Η πολυπαραγοντική εξίσωση του πολέμου στο Ιράν γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη: Η Μόσχα στέλνει drones στην Τεχεράνη, λένε οι πληροφορίες. Προφανώς, θέλει να πάρει «εκδίκηση» για την αμέριστη στήριξη της Ουκρανίας από την Ουάσιγκτον στα πρώτα χρόνια του πολέμου από την κυβέρνηση Μπάιντεν. Τώρα είναι η ευκαιρία της…
Και ο Ζελένσκι λέει ότι με αυτό τον τρόπο, και κυρίως με την παροχέτευση στρατιωτικών πληροφοριών στους Ιρανούς, η Μόσχα «εκβιάζει» τον Τραμπ. Την ίδια ώρα, στο Πεντάγωνο οι επιτελείς σκέφτονται να περικόψουν τη βοήθεια προς το Κίεβο για να κάνουν εξοικονόμηση πόρων προκειμένου να ενισχύσουν την πολεμική προσπάθειά στο Ιράν, σε μια πρώτη σαφή ένδειξη ότι οι πόροι της αμερικανικής πολεμικής μηχανής δεν είναι ανεξάντλητοι.
Ακόμη χειρότερα, στο διπλωματικό παζάρι τα πράγματα έχουν γίνει κουβάρι. Η Τεχεράνη επιμένει πως οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός θα πρέπει να περιλαμβάνει και τους πληρεξουσίους της στον Λίβανο, τη Χεζμπολάχ, αλλά αυτό ούτε που το συζητάει ο Νετανιάχου. Ο Νετανιάχου, που αγωνίζεται τώρα να περάσει τον προϋπολογισμό από την Κνεσέτ, έως τις 31 Μαρτίου, για να αποτρέψει, αν αποτύχει, πρόωρες εκλογές τις οποίες πιθανότατα θα χάσει, καθώς ο πόλεμος δεν έχει ανεβάσει μέχρι στιγμής τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις.
Συγχρόνως με όλα αυτά, τρέχει η νέα κρίση -οικονομική και ενεργειακή- που προκαλεί ο (νέος) πόλεμος. Η Ασία, η ζωτική παραγωγική υποδομή του κόσμου, αντιμετωπίζει ήδη τις συνέπειες. Από τις ζυθοποιίες μέχρι τη βιομηχανία καλλυντικών, οι τοπικές οικονομίες βιώνουν έντονο ενεργειακό «άγχος». Εταιρείες σε όλη την Ασία προετοιμάζονται για σοκ, καθώς ο πόλεμος προκαλεί χάος στις αλυσίδες εφοδιασμού, στην προμήθεια πλαστικού και στον εφοδιασμό με πετρέλαιο, διαταράσσοντας την παραγωγική ροή και εκτοξεύοντας τις τιμές.
Μεγάλος χαμένος σε οικονομικό επίπεδο θα είναι και οι ΗΠΑ. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι η σύγκρουση θα φουντώσει εκ νέου τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ εκτοξεύοντάς τον στο 4,2% αυτή τη χρονιά -από 2,6% πέρυσι- στο υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των χωρών της G7. Οι αυξημένες τιμές της ενέργειας θα επιδεινώσουν τις πληθωριστικές πιέσεις σε όλο τον κόσμο με «σημαντικούς κινδύνους συρρίκνωσης της παγκόσμιας ανάπτυξης» και επιδείνωσης των οικονομικών δεικτών σε Κίνα, Νότια Κορέα, Ινδία.
Την ίδια ώρα το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Τι πρέπει να περιμένουμε στο ορατό μέλλον; Σύγκρουση ή διαπραγμάτευση; Κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση; Ειρήνη ή μη πόλεμο;
Προσγείωση στην πραγματικότητα
Στις πρώτες ημέρες του πολέμου, οι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου μιλούσαν τη γνώριμη γλώσσα της ηγεμονικής δύναμης, που τίποτα δεν μπορεί να την εμποδίσει να επιβάλει τη βούλησή της. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είχαν συνενώσει τις δυνάμεις τους σε ένα μέτωπο δέους για να χτυπήσουν την πυρηνική και στρατιωτική υποδομή του Ιράν στοχεύοντας την ηγεσία του και τα κρίσιμα στρατιωτικά στοιχεία, με την προσδοκία ότι αυτό θα προκαλούσε κατάρρευση του καθεστώτος ή τουλάχιστον συνθηκολόγηση. Τρεις εβδομάδες μετά, η προσδοκία τους έχει εξανεμιστεί.
