Live τώρα    
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Το πρόβλημα και οι υπολογισμοί της Κίνας όσο συνεχίζονται οι εχθροπραξίες
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Το πρόβλημα και οι υπολογισμοί της Κίνας όσο συνεχίζονται οι εχθροπραξίες

135634232airan-china.jpg

Είναι προφανές ότι ένας από τους στόχους της επίθεσης στο Ιράν είναι η απομόνωση της Κίνας. Όσο προφανές είναι και πως το Πεκίνο δεν έχει καμία πρόθεση να πολεμήσει για λογαριασμό της Τεχεράνης. Δεν μπορεί όμως και να την αφήσει να καταρρεύσει. Γιατί πίσω από τον νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή κρύβεται σε μεγάλο βαθμό η ενεργειακή ασφάλεια της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Η επίθεση στο Ιράν δεν αποτελεί για την Κίνα ακόμα μία περιφερειακή σύγκρουση. Είναι μια εξέλιξη που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της οικονομικής και γεωπολιτικής της στρατηγικής. Γι’ αυτό και το Πεκίνο παρακολουθεί τις εξελίξεις με πολύ μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι δείχνουν οι τυπικές και ιδιαίτερα συγκρατημένες ανακοινώσεις περί ανάγκης «αποκλιμάκωσης» και «σεβασμού της κυριαρχίας».

Το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας πρόσθεσε όμως αυτή την εβδομάδα στις μέχρι τώρα διακριτικές καταγγελίες και έναν σημαντικό αστερίσκο. Υπογράμμισε ότι το Πεκίνο είναι αποφασισμένο «να υπερασπιστεί την ενεργειακή του ασφάλεια και τη σταθερότητα των διεθνών ενεργειακών αγορών» - μια διατύπωση που δείχνει πόσο άμεσα συνδέει η Κίνα τη σημερινή κρίση με τα δικά της συμφέροντα. Επειδή για την Κίνα το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό αλλά και βαθιά στρατηγικό. Μεγάλο μέρος της ενέργειας που τροφοδοτεί τη βιομηχανία της μεταφέρεται μέσω θαλάσσιων διαδρομών που περνούν από τη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα από το Στενό του Ορμούζ. Η ασφάλεια αυτών των ενεργειακών περασμάτων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη λειτουργία της κινεζικής οικονομίας.

Για το Πεκίνο το πρόβλημα δεν περιορίζεται βέβαια στην πιθανότητα μιας προσωρινής διαταραχής των ενεργειακών ροών. Το πραγματικό ερώτημα αφορά το ποιος θα ελέγχει τα βασικά ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη τις επόμενες δεκαετίες. Από την οπτική της κινεζικής στρατηγικής η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή συνδέεται με μια ευρύτερη γεωπολιτική ακολουθία. Το Ιράκ βρίσκεται εδώ και χρόνια υπό ισχυρή αμερικανική επιρροή, η Βενεζουέλα φαίνεται να μπαίνει και αυτή στην τροχιά της Ουάσιγκτον, ενώ το Ιράν αποτελεί έναν από τους τελευταίους μεγάλους παραγωγούς πετρελαίου που λειτουργεί εκτός της δυτικής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής. Το ζήτημα για την Κίνα, επομένως, δεν είναι απλώς η αστάθεια των αγορών αλλά η πιθανότητα να βρεθεί μακροπρόθεσμα πιο εξαρτημένη από ένα ενεργειακό σύστημα του οποίου τους βασικούς διακόπτες θα ελέγχουν οι βασικοί ανταγωνιστές της.

Η ενεργειακή εξίσωση του Πεκίνου

Η Κίνα είναι σήμερα ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο. Οι εισαγωγές αργού αγγίζουν περίπου τα 12,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Μεγάλο μέρος αυτής της ενέργειας προέρχεται από τη Μέση Ανατολή, γεγονός που καθιστά την περιοχή ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της κινεζικής οικονομίας. Το Ιράν αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κρίκους αυτής της ενεργειακής αλυσίδας. Η Κίνα απορροφά μεγάλο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, συχνά μέσω περίπλοκων εμπορικών διαδρομών που παρακάμπτουν τις δυτικές κυρώσεις. Το ιρανικό αργό πωλείται με σημαντικές εκπτώσεις σε σχέση με τις διεθνείς τιμές, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικό για τα κινεζικά διυλιστήρια. Με άλλα λόγια, το Ιράν δεν είναι απλώς ένας προμηθευτής. Είναι ένας από τους πιο φθηνούς και πολιτικά χρήσιμους ενεργειακούς εταίρους της Κίνας.

