Αν ραγίσει το γυαλί δεν ξανακολλάει, λένε. Ακόμα και ένας τυπικός εκπρόσωπος της γερμανικής Δεξιάς, όπως ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, που κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει για αντιαμερικανισμό, γίνεται και αυτός ένας από τους «αχάριστους Ευρωπαίους». Και αισθάνεται πια υποχρεωμένος να διαφοροποιηθεί από τις τυχοδιωκτικές επιλογές της Ουάσιγκτον.
«Κανείς δεν διαβουλεύτηκε μαζί μας» και «μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κανένα πειστικό σχέδιο» σχολιάζει για τον πόλεμο στο Ιράν. Ένας πολιτικός μάλιστα, που μέχρι πρότινος χειροκροτούσε τις ΗΠΑ για το γεγονός ότι κάνουν «τη βρόμικη δουλειά» για λογαριασμό των Ευρωπαίων στη Μέση Ανατολή, ξεκαθαρίζει τώρα πως η Γερμανία δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να συμμετάσχει ούτε καν σε αποστολές διασφάλισης της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ. «Δεν είναι δικός μας πόλεμος» διαμηνύει και ο υπουργός Άμυνας της χώρας Μπόρις Πιστόριους.
Το ίδιο μήνυμα εκπέμπει και ο Πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν. «Δεν είμαστε μέρος της σύγκρουσης» σημειώνει και ζητά την άμεση αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και την επιστροφή στον δρόμο της διπλωματίας.
Στη Μαδρίτη η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ έχει τη σαφέστερη στάση. Ο Ισπανός πρωθυπουργός χαρακτηρίζει ευθέως τον πόλεμο «παράνομο» και απορρίπτει την πιθανότητα χρήσης των ισπανικών βάσεων για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. «Δεν πρόκειται να γίνουμε υποτελείς κανενός, δεν θα ανεχθούμε απειλές και θα υπερασπιστούμε τις αξίες μας» υπογραμμίζει η αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μαρία Χεσούς Μοντέρο, όταν η Ουάσιγκτον απειλεί ακόμα και με διακοπή των διμερών εμπορικών σχέσεων.
Ούτε καν η Βρετανία, η πρώτη που σε ανάλογες περιπτώσεις έσπευδε να ακολουθήσει την Ουάσιγκτον, δεν κινείται πλέον αυτόματα. «Δεν θα συρθούμε σε μια ευρύτερη σύγκρουση στην περιοχή» τονίζει ο Κιρ Στράμερ, υπογραμμίζοντας πως το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ «δεν είναι απλή υπόθεση». Είναι μια στάση την οποία επιβραβεύει μέχρι τώρα η κοινή γνώμη. Δημοσκόπηση της YouGov αποκαλύπτει πως το 49% των Βρετανών αντιτίθεται στον πόλεμο, έναντι 28% που τον υποστηρίζουν. Στη Γερμανία, σύμφωνα με το ARD DeutschlandTrend, το 58% των πολιτών αντιτίθεται στον πόλεμο, ενώ μόλις το 25% τον στηρίζει. Στην Ισπανία, έρευνα της εταιρείας 40db δείχνει ότι το 68% των πολιτών είναι αντίθετο στη σύγκρουση.
Όλα αυτά κάνουν ακόμα πιο έξαλλο τον Τραμπ. Απειλεί, βρίζει και τελικά υποστηρίζει ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν και πως «θα θυμάται» όλους εκείνους που τον πρόδωσαν. Ακόμα και το ΝΑΤΟ, λέει, θα μπορούσε να έχει «ένα πολύ κακό μέλλον». Παρά τις πιέσεις, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν μετακινούνται. Η στάση τους, όμως, δεν συνοδεύεται από ενιαία πολιτική γραμμή ως προς τη δημόσια καταδίκη του πολέμου.
Διαφοροποίηση χωρίς καταδίκη
Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι δηλώνει στο Κοινοβούλιο της χώρας της ότι η επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο, αλλά αποφεύγει να την καταδικάσει. Ο Μερτς τονίζει πως το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί «το κατάλληλο πλαίσιο» για την αξιολόγηση της σύγκρουσης, ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν εκτιμά ότι η συζήτηση για το αν ο πόλεμος αποτελεί «επιλογή ή ανάγκη» δεν είναι της παρούσης.
Όλα αυτά δεν μπορούν να συγκαλύψουν μια υπόγεια κρίση που σιγοβράζει. Ο πρώην ύπατος εκπρόσωπος της Ε.Ε. για την εξωτερική πολιτική Ζοζέπ Μπορέλ τονίζει πως η Ένωση «απέτυχε να καταστήσει τις ΗΠΑ υπόλογες για παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου» και χαρακτηρίζει τον πόλεμο στο Ιράν «παράνομο και αδικαιολόγητο από οποιαδήποτε άμεση απειλή».