Αυτό που διαμορφώνεται είναι κάτι πολύ πιο ασαφές και ενδεχομένως πιο επικίνδυνο: Όχι μια ταχεία εκστρατεία εξαναγκασμού αλλά, πιθανόν, ένας πόλεμος μακράς διάρκειας βασισμένος στη στρατηγική της φθοράς, χωρίς σχεδιασμένο τελικό στάδιο έκβασης.
Για αναλυτές, όπως ο Αλί Χασέμ του Foreign Policy, η προοπτική μιας νέας «Ουκρανίας» -της Αμερικής αυτή τη φορά- φαντάζει ρεαλιστική. Όχι τόσο λόγω σημειολογίας, όσο εξαιτίας της δυναμικής. Στην τρέχουσα φάση της, που είναι η αρχική, η σύγκρουση παραπέμπει σε μια ατελέσφορη αναμέτρηση με κατάληξη που θα καθοριστεί από βαθμούς «τεχνικής ποινής», από τη φθορά που θα υποστεί, και την πολιτική πίεση που θα δεχτεί, η κάθε πλευρά.
Αν και η σύγκριση με τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ίσως άστοχη, εντούτοις αποτυπώνει μια εντεινόμενη ανησυχία. Ότι πιθανόν οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς εναντίον του Ιράν με πορεία που δεν θα καθοριστεί από αποφασιστικές νίκες στα πεδία των μαχών, όπως υπαγορεύει η στρατιωτική λογική, αλλά από την πολυεπίπεδη ανθεκτικότητα, τη διαθεσιμότητα πόρων και, βέβαια, τη στρατηγική μετατόπιση. Το αν αυτό το αποτέλεσμα υλοποιηθεί, θα εξαρτηθεί όχι μόνο από την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, αλλά και από τις φιλοδοξίες -και τις αντιφάσεις- των περιφερειακών παραγόντων, ιδίως του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας.
Το περιθώριο λάθους
Στο κέντρο του στρατηγικού διλήμματος που αντιμετωπίζει σήμερα η Ουάσιγκτον και ο Τραμπ βρίσκεται η αυτοδιαψευσθείσα πεποίθηση πως η έξωθεν στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες στο ιρανικό εσωτερικό που θα προκαλούσαν ή διευκόλυναν αλλαγή καθεστώτος.
Επί δεκαετίες διαδοχικές κυβερνήσεις, τόσο των Ρεπουμπλικάνων όσο και των Δημοκρατικών, δελεάζονταν από αυτή την ιδέα, αλλά πάντα την απέρριπταν. Και οι λόγοι ήταν αντικειμενικοί· όχι ιδεολογικοί. Το Ιράν δεν κυβερνάται από ένα προσωποπαγές καθεστώς, από μια ομάδα ανθρώπων από τους οποίους εκπορεύεται και στους οποίους καταλήγει η εξουσία. Είναι οργανωμένο γύρω από ένα πολυεπίπεδο σύστημα εξουσίας, με αναφορές στην ιστορική εμπειρία και την καθολική απόρριψη του δυτικού ηγεμονισμού, βασισμένο σε ισχυρούς στρατιωτικο-πολιτικούς θεσμούς, όπως τους Φρουρούς της Επανάστασης, ενισχυμένο από ιδεολογικά δίκτυα, σχεδιασμένο να ανθίσταται και να επιβιώνει.
Ακόμη και ο «αποκεφαλισμός» της κορυφής της ηγετικής πυραμίδας του, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, δεν προκάλεσε τη συστημική κατάρρευση την οποία ήλπιζαν ΗΠΑ και Ισραήλ. Αντίθετα, η στάση του ιρανικού κατεστημένου σηματοδότησε αδιαμφισβήτητη συνέπεια ως προς τη διαφύλαξη και τη συνέχιση του καθεστώτος αποφεύγοντας εσωτερικές ρήξεις.