Απέναντι στη σημερινή κρίση η Κίνα διαθέτει ένα σημαντικό «μαξιλάρι» ασφαλείας. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου της εκτιμώνται κοντά στα 900 εκατομμύρια βαρέλια - ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε δυόμισι μήνες εισαγωγών. Τα αποθέματα αυτά μπορούν να απορροφήσουν ένα βραχυπρόθεσμο σοκ, αλλά δεν αποτελούν λύση αν η σύγκρουση παραταθεί.

Πέρα όμως από την ενέργεια, υπάρχει και μια βαθύτερη γεωπολιτική διάσταση. Το Ιράν αποτελεί κρίσιμο κόμβο στην κινεζική Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» - το μεγάλο δίκτυο υποδομών και εμπορικών διαδρομών που φιλοδοξεί να συνδέσει την Κίνα με την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Η γεωγραφική θέση της χώρας την καθιστά φυσικό σταυροδρόμι ανάμεσα στην Κεντρική Ασία, στον Περσικό Κόλπο και στη Μεσόγειο. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2021 οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας διάρκειας 25 ετών που, όπως εκτιμούν Δυτικοί αναλυτές, μπορεί να φτάσει έως και τα 400 δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις.

Η σιωπηλή στήριξη και το παιχνίδι της επόμενης ημέρας

Η Κίνα δεν εμπλέκεται στρατιωτικά στον πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει αδρανής. Η στήριξη προς το Ιράν κινείται κυρίως σε μη στρατιωτικό επίπεδο. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών, ενώ αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Κίνα μπορεί να παρέχει πρόσβαση σε δορυφορικά δεδομένα που επιτρέπουν καλύτερη παρακολούθηση στρατιωτικών κινήσεων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρεται, επίσης, συνεργασία σε τεχνολογίες επιτήρησης, επικοινωνιών και κυβερνοασφάλειας - τομείς στους οποίους η Κίνα έχει επενδύσει τεράστιους πόρους τα τελευταία χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο το Πεκίνο μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του Ιράν χωρίς να εμφανιστεί ως άμεσος στρατιωτικός σύμμαχος. Ταυτόχρονα, το κάνει με έναν κυνικό υπολογισμό. Ένας πόλεμος που θα εξαντλήσει την ιρανική οικονομία μπορεί να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες: ένα κράτος που θα χρειαστεί τεράστια κεφάλαια για να ξαναχτίσει λιμάνια, αγωγούς, διυλιστήρια και σιδηροδρομικές γραμμές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι κινεζικές κρατικές εταιρείες και τα επενδυτικά ταμεία θα είναι σε πλεονεκτική θέση για να αναλάβουν την ανοικοδόμηση. Υποδομές που σήμερα ανήκουν στο ιρανικό κράτος θα μπορούσαν έτσι κάποτε να περάσουν σε κινεζικά χέρια μέσω επενδύσεων ή κοινοπραξιών, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την οικονομική παρουσία του Πεκίνου.

Υπάρχει, βέβαια, και ένα τεράστιο ρίσκο πίσω απ’ όλα αυτά. Αν η σύγκρουση οδηγήσει στην ανατροπή του σημερινού καθεστώτος και στην ανάδυση ενός νέου, φιλικά διακείμενου προς τη Δύση, οι κινεζικές επενδύσεις θα μπορούσαν να πάνε στράφι, με τον τρόπο που φαίνεται ότι χάθηκαν και στη Βενεζουέλα. Το μοντέλο της Βενεζουέλας, επομένως, είναι εκείνο που εμπνέει και κινητοποιεί σήμερα τον Λευκό Οίκο του Τραμπ, αλλά αποτελεί και τον μεγαλύτερο εφιάλτη του Πεκίνου.

