ενότητα υποστηρίζοντας ότι το σημαντικό δεν είναι τι πιστεύεις, αλλά ποιον υποστηρίζεις.
Και κάπως έτσι, το κοινό βρέθηκε να κάνει κάτι που συνήθως η CPAC αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι: Να σκέφτεται. Σε ένα μάλλον χαοτικό περιβάλλον βέβαια καθώς στους διαδρόμους Ιρανοί εμιγκρέδες με πορτρέτα του γιού του σάχη συγκρούονταν με νεότερους οπαδούς του MAGA που δεν έδειχναν την παραμικρή διάθεση να πάνε να πολεμήσουν για χάρη του.
Ο φόβος για επιστράτευση, για εκτόξευση των τιμών, για μια σύγκρουση χωρίς διέξοδο ήταν τελικά το κυρίαρχο συναίσθημα. Φόβος όχι μόνο για τον πόλεμο αλλά και για την κατάρρευση των βεβαιοτήτων, των ιδεών που οδήγησαν στη συγκρότηση του συντηρητικού κινήματος που εκμεταλλεύτηκε και συνδημιούργησε ο Τραμπ για να γίνει πρόεδρος.
Για χρόνια, το «America First» έμοιαζε με την απάντηση σε όλα. Τώρα φάνταζε περισσότερο ως αμήχανο ερώτημα. Γιατί αν το «πρώτα η Αμερική» σημαίνει αποφυγή ανάλογων περιπετειών τότε ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί πρόβλημα. Αν πάλι γίνεται για την παγκόσμια επιβολή των ΗΠΑ τότε δεν είναι. Τι ισχύει τελικά; Και με ποιο κόστος;
Για πρώτη φορά, αυτή η βασική αντίφαση δεν μπορούσε να καλυφθεί ούτε με συνθήματα, ούτε με χειροκροτήματα,. Το MAGA δεν κήρυξε βέβαια την αυτοδιάλυση του. Αλλά για πρώτη φορά, έμοιαζε εξαιρετικά ανασφαλές και μουδιασμένο. Και σε ένα κίνημα που χτίστηκε πάνω σε απόλυτες βεβαιότητες, οι αμφιβολίες θα μπορούσαν πολύ γρήγορα να μετατραπούν σε ρωγμές.