Το μήνυμα ήταν σαφές: Οι απώλειες είναι αναμενόμενες, η κατάρρευση είναι ανεπίτρεπτη. Έτσι, το βαθύτερο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι πως το καθεστώς είναι απλά ανθεκτικό. Είναι ότι δεν υπάρχει βιώσιμη εναλλακτική, έτοιμη να το αντικαταστήσει.
Το μάθημα που δεν φαίνεται να πήραν οι ΗΠΑ από την οδυνηρή εμπειρία τους, της εισβολής στο Ιράκ το 2003, είναι πως η εκδίωξη ενός καθεστώτος είναι το εύκολο κομμάτι. Το δύσκολο είναι η αντικατάσταση του συστήματος που στηρίζει την εξουσία του.
Αυτή η αναπόδραστη πραγματικότητα αλλάζει τώρα όλο τον σχεδιασμό του πολέμου. Έγινε ξεκάθαρο από τη «σκηνοθεσία» των παζαριών μέσω τρίτων την περασμένη εβδομάδα πως ο Τραμπ θέλει να αφήσει πίσω του την «παρτίδα» ενός πολέμου με πολλές κρυμμένες κάρτες που κινδυνεύει να τον αποξενώσει από τους πιστούς τής «Μεγάλης Αμερικής», όπως δείχνουν οι τελευταίες, απογοητευτικές για τη δημοφιλία του, δημοσκοπήσεις.
Αυτό που ξεκίνησε, εν μέρει έμμεσα ή εν μέρει ξεκάθαρα, ως μια εκστρατεία αλλαγής καθεστώτος μετατοπίζεται τώρα σιωπηλά προς κάτι πιο περιορισμένο: Μια επιχείρηση υποβάθμισης των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, περιορισμού της περιφερειακής επιρροής του και αποκατάστασης της αποτροπής εναντίον του. Όμως, τέτοιοι στόχοι είναι ντε φάκτο ασαφείς και επικίνδυνα ανοιχτοί ως προς τον χρονικό ορίζοντα επίτευξής τους.
Η λογική της φθοράς
Αυτή η ασάφεια είναι που παραπέμπει τώρα σε έναν πόλεμο «τύπου Ουκρανίας». Οι πόλεμοι διαφέρουν σε επίπεδο γεωγραφίας, γεωμορφολογίας, κλίμακας, δομής. Η Ουκρανία σηματοδοτεί μεγάλης κλίμακας χερσαίες μάχες και εδαφικό έλεγχο. Το Ιράν, τουλάχιστον προς το παρόν, είναι ένας πόλεμος αεροπορικής ισχύος, πληρεξουσίων και περιφερειακής κλιμάκωσης. Η ομοιότητά τους έγκειται αλλού, στην πιθανή τροπή.
Τον Φεβρουάριο του 2022 η Ρωσία ανέμενε μια γρήγορη νίκη. Αντ’ αυτού, αντιμετώπισε έναν υποδεέστερο αντίπαλο, πλην ικανό να απορροφήσει το σοκ, να προσαρμοστεί στην πίεση και να παρατείνει τη σύγκρουση. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλά ένα αδιέξοδο στο πεδίο της μάχης αλλά μια παγκόσμια κρίση που άλλαξε και αναδιάταξε ριζικά τις αγορές ενέργειας, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις συμμαχίες. Μια παρόμοια δυναμική δείχνει να διαμορφώνεται σήμερα στη Μέση Ανατολή.
Η στρατηγική του Ιράν δεν είναι να κερδίσει γρήγορα τον πόλεμο, είναι να επιβιώσει. Το δόγμα της ανθεκτικότητας αντανακλά τόσο την ιρανική ιστορική εμπειρία όσο και τον θεσμικό σχεδιασμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Από τον 8ετη πόλεμο με το Ιράκ, μέχρι τις μακροχρόνιες οικονομικές κυρώσεις και τη διεθνή απομόνωση, το ιρανικό καθεστώς έχει προετοιμαστεί για επιβίωση υπό πίεση. Οι ηγέτες του φαίνεται να πιστεύουν πως ο χρόνος δεν είναι εχθρός, αλλά πλεονέκτημα.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι τακτικές των ΗΠΑ και του Ισραήλ -επιθέσεις αποκεφαλισμού ηγεσίας, επιθέσεις σε υποδομές, συνεχής πίεση- μπορεί να μην οδηγήσουν σε κατάρρευση. Αντίθετα, μπορεί να ενισχύσουν την εσωτερική συνοχή, να σκληρύνουν το καθεστώς και την αποφασιστικότητά του, και βέβαια, να επεκτείνουν τη σύγκρουση.
