Όταν άρχισαν οι σχεδιασμοί για την επικείμενη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, ο υπολογισμός του Λευκού Οίκου ήταν σχετικά απλός. Ο πόλεμος στο Ιράν, μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές πηγές της Κίνας, θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές πιέσεις στην κινεζική οικονομία και να φέρει το Πεκίνο σε δυσχερή θέση με τον Αμερικανό πρόεδρο να αποκτά σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα στις συνομιλίες του με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ.
Τα πράγματα εξελίχθηκαν όμως πολύ διαφορετικά σε σχέση με τις προβλέψεις αυτές. Από τη μία πλευρά, η Κίνα έχει όχι μόνο ενισχύσει τα ενεργειακά αποθέματά της αλλά και διαφοροποιήσει σημαντικά τις πηγές της, αυξάνοντας τις εισαγωγές από χώρες όπως η Ρωσία και αναπτύσσοντας ένα ευρύτερο δίκτυο προμηθευτών. Από την άλλη, οι εκτιμήσεις ότι το καθεστώς της Τεχεράνης θα κατέρρεε ή θα συνθηκολογούσε μέσα σε λίγες μέρες από την έναρξη του πολέμου δεν επιβεβαιώθηκαν.
Η παράταση της σύγκρουσης έχει έτσι αρχίσει να δημιουργεί πιέσεις και για την ίδια την αμερικανική κυβέρνηση. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η αβεβαιότητα γύρω από το Στενό του Ορμούζ και η σαφής έλλειψη στρατηγικής εξόδου έχουν μετατρέψει την ιρανική κρίση σε έναν παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την αμερικανική οικονομία αλλά και την πολιτική ατζέντα του Λευκού Οίκου. Σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να διατηρήσει το αφήγημα της οικονομικής σταθερότητας ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, η άνοδος των τιμών της βενζίνης αποτελεί έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο δείκτη για την κοινή γνώμη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επίσκεψη του Τραμπ στο Πεκίνο (31 Μαρτίου-2 Απριλίου) αποκτά εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Αντί να αποτελέσει μοχλό πίεσης προς την κινεζική ηγεσία, ενδέχεται να εξελιχθεί σε προσπάθεια διαχείρισης μιας κρίσης που απειλεί να επηρεάσει τις ισορροπίες της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και να εξελιχθεί σε μεγάλη πολιτική ήττα για τον Λευκό Οίκο.
Τα αντικείμενα της διαπραγμάτευσης
Το Πεκίνο έχει επιλέξει να κινηθεί με ιδιαίτερη προσοχή απέναντι στις μέχρι τώρα εξελίξεις. Η κινεζική διπλωματία προσπαθεί να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας, καλώντας σε κατάπαυση του πυρός και επιστροφή στη διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ωστόσο ότι η συνεργασία Πεκίνου και Τεχεράνης έχει ενισχυθεί σε λιγότερο ορατά πεδία. Η Κίνα φέρεται να έχει προσφέρει στο Ιράν δορυφορικά δεδομένα και τεχνολογική υποστήριξη σε επίπεδο πληροφοριών, συμβάλλοντας στην παρακολούθηση των κινήσεων στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Η ατζέντα των συνομιλιών Σι-Τραμπ είναι ήδη αρκετά εκτεταμένη. Σύμφωνα με το Reuters, ένα από τα βασικά ζητήματα θα είναι η ανανέωση της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών. Ο Τραμπ επιδιώκει να πείσει το Πεκίνο να αυξήσει σημαντικά τις αγορές αμερικανικών προϊόντων -από αεροσκάφη της Boeing έως αγροτικά προϊόντα, όπως η σόγια- προσφέροντας ως αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς. Από την πλευρά του, ο Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να ζητήσει εγγυήσεις για την πρόσβαση της Κίνας σε ανταλλακτικά και τεχνολογίες υψηλής τεχνολογίας, μετά τους περιορισμούς και τα εμπάργκο που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ τα τελευταία χρόνια.
Ιδιαίτερα ευαίσθητο παραμένει το ζήτημα της Ταϊβάν. Το τελευταίο διάστημα, πάντως, επικρατεί μια σχετική «στρατηγική ηρεμία», με την Κίνα να έχει μειώσει τις στρατιωτικές πτήσεις κοντά στο νησί - μια κίνηση που αρκετοί αναλυτές ερμηνεύουν ως χειρονομία καλής θέλησης πριν από τη συνάντηση με τον Τραμπ. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δηλώσει ότι σέβεται «τις ευαισθησίες» του Πεκίνου στο θέμα, γεγονός που υποδηλώνει ότι όσο η κρίση στο Ιράν παραμένει ανοιχτή, η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί την ταυτόχρονη κλιμάκωση σε ένα δεύτερο στρατηγικό μέτωπο.
Προς κινεζική διαμεσολάβηση;
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, είναι αν η συνάντηση στο Πεκίνο μπορεί να ανοίξει έναν διαφορετικό δρόμο για τη διαχείριση της κρίσης στο Ιράν. Σε αντίθεση με τις δυτικές δυνάμεις, η Κίνα διατηρεί λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη, ενώ ταυτόχρονα έχει αναπτύξει στενές οικονομικές σχέσεις με τις περισσότερες χώρες του Κόλπου. Αυτή η ιδιόμορφη θέση τής επιτρέπει να εμφανίζεται ως ένας από τους λίγους διεθνείς παράγοντες που μπορούν να συνομιλούν με όλες τις πλευρές. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια το Πεκίνο επιχειρεί να καλλιεργήσει ένα προφίλ διαμεσολαβητή στη Μέση Ανατολή. Η επιτυχία της κινεζικής πρωτοβουλίας για την επαναπροσέγγιση Σαουδικής Αραβίας και Ιράν το 2023 έδειξε ότι η κινεζική διπλωματία είναι πρόθυμη να αξιοποιήσει το οικονομικό βάρος της για να αποκτήσει και μεγαλύτερο πολιτικό ρόλο στην περιοχή.
Αν η κρίση στο Ιράν συνεχίσει να επιβαρύνει τις αγορές ενέργειας και την παγκόσμια οικονομία, δεν αποκλείεται το Πεκίνο να επιχειρήσει μια αντίστοιχη πρωτοβουλία αποκλιμάκωσης. Μια κινεζική διαμεσολάβηση που θα οδηγούσε σε περιορισμό της έντασης ή σε μια νέα διαδικασία διαπραγμάτευσης για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια πρακτική διέξοδος για όλους τους εμπλεκόμενους.
Για την Ουάσιγκτον, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε μια προφανή αντίφαση. Από στρατηγική άποψη, η ανάδειξη της Κίνας σε διαμεσολαβητή σε μια κρίσιμη σύγκρουση της Μέσης Ανατολής θα ενίσχυε το διεθνές προφίλ της και την επιρροή της σε μια περιοχή όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν παραδοσιακά πρωταγωνιστικό ρόλο. Την ίδια στιγμή όμως, μια κινεζική πρωτοβουλία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως χρήσιμος μηχανισμός αποκλιμάκωσης από μια σύγκρουση χωρίς ορατό τέλος. Και, βέβαια, η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ήταν ακριβώς η δική της στρατιωτική πίεση που υποχρέωσε την Τεχεράνη σε διαδικασία διαπραγμάτευσης. Από αυτή την άποψη, η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο θα μπορούσε να αποδειχθεί η αρχή μιας αρκετά περίπλοκης διπλωματικής εξίσωσης για την επόμενη ημέρα όχι μόνο της κρίσης αλλά και των σινο-αμερικανικών σχέσεων.