Ο πόλεμος ως μέρος του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας

Στην Ουάσιγκτον έχει παγιωθεί εδώ και χρόνια η αντίληψη ότι το Πεκίνο αποτελεί τον βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή του 21ου αιώνα. Η αμερικανική πολιτική προσπαθεί σταδιακά να περιορίσει την άνοδο της Κίνας σε μια σειρά από μέτωπα - από την τεχνολογία και το εμπόριο μέχρι τις ενεργειακές και θαλάσσιες διαδρομές. Η Μέση Ανατολή βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης. Για την Κίνα, η περιοχή αποτελεί βασική πηγή ενέργειας και κρίσιμο κόμβο του νέου «δρόμου του μεταξιού», ένα σχέδιο για το οποίο έχει επενδύσει τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ενίσχυση της επιρροής στην περιοχή -η νέα Μέση Ανατολή που οραματίζεται ο Τραμπ- σημαίνει ταυτόχρονα και την περικύκλωση και απομόνωση της Κίνας. Και σε αυτή τη στρατηγική παίζουν σημαντικό ρόλο τα λεγόμενα ενεργειακά «στενά σημεία» του παγκόσμιου εμπορίου: θαλάσσιες διόδους όπως το Στενό του Ορμούζ, η Διώρυγα του Σουέζ και το Στενό της Μαλάκα. Από αυτά τα σημεία περνά μεγάλο μέρος της ενέργειας που καταναλώνει η Κίνα. Για το Πεκίνο, η εξάρτηση από τέτοιους θαλάσσιους κόμβους αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα. Ακριβώς γι’ αυτό επενδύει εδώ και χρόνια σε εναλλακτικούς δρόμους ενέργειας και εμπορίου - χερσαίους αγωγούς μέσω της Κεντρικής Ασίας, λιμενικές επενδύσεις στον Ινδικό Ωκεανό και το μεγάλο δίκτυο υποδομών της Πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος».
 

Τα όρια της πολυπολικότητας

Ο νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποκαλύπτει όμως και τις δυσκολίες που συναντούν οι προσπάθειες δημιουργίας ενός αυθεντικά πολυπολικού κόσμου. Τα τελευταία χρόνια η συνεργασία ανάμεσα στη Ρωσία, στην Κίνα και στο Ιράν είχε ενισχυθεί μέσω στρατηγικών συμφωνιών, πολιτικών συνεννοήσεων και κοινών στρατιωτικών ασκήσεων στον Περσικό Κόλπο. Όταν όμως ήρθε η ώρα της κρίσης, οι δύο μεγάλοι σύμμαχοι έμειναν στην άκρη. Μόσχα και Πεκίνο καταδίκασαν μεν τις επιθέσεις και απηύθυναν εκκλήσεις για αποκλιμάκωση, αλλά απέφυγαν κάθε κίνηση που θα μπορούσε να τους εμπλέξει άμεσα στη σύγκρουση. Επιβεβαιώνεται επομένως για ακόμα μια φορά ότι οι σχέσεις αυτές βασίζονται περισσότερο σε πρόσκαιρες συγκλίσεις συμφερόντων και στην προσπάθεια απόκρουσης της αμερικανικής επιθετικότητας παρά σε κάτι βαθύτερο. Η Ρωσία παραμένει απορροφημένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ έχει και κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένη από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου που προκαλεί η σύγκρουση. Το παιχνίδι της Κίνας είναι διαφορετικό. Οι στρατηγικές της δεν σχεδιάζονται για τα επόμενα χρόνια αλλά για τις επόμενες δεκαετίες. Και αυτό που συχνά μοιάζει με παθητική στάση μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μόνο υπομονή και ψυχρός υπολογισμός. Και έτσι, ενώ άλλοι παίκτες αντιδρούν σχεδόν παρορμητικά, το Πεκίνο συνεχίζει να κάνει αυτό που γνωρίζει καλύτερα από όλους: να περιμένει.
 

Πώς επιδρά η σύγκρουση Πακιστάν-Αφγανιστάν

στους σχεδιασμούς στην Ευρασία

 

Η μετατροπή των δυτικών πακιστανικών συνόρων σε ενεργό πολεμικό μέτωπο αυξάνει σημαντικά το ρίσκο για τις επενδύσεις και τις υποδομές που στηρίζουν το σχέδιο για τον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν, που συνδέει τη Δυτική Κίνα με το λιμάνι Γκουαντάρ στην Αραβική Θάλασσα