Μιλώντας στο Politico κατηγορεί μάλιστα την πρόεδρο της Κομισιόν ότι «υπερβαίνει τις αρμοδιότητές της» και ότι εμφανίζεται «συστηματικά μεροληπτική υπέρ των ΗΠΑ και του Ισραήλ», την ώρα που «η Ευρώπη υφίσταται τις συνέπειες, ιδίως στις τιμές της ενέργειας». «Χάνουμε αξιοπιστία, όταν χρησιμοποιούμε επιλεκτικά τους κανόνες» σημειώνει και καλεί τη διάδοχό του Κάγια Κάλας να είναι «σαφέστερη στην καταδίκη παραβιάσεων του Διεθνούς Δικαίου, είτε προέρχονται από τη Ρωσία, είτε από το Ισραήλ, είτε από τις ΗΠΑ». Η συμφωνία εμπορίου που διαπραγματεύτηκε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με την Ουάσιγκτον είναι «άδικη» και η εφαρμογή της θα πρέπει να ανασταλεί, καταλήγει ο ίδιος.
Από το Ιράκ στο Ιράν
Έχουν περάσει περισσότερο από 20 χρόνια από τον εξίσου παράνομο πόλεμο κατά του Ιράκ και τα ακόμα άφαντα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν. Και εκείνη τη φορά υπήρξαν αντιρρήσεις για την επέμβαση, όπως επίσης και ανοιχτός διχασμός στους κόλπους της Ευρώπης. Ήταν, όμως, ένας διχασμός που γέννησε πρωτοβουλίες που τότε επιχείρησαν να δώσουν στην Ευρώπη έναν πιο διακριτό ρόλο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας -ο οποίος έφυγε πριν λίγες μέρες από τη ζωή- μιλούσε τότε για μια Ευρώπη που «ανακαλύπτει τον εαυτό της» ως πολιτική δύναμη, θεμελιωμένη στο Διεθνές Δίκαιο και τον πολυμερισμό, σε αντίθεση με την ασυδοσία και την προσφυγή στον νόμο της ζούγκλας.
Η προσδοκία ότι η Ενωμένη Ευρώπη θα αποτελούσε τον βασικό υπερασπιστή του Διεθνούς Δικαίου σε έναν ολοένα και πιο άγριο και χαοτικό κόσμο, δυστυχώς δεν δικαιώθηκε ποτέ. Το πλαίσιο όμως των ευρω-αμερικανικών σχέσεων είχε ήδη αλλάξει. Και αυτό ήταν κάτι που κανείς δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει.
Πόσο μάλλον όταν η Προεδρία Μπάιντεν αποδείχθηκε εκ των υστέρων παρένθεση σε μια βαθύτερη μετατόπιση: την ανάδυση μιας Αμερικής που, καθώς βλέπει την ισχύ της να αμφισβητείται από την άνοδο της Κίνας, γίνεται πιο επιθετική και πιο απρόβλεπτη. Μιας Αμερικής που εκφράζει με τον πιο ωμό τρόπο ο Ντόναλντ Τραμπ.
Η αλλαγή αποτυπώθηκε πιο πρόσφατα και με αφορμή τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Ο Τραμπ επέλεξε να συνομιλεί απευθείας με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τους Ευρωπαίους συμμάχους. Η διαχείριση ενός κεντρικού ευρωπαϊκού ζητήματος μέσω διμερών επαφών Ουάσιγκτον-Μόσχας ενίσχυσε την αίσθηση ότι αποφάσεις που αφορούν άμεσα την ασφάλεια της Ευρώπης λαμβάνονταν ερήμην της.
Η κρίση στις διατλαντικές σχέσεις είχε, επομένως, ήδη αρχίσει να προετοιμάζεται εδώ και καιρό. Και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ίσως η υπόθεση της Γροιλανδίας. Όταν -μέσα σε λίγες ημέρες- η Ουάσιγκτον πέρασε από την επιβολή δασμών προς τους συμμάχους στην ανοιχτή απειλή ότι «με τον έναν ή τον άλλο τρόπο» θα αποκτήσει τον έλεγχο ενός εδάφους που ανήκει σε κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ. Για ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν ήταν μία ακόμη προκλητική δήλωση αλλά ευθεία αμφισβήτηση της ίδιας της έννοιας της συμμαχίας.