Όπως το έθεσε σε ένα πρόσφατο podcast των New York Times ο βετεράνος των πολέμων της Αμερικής μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο στρατηγός Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επανειλημμένα υπερεκτιμήσει την ισχύ των αεροπορικών εκστρατειών, υποτιμώντας παράλληλα το «βάθος της δέσμευσης» των αντιπάλων τους. Οι πόλεμοι, είπε, δεν κερδίζονται μόνο καταστρέφοντας στόχους, αλλά αλλάζοντας την πολιτική βούληση. Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί.
Οι αποκλίνοντες παράγοντες
Κανένας άλλος παράγοντας δεν έχει επηρεάσει και διαμορφώσει τόσο άμεσα την πορεία αυτής της σύγκρουσης όσο το Ισραήλ. Κι εδώ βρίσκεται ο πιο «δύσκολος» άγνωστος της εξίσωσης.

Ιστορικά, η ισραηλινή στρατηγική απέναντι στο Ιράν επικεντρώνονταν στην πρόληψη της πυρηνικής προόδου του και στην αποδυνάμωση του περιφερειακού δικτύου των ενόπλων πληρεξουσίων του. Ο πόλεμος αντιπροσωπεύει τώρα την κορύφωση αυτής της στρατηγικής. Βομβαρδισμοί υποδομών, στοχευμένες δολοφονίες ηγετικών στελεχών, προσπάθεια υποβάθμισης στρατηγικών δυνατοτήτων. Αλλά οι στόχοι του Ισραήλ δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως με τους στόχους της Ουάσιγκτον.
Ενώ οι ΗΠΑ μπορεί να επιδιώκουν ένα αποδυναμωμένο και περιορισμένο Ιράν, ο στρατηγικός ορίζοντας του Ισραήλ είναι ευρύτερος και πιο φιλόδοξος. Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου θεωρεί εδώ και καιρό το Ιράν ως υπαρξιακή απειλή που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί επ’ αόριστον μόνο μέσω του περιορισμού του. Αυτή η απόκλιση δημιουργεί έναν πρόσθετο κίνδυνο.
Το Ισραήλ μπορεί να έχει κίνητρα να παρατείνει τη σύγκρουση συνεχίζοντας τις επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και συνδεδεμένων ομάδων, όπως η Χεζμπολάχ, ακόμη και αν η Ουάσιγκτον επιδιώκει την αποκλιμάκωση. Η ισραηλινή στρατηγική που περιγράφεται χαρακτηριστικά ως «κούρεμα του γκαζόν», δηλαδή ανάληψη στρατιωτικής δράσης κατά περιόδους με σκοπό την υποβάθμιση της ικανότητας των αντιπάλων χωρίς οριστική επίλυση των υποκείμενων συγκρούσεων, μπορεί να διατηρήσει έναν κύκλο βίας χωρίς σαφές τέλος.
Υπ' αυτό το σενάριο, οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να παρασυρθούν σ’ έναν πόλεμο του οποίου η διάρκεια και η ένταση θα διαμορφώνονται όχι μόνο από τις δικές τους επιλογές, αλλά και από εκείνες ενός συμμάχου με διαφορετικές προτεραιότητες.
