Από την αρχή του χρόνου οι απειλές από τη μία, η διπλωματική παρτίδα των ΗΠΑ με το Ιράν από την άλλη, μονοπώλησαν την παγκόσμια προσοχή. Με την Τεχεράνη και τον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης» πέριξ αυτής να έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά από το 2024 κι έπειτα, και την εσωτερική αναταραχή να έχει παραλύσει τη χώρα από τον Δεκέμβριο του 2025, ο Τραμπ φαίνεται πως βλέπει μια καλή ευκαιρία για να αποσπάσει παραχωρήσεις που θα ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον, και όχι μόνο.
Πάντως, είναι ειρωνικό το ότι ο μεγιστάνας μπήκε στον Λευκό Οίκο αξιοποιώντας την αποστροφή μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος για τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και τώρα δείχνει να υποκύπτει κι αυτός στον πειρασμό μιας ριψοκίνδυνης πολεμικής περιπέτειας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
«Ίσως να μην είχε γίνει ποτέ Πρόεδρος αν δεν υπήρχε η αντίδραση του κόσμου στον πόλεμο στο Ιράκ που διέλυσε την εμπιστοσύνη προς τους ηγέτες του κατεστημένου» σχολιάζει το CNN. Φαντάζει αναμφίβολα ειρωνικό ότι μιμείται ρητορικά -και πιθανώς ενεργητικά αύριο- τις ψευδαισθήσεις και την αλαζονεία των προκατόχων του που οδήγησαν τις ΗΠΑ σε μια τραυματική γεωπολιτική ήττα κατά τη μεταψυχροπολεμική εποχή.
Αποτελεί κοινή ομολογία το ότι ο «ιδεολογικός πυρήνας» της κυβέρνησής του και ευρύτερα η ιδεολογική αφήγηση του ίδιου του Τραμπ είναι θεμελιωμένα πάνω στις αλλεργικές αντιδράσεις του κινήματος αναβίωσης της «μεγάλης Αμερικής», σχετικά με τις στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί ο Πρόεδρος έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής ελάχιστα συνεκτικά επιχειρήματα υπέρ ενός πολέμου κατά του Ιράν. Με άλλα λόγια, ενώ η Αμερική μπορεί να είναι όντως προετοιμασμένη στρατιωτικά για πόλεμο, οι Αμερικανοί δεν είναι.
Υπενθυμίζεται ότι πριν εισβάλει στο Ιράκ το 2003 ο υιός Μπους είχε αφιερώσει μήνες στην υποστήριξη του σχεδιαζόμενου πολέμου του, προπαγανδίζοντας ως γνωστόν την «απειλή» που συνιστούσαν για τις ΗΠΑ τα υποτιθέμενα «όπλα μαζικής καταστροφής» του Σαντάμ, τα οποία βέβαια ουδέποτε βρέθηκαν. Αντίθετα, μέχρι στιγμής η κυβέρνηση Τραμπ δεν φαίνεται να έχει «σχηματοποιήσει» ξεκάθαρα κάποια ευθεία απειλή από το Ιράν που θα της πρόσφερε το άλλοθι για να χτυπήσει πρώτη. Ακόμη και στην ομιλία του το βράδυ της Τρίτης στο Κογκρέσο, ο Τραμπ δεν πρόσφερε μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τους στόχους της πολιτικής του και του ασφυκτικού κλοιού που έχει επιβάλει στο Ιράν.
Διπλωματία ή χτύπημα;
Στο μεταξύ, οι έμμεσες διαπραγματεύσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα έχουν εισέλθει σε κρίσιμη φάση με φόντο τη συσσώρευση των αμερικανικών αεροναυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο που δημιουργούν την αίσθηση μιας εκβιαστικής διαπραγμάτευσης με το πιστόλι στον κρόταφο του αντιπάλου. Οι παράλληλες οδοί διπλωματίας και αποτροπής τροφοδοτούν την ανησυχία των αναλυτών που θεωρούν ότι η αποτυχία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ή ο,τιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί αποτυχία, θα οδηγήσει γρήγορα σε στρατιωτική αντιπαράθεση.
Αμερικανοί και Ιρανοί αξιωματούχοι ολοκλήρωσαν την Πέμπτη τον τρίτο γύρο έμμεσων συνομιλιών στη Γενεύη με τη μεσολάβηση του Ομάν, με τις δύο πλευρές να χαρακτηρίζουν τις συζητήσεις «εποικοδομητικές» ενώ οι διαπραγματεύσεις για τις τεχνικές πτυχές αναμένεται να συνεχιστούν στη Βιέννη αυτή την εβδομάδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η διπλωματία παραμένει ζωντανή. Ωστόσο, η ατμόσφαιρα γίνεται ολοένα πιο ηλεκτρισμένη. Ο Τραμπ εξακολουθεί να προειδοποιεί το Ιράν ότι πρέπει να δεχθεί μια συμφωνία, διαφορετικά θα αντιμετωπίσει την αμερικανική στρατιωτική δράση παρά το ότι δημόσια δηλώνει - μαζί με αυτόν και ο αντιπρόεδρος Βανς- την προτίμησή του στη διπλωματική λύση.
Αισθανόμενοι την πίεση, οι Ιρανοί ρίχνουν συνεχώς στο τραπέζι συμβιβαστικές προτάσεις, όπως η προσωρινή αναστολή του εμπλουτισμού ουρανίου, η μείωση των αποθεμάτων του και η δυνατότητα ενισχυμένης διεθνούς παρακολούθησης του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Επιμένουν, ωστόσο, στην εστίαση της διαπραγμάτευσης μόνο στο πυρηνικό πρόγραμμα βάζοντας στην άκρη το θέμα του βαλλιστικού οπλοστασίου, το οποίο ζητά επίμονα και το Ισραήλ. Σε αντάλλαγμα, η Τεχεράνη επιδιώκει άρση των κυρώσεων, ωστόσο αυτές που έχουν επιβληθεί από την Ουάσιγκτον στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων δημιουργούν ένα στενό πλαίσιο δυσπιστίας που περιπλέκει τις προοπτικές για μια σημαντική πρόοδο.
Για ορισμένους παρατηρητές, η τρέχουσα αντιπαράθεση αντανακλά ένα βαθύτερο στρατηγικό λάθος υπολογισμού της αμερικανικής κυβέρνησης. Όπως εύστοχα επισημαίνει το Foreign Affairs, η σιγουριά του Τραμπ στην αποτελεσματικότητα της εκβιαστικής διπλωματίας έχει διαμορφωθεί από προηγούμενες αποφάσεις του στην εξωτερική πολιτική που είχαν σημαντικά λιγότερες συνέπειες από ό,τι προέβλεπαν οι επικριτές του. Αυτό τον κάνει να πιστεύει ότι κι αυτή τη φορά θα συμβεί το ίδιο. Ωστόσο, με το Ιράν στριμωγμένο στη γωνία, υπό την πίεση της απειλής πλήγματος εναντίον του, αποδυναμώμενο από τον πόλεμο του καλοκαιριού, από τις κυρώσεις και την κοινωνική αναταραχή στο εσωτερικό του, ένας συμβιβασμός με τις αμερικανικές αξιώσεις μπορεί στην πραγματικότητα να γίνει πολιτικά αδύνατος για την ηγεσία του. Δηλαδή, αντί να συνθηκολογήσει υπό πίεση, η Τεχεράνη μπορεί να