Το ΝΑΤΟ σε αμφισβήτηση
Αν οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να διεκδικήσουν εδάφη ενός συμμάχου, τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τις εγγυήσεις ασφάλειας του ΝΑΤΟ; Ήταν ένα ερώτημα που διατυπώθηκε ευθέως σε διπλωματικούς κύκλους. Η αντίδραση της Ευρώπης ήταν και πάλι αντιφατική. Οι εκκλήσεις για σθεναρή στάση και εμπορικά αντίμετρα πνίγηκαν μέσα στη γενικότερη επιφυλακτικότητα και τον φόβο η ρήξη να φτάσει στα άκρα.
Η διατλαντική σχέση είχε πάψει να θεωρείται δεδομένη και η εμπιστοσύνη είχε υποχωρήσει, ακόμη κι αν οι θεσμοί παρέμεναν στη θέση τους. Έτσι, όταν Τραμπ και Νετανιάχου ξεκίνησαν τη νέα γκανγκστερική τους επέμβαση στη Μέση Ανατολή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν ακολούθησαν με βάση τα αντανακλαστικά που είχαν διαμορφωθεί μέσα σε δεκαετίες. Πήραν αυτή τη φορά αποστάσεις, χωρίς παράλληλα να καταδικάσουν. Το αποτέλεσμα δεν ήταν ένας νέος διχασμός τύπου Ιράκ, αλλά μια κατάσταση ακινησίας.
Και η επιλογή αυτή μάλλον θα έχει τελικά συνέπειες που θα υπερβούν τη σημερινή κρίση. Η Ε.Ε. έχει επενδύσει επί δεκαετίες στην εικόνα μιας δύναμης που λειτουργεί μέσα από κανόνες, θεσμούς και διεθνείς συμφωνίες. Μια προσέγγιση που αποτέλεσε τόσο εσωτερικό θεμέλιο της ολοκλήρωσης όσο και βασικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Σήμερα η απόσταση ανάμεσα σε αυτή την εικόνα και την πρακτική γίνεται περισσότερο εμφανής παρά ποτέ. Όταν η παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου αναγνωρίζεται αλλά δεν καταδικάζεται, η επίκληση των κανόνων μοιάζει αφόρητα υποκριτική. Και αυτή η επιλεκτικότητα δεν περνά απαρατήρητη· ούτε εντός ούτε εκτός Ευρώπης.
Η μουδιασμένη Ευρώπη
Ταυτόχρονα, η απουσία κοινών πρωτοβουλιών περιορίζει τη δυνατότητα της Ένωσης να συνδιαμορφώσει με κάποιον τρόπο τις εξελίξεις. Οι επιμέρους κινήσεις παραμένουν αποσπασματικές και δεν συγκροτούν ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο δράσης.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα ακόμα δίλημμα. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να διατηρήσει τη σχέση με τις ΗΠΑ, την οποία θεωρεί ακόμα κεντρική για την ασφάλειά της. Από την άλλη, καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες επιλογών τις οποίες δεν υιοθετεί. Διαμορφώνεται έτσι μια περίεργη ισορροπία, αποστασιοποίηση χωρίς ρήξη, διαφοροποίηση χωρίς σύγκρουση. Είναι, όμως, μια ισορροπία εξαιρετικά δύσκολο να διατηρηθεί καθώς οι πιέσεις συνεχώς και αυξάνονται. Η ανάγκη μεγαλύτερης αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων επανέρχεται, όπως και τα ερωτήματα για το κατά πόσο η Ένωση μπορεί τελικά να υπερβεί την πολύχρονη εξάρτησή της από την Ουάσιγκτον και να λειτουργήσει ως πραγματικά ανεξάρτητος πόλος σε ένα ολοένα και πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.
Επανέρχεται, όμως, και το ζήτημα της συνοχής. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τη στάση, τη διαχείριση της κρίσης και τη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν. Άλλες χώρες εμφανίζονται έτοιμες να βοηθήσουν, άλλες απλώς χειροκροτούν τον Τραμπ και άλλες τον αποδοκιμάζουν.
Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ εξελίσσεται έτσι σε δοκιμασία, όχι μόνο για τις διατλαντικές σχέσεις, αλλά και για την ίδια τη δυνατότητα της Ε.Ε. να λειτουργεί ως πολιτική δύναμη. Γιατί το ερώτημα δεν είναι πια αν οι αρχές της αμφισβητούνται· αυτό έχει ήδη συμβεί. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη είναι διατεθειμένη να τις υπερασπιστεί ή αν θα συνεχίσει να προσαρμόζεται σε έναν κόσμο όπου αυτές παύουν να ισχύουν.