Η σύγκρουση ανάμεσα στο Πακιστάν και στο Αφγανιστάν έχει περάσει τις τελευταίες ημέρες σε νέα φάση κλιμάκωσης. Οι συγκρούσεις κατά μήκος της συνοριακής γραμμής Ντουράντ εισέρχονται στη δεύτερη εβδομάδα τους με επιθέσεις σε στρατιωτικές θέσεις και αεροπορικές επιδρομές. Σύμφωνα με πακιστανικές Αρχές, πρόσφατες επιθέσεις αφγανικών δυνάμεων σε στρατιωτικές θέσεις στο νότιο τμήμα των συνόρων προκάλεσαν δεκάδες απώλειες στις δυνάμεις των Ταλιμπάν, ενώ το Ισλαμαμπάντ αναφέρει έναν νεκρό στρατιώτη από τη δική του πλευρά. Η Καμπούλ απορρίπτει αυτούς τους αριθμούς και υποστηρίζει ότι οι αφγανικές δυνάμεις απώθησαν πακιστανικές επιθέσεις, καταστρέφοντας στρατιωτικά φυλάκια και προκαλώντας απώλειες στον πακιστανικό στρατό.

Η τελευταία κλιμάκωση ξεκίνησε μετά από πακιστανικούς βομβαρδισμούς σε αφγανικό έδαφος, στους οποίους η Καμπούλ απάντησε με διασυνοριακές επιθέσεις. Έκτοτε, οι συγκρούσεις έχουν επεκταθεί σε αρκετές περιοχές της μεθορίου, ιδιαίτερα στη νότια ζώνη που περιλαμβάνει τις πακιστανικές επαρχίες Βαλουχιστάν και Κιμπέρ Παχτούνκουα. Σε ορισμένα σημεία οι αφγανικές δυνάμεις επιχείρησαν επιθέσεις σε δεκάδες στρατιωτικές θέσεις, προκαλώντας έντονες μάχες που περιλαμβάνουν πυροβολικό και βαρέα όπλα.

Στην καρδιά της κρίσης βρίσκεται η δράση της Tehreek-e-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που το Πακιστάν θεωρεί υπεύθυνη για ένα κύμα επιθέσεων στο έδαφός του. Η TTP, που δημιουργήθηκε το 2007, επιδιώκει την επιβολή μιας ιδιαίτερα σκληρής εκδοχής του ισλαμικού νόμου. Παρότι διατηρεί ιδεολογικούς δεσμούς με τους Αφγανούς Ταλιμπάν, λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως ανεξάρτητο δίκτυο με βαθιές ρίζες στις παστούν φυλές των παραμεθόριων περιοχών. Το Ισλαμαμπάντ κατηγορεί την κυβέρνηση των Ταλιμπάν ότι επιτρέπει σε μαχητές της TTP να χρησιμοποιούν το αφγανικό έδαφος ως καταφύγιο για εκπαίδευση και σχεδιασμό επιθέσεων. Οι Ταλιμπάν απορρίπτουν τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι το Πακιστάν χρησιμοποιεί το ζήτημα ως πρόσχημα για στρατιωτικές επιχειρήσεις εντός του Αφγανιστάν.

Η κλιμάκωση επηρεάζει, βέβαια, και τους ευρύτερους οικονομικούς σχεδιασμούς στην Ευρασία. Η κινεζική Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» βασίζεται σε δίκτυα μεταφορών και ενέργειας που περνούν μέσα από περιοχές σχετικής σταθερότητας. Ένας από τους σημαντικότερους κόμβους αυτής της στρατηγικής είναι ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας-Πακιστάν, που συνδέει τη Δυτική Κίνα με το λιμάνι Γκουαντάρ στην Αραβική Θάλασσα. Η μετατροπή των δυτικών πακιστανικών συνόρων σε ενεργό πολεμικό μέτωπο αυξάνει σημαντικά το ρίσκο για τις επενδύσεις και τις υποδομές που στηρίζουν αυτό το σχέδιο. Εάν δε η κρίση στα σύνορα Πακιστάν-Αφγανιστάν συνδυαστεί με τον πόλεμο στο Ιράν, βλέπουμε να διαμορφώνεται μια συνεχής ζώνη αστάθειας που εκτείνεται από τη Μέση Ανατολή έως την Κεντρική Ασία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι φιλοδοξίες διασύνδεσης της Ευρασίας -και ιδιαίτερα το κινεζικό όραμα ενός νέου «δρόμου του μεταξιού»- κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με μια γεωπολιτική πραγματικότητα πολύ πιο ασταθή από αυτήν πάνω στην οποία σχεδιάστηκαν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0