Εδώ και χρόνια η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει χάσει τη θέση της στα διεθνή πρωτοσέλιδα. Τώρα κινδυνεύει να υποχωρήσει και από τις προτεραιότητες της Δύσης. Γιατί οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δεν μετατοπίζουν απλώς τη διεθνή προσοχή. Ανακατανέμουν πόρους, παγώνουν διπλωματικές πρωτοβουλίες και δημιουργούν ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον, στο οποίο η Ουκρανία δεν αποτελεί πλέον το επίκεντρο.
Οι προειδοποιήσεις του Προέδρου της χώρας Βολοντίμιρ Ζελένσκι για ελλείψεις που αναμένεται να αντιμετωπίσει στο άμεσο μέλλον ο ουκρανικός στρατός σε κρίσιμα οπλικά συστήματα περιγράφουν μια μεταβολή που έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται στα πεδία των μαχών. Οι ειρηνευτικές συνομιλίες, υπό αμερικανική διαμεσολάβηση, έχουν ουσιαστικά παγώσει, καθώς όλο το ενδιαφέρον στρέφεται προς τη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, η Μόσχα σπεύδει να εκμεταλλευτεί το κενό. Με βάση πληροφορίες δυτικών υπηρεσιών ασφαλείας, ο ρωσικός στρατός σχεδιάζει νέες επιχειρήσεις κατά μήκος ενός μετώπου άνω των 1.200 χιλιομέτρων, ενόψει της εαρινής και θερινής περιόδου. Είναι μια στρατηγική που δεν φαίνεται να αποσκοπεί σε θεαματικές κατακτήσεις αλλά σε σταδιακή φθορά, εκμεταλλευόμενη κάθε ρωγμή στην υποστήριξη προς το Κίεβο.
Εξάντληση πυρομαχικών, χαλάρωση κυρώσεων
Η σταδιακή εξάντληση των ουκρανικών πυρομαχικών αποτελεί ήδη πραγματικότητα. Τα αμερικανικά συστήματα αεράμυνας που χρησιμοποιούνται μαζικά για την αντιμετώπιση των επιθέσεων από το Ιράν περιορίζουν την όποια διαθεσιμότητα. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ζελένσκι, η αμερικανική παραγωγή πυραύλων Patriot δεν ξεπερνά τους 60-65 τον μήνα, την ώρα που σε μία μόνο ημέρα επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή χρησιμοποιούνται εκατοντάδες. Παράλληλα, η ενεργειακή διάσταση της κρίσης λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής επιπτώσεων. Η ένταση στο Στενό του Ορμούζ έχει εκτοξεύσει τις τιμές πετρελαίου, ενισχύοντας σημαντικά τα έσοδα της Ρωσίας. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου, σε συνδυασμό με την αποσταθεροποίηση των ροών μέσω του Στενού του Ορμούζ, έχει οδηγήσει την Ουάσιγκτον σε προσωρινή αναστολή κυρώσεων για ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη σε μεταφορά, με ισχύ έως τις 11 Απριλίου. Την απόφαση υπερασπίστηκε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ως «βραχυπρόθεσμο, στοχευμένο μέτρο» για τη σταθεροποίηση της αγοράς, υποστηρίζοντας ότι στόχος είναι να αυξηθεί η διαθέσιμη προσφορά και να περιοριστεί η πίεση στις τιμές. Περισσότερα ρωσικά βαρέλια επιστρέφουν έτσι στην αγορά σε μια περίοδο εκρηκτικής ζήτησης, ενισχύοντας τα έσοδα της Μόσχας.
Παράλληλα, η Ρωσία αξιοποιεί την κρίση για να επιβεβαιώσει τον ρόλο της ως αναντικατάστατο προμηθευτή ενέργειας. «Χωρίς το ρωσικό πετρέλαιο, η παγκόσμια αγορά δεν μπορεί να παραμείνει σταθερή» σχολίασε πρόσφατα ο κορυφαίος διαπραγματευτής του Κρεμλίνου Κίριλ Ντιμιτρίεφ υπογραμμίζοντας τον «κεντρικό, συστημικό ρόλο» της Ρωσίας στη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.