To τέλος της ασιατικής «υπακοής»
Ακόμη και οι πιο πιστοί σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν είναι διατεθειμένοι να εμπλακούν σε σύγκρουση της οποίας τους στόχους δεν συμμερίζονται και για την οποία δεν είχαν λόγο στη διαμόρφωσή της
Η απροθυμία συμμάχων να ακολουθήσουν την Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται στην Ευρώπη· επεκτείνεται και στον άξονα Ασίας-Ειρηνικού, όπου οι σχέσεις με τις ΗΠΑ θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα ακόμη πιο συμπαγείς.
Η περίπτωση της Ιαπωνίας είναι ενδεικτική. Παρά τη στενή πολιτική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τη νέα πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι, το Τόκιο δεν ανταποκρίθηκε μέχρι τώρα στις πιέσεις να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις στο Στενό του Ορμούζ. Ο ίδιος ο Τραμπ φτάνει στο σημείο να υποστηρίζει ότι η Ιαπωνία «οφείλει» στις ΗΠΑ, επικαλούμενος την αμερικανική συμβολή στην ασφάλειά της.
Το αίτημα φέρνει την ιαπωνική κυβέρνηση σε δύσκολη θέση. Από τη μία πλευρά, η χώρα εξαρτάται ενεργειακά από τη Μέση Ανατολή - περίπου το 95% του πετρελαίου της προέρχεται από την περιοχή. Από την άλλη, δεσμεύεται από το αντιμιλιταριστικό μεταπολεμικό σύνταγμά της και από ένα πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που παραμένει ιδιαίτερα επιφυλακτικό απέναντι σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό. Παράλληλα, μόλις το 9% των πολιτών στηρίζει τις αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις στο Ιράν.
Όπως και πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες, η Τακαΐτσι αποφεύγει να τοποθετηθεί για τη νομιμότητα του πολέμου και περιορίζεται σε διατυπώσεις περί «νομικής δυσκολίας» και απουσίας άμεσης απειλής. Την ίδια στιγμή, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο «να εξεταστεί τι μπορεί να γίνει».
Αντίστοιχη επιφυλακτικότητα καταγράφεται και στη Νότια Κορέα. Η Σεούλ, η οποία φιλοξενεί επίσης μεγάλο αριθμό αμερικανικών δυνάμεων, αποφεύγει να δεσμευτεί σε οποιαδήποτε στρατιωτική συμμετοχή. Η κυβέρνηση περιορίζεται σε γενικές εκκλήσεις για σταθερότητα και ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Παρόμοια είναι και η εικόνα στην Αυστραλία, έναν από τους πιο σταθερούς συμμάχους των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Παρά τη στενή συνεργασία στο πλαίσιο συμμαχιών, όπως το AUKUS, η Καμπέρα αποφεύγει να αναλάβει ενεργό στρατιωτικό ρόλο. Οι δηλώσεις της κυβέρνησης κινούνται σε διπλωματικό τόνο, με έμφαση στην ανάγκη αποκλιμάκωσης και αποφυγής περαιτέρω αποσταθεροποίησης.
Η κοινή συνισταμένη σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι σαφής: οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι διατεθειμένοι να εμπλακούν σε μια σύγκρουση της οποίας τους στόχους δεν συμμερίζονται και για την οποία δεν είχαν λόγο στη διαμόρφωσή της.
Την ίδια στιγμή, η πίεση της Ουάσιγκτον -ιδιαίτερα η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ- ενισχύει μια διαφορετική δυναμική. Η επίκληση «υποχρεώσεων» και η μετατροπή της συμμαχικής σχέσης σε ζήτημα ανταλλαγμάτων δημιουργεί αντιδράσεις ακόμη και σε χώρες που παραδοσιακά ευθυγραμμίζονται με τις ΗΠΑ.
Προκύπτει, επομένως, μια νέα εικόνα. Οι συμμαχίες δεν διαλύονται, αλλά παύουν να λειτουργούν με αυτοματισμούς. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με μεγαλύτερη έμφαση στο εθνικό συμφέρον και λιγότερη προθυμία για άνευ όρων ευθυγράμμιση με τον ισχυρό υπερατλαντικό σύμμαχο.
Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ λειτουργεί ως επιταχυντής. Αναδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης, αλλά ένα ευρύτερο φαινόμενο επαναπροσδιορισμού των συμμαχιών. Και, κυρίως, δείχνει ότι η «υπακοή» ακόμα και των πιο πιστών συμμάχων της Ουάσιγκτον δεν θα πρέπει να θεωρείται πια δεδομένη.