Η σαουδαραβική συνισταμένη
Επιπλέον, θα χρειαστεί να υπολογίσουν έναν ακόμη άγνωστο της εξίσωσης, τη Σαουδική Αραβία, που αντιπροσωπεύει τον άλλο ισχυρό πόλο της περιφερειακής δυναμικής. Οι αναφορές της περασμένης εβδομάδας ότι ο Μπιν Σαλμάν «προέτρεψε» τον Τραμπ να συνεχίσει τον πόλεμο, μαρτυρούν πως η σαουδαραβική συνισταμένη της σύγκρουσης είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Υπάρχουν βέβαια λόγοι γι’ αυτό. Τα αραβικά κράτη του Περσικού αντιμετωπίζουν διαχρονικά το σιιτικό Ιράν ως γείτονα αλλά και ως απειλή. Η Ισλαμική Δημοκρατία είναι έναν στρατηγικός αντίπαλος που δεν μπορεί να αγνοηθεί αλλά ούτε και να… εξαφανιστεί. Επομένως, η μόνη ρεαλιστική επιλογή είναι η συνύπαρξη. Όμως, για να υπάρξει αυτή, χρειάζεται σταθερότητα. Μόνο υπό μια σταθερή σχέση μπορούν να εξασφαλιστούν εξαγωγές ενέργειας, οικονομική ανάπτυξη, αποφυγή άμεσης αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, η συμμαχία των Αράβων του Περσικού με τις ΗΠΑ αντιπροσωπεύει μια σημαντική αντίφαση, ενώ η γεωγραφική γειτνίασή τους με την Τεχεράνη καθιστά την θέση τους επισφαλή. Επιτρέποντας στις αμερικανικές δυνάμεις να επιχειρούν από το έδαφός τους, τα κράτη του Περσικού γίνονται στόχοι αντιποίνων. Οι επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε υποδομές αναδεικνύουν την ευαλωτότητα και τη δύσκολη θέση των αραβικών χωρών του Περσικού. Ο πόλεμος που αποσκοπεί στον περιορισμό του Ιράν μπορεί να εκθέσει τα όρια των εγγυήσεων ασφάλειας της Ουάσιγκτον προς τους συμμάχους της στην περιοχή.
Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο. Η Σαουδική Αραβία και οι γείτονές της μπορεί να υποστηρίζουν σιωπηλά τις προσπάθειες των ΗΠΑ να αποδυναμώσουν το Ιράν αλλά έχουν επίσης ισχυρά κίνητρα να πιέσουν για αποκλιμάκωση. Οι μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες τους να γίνουν παγκόσμια κέντρα της χρηματοπιστωτικής και τουριστικής βιομηχανίας, των επενδύσεων αλλά και της υψηλής τεχνολογίας, είναι προφανώς ασύμβατες με μια παρατεταμένη περιφερειακή σύγκρουση. Υπό αυτή την έννοια, οι Άραβες του Περσικού θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως γεφυροποιός δύναμη, αλλά η επιρροή τους είναι περιορισμένη και η ευαλωτότητά τους μπορεί αντ' αυτού να εμβαθύνει την πολυπλοκότητα της σύγκρουσης.
Εν κατακλείδι, για την Ουάσιγκτον η κεντρική πρόκληση δεν είναι η στρατιωτική επάρκεια ή ικανότητα, αλλά η στρατηγική σαφήνεια. Τι συνιστά γι’ αυτήν νίκη στον πόλεμο κατά του Ιράν; Το ερώτημα παραμένει ακόμα αναπάντητο. Σε αντίθεση με τον σαφώς καθορισμένο στόχο της υπεράσπισης της κυριαρχίας της Ουκρανίας, οι αμερικανικοί στόχοι στην αντιπαράθεση με την Τεχεράνη είναι συγκεχυμένοι. Ποιοι είναι τελικά; Η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου; Η προστασία των συμμάχων; Η αποδυνάμωση του ίδιου του καθεστώτος;
Ένας πόλεμος χωρίς σαφή τελικό «προορισμό» είναι δύσκολο να ολοκληρωθεί. Γίνεται ευκολότερο να συνεχιστεί μέσω περιστασιακής κλιμάκωσης, ανάδρασης και αδράνειας, παρά να τερματιστεί.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αναλογίας με την Ουκρανία. Δεν αφορά ομοιότητα της δυναμικής στο πεδίο της μάχης, αλλά το βασικό κοινό χαρακτηριστικό: Μια πλήρους κλίμακας σύγκρουση που δεν είναι τόσο καταστροφική για να τελειώσει γρήγορα, ούτε τόσο «σταθεροποιημένη» ή άτονη για να αγνοηθεί.