Η ουκρανική συμμετοχή
Την ίδια στιγμή, η δυτική συνοχή δοκιμάζεται. Στην Ευρώπη οι διαφωνίες γύρω από ένα πακέτο 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία αναδεικνύουν για ακόμα μια φορά τις δυσκολίες να διατηρηθεί μια ενιαία στάση απέναντι στη σύγκρουση. Παρά τις διακηρύξεις στήριξης η κόπωση είναι εμφανής, με αρκετές κυβερνήσεις να δέχονται αυξανόμενη εσωτερική πίεση λόγω του ενεργειακού κόστους και του πληθωρισμού. Και φυσικά το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει τη δική του κρίση με αφορμή την αποτυχημένη μέχρι στιγμής προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να συγκροτήσει μια νέα «συμμαχία των προθύμων» για τον πόλεμο του Ιράν. Η Ουκρανία, πάντως, δεν κρύβει την προθυμία της. Περισσότεροι από 200 Ουκρανοί στρατιωτικοί ειδικοί έχουν αναπτυχθεί σε χώρες του Κόλπου, μαζί με εξοπλισμό και τεχνογνωσία για την αντιμετώπιση των ιρανικών drones, τα οποία αποτελούν πλέον βασικό εργαλείο ασύμμετρων επιθέσεων στην περιοχή.
Από το 2022 η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μαζική χρήση φθηνών ιρανικών drones τύπου Shahed από τη Ρωσία, γεγονός που την οδήγησε στην ανάπτυξη εξελιγμένων συστημάτων άμυνας. Ωστόσο, παρά την επιχειρησιακή αυτή εμπειρία και τη μεταφορά προσωπικού και μέσων στην περιοχή, η ουκρανική πρόταση για συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες απορρίφθηκε σε πολιτικό επίπεδο, με τον Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει ότι η Ουάσιγκτον «δεν τη χρειάζεται».
Από την «απειλή», στη στρατηγική της αποσταθεροποίησης
Η Ουκρανία έχει κάθε λόγο να θεωρεί τον εαυτό της ανάμεσα στους χαμένους του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Χάνει πολιτική υποστήριξη και πολύτιμους εξοπλισμούς, ενώ βλέπει τον αντίπαλό της να κερδίζει χρόνο αλλά και χρήμα. Η μεγαλύτερη ζημιά όμως για το Κίεβο θα μπορούσε να προέλθει από αλλού.
Για χρόνια και χρόνια η Ρωσία παρουσιαζόταν ως η βασική απειλή για τη διεθνή σταθερότητα. Δημοσιεύματα και αναλύσεις εμφάνιζαν ούτε λίγο ούτε πολύ τον Βλαντίμιρ Πούτιν ως τον «νέο Χίτλερ» που απειλούσε είτε να κατακτήσει τον κόσμο είτε να τον καταστρέψει με πυρηνικό ολοκαύτωμα. Δεν ήταν όμως ο Πούτιν εκείνος που έκανε σμπαράλια το Διεθνές Δίκαιο με την ανοχή και ενεργή υποστήριξή του σε μια σύγχρονη γενοκτονία όπως αυτή της Γάζας. Που έστειλε ειδικές δυνάμεις για να απαγάγουν τον Πρόεδρο ενός κυρίαρχου κράτους στην Καραϊβική ενώ στραγγαλίζει σήμερα οικονομικά ακόμα ένα. Δεν ήταν ο Ρώσος Πρόεδρος εκείνος που απείλησε τους Ευρωπαίους ότι θα αποκτήσει τη Γροιλανδία είτε με το καλό είτε με το ζόρι.
Ο παράνομος πόλεμος στο Ιράν που εξαπέλυσαν ΗΠΑ και Ισραήλ κάνει κομμάτια το συγκεκριμένο αφήγημα. Τόσο για τις χώρες της λεγόμενης Δύσης που αντιμετωπίζει πια φανερή κρίση ταυτότητας όσο και για τον υπόλοιπο κόσμο. Επειδή για τον Ντόναλντ Τραμπ η αποσταθεροποίηση δεν είναι αποτέλεσμα, είναι μέσο. Και η αστάθεια δεν είναι το τίμημα της σύγκρουσης αλλά στόχος της. Σε αυτό το πλαίσιο, η αυτοκρατορία του χάους δεν διαχειρίζεται απλώς κρίσεις. Τις δημιουργεί για να διατηρήσει την ισχύ της και να επιβάλει, δια πυρός και σιδήρου, τη δική της τάξη πραγμάτων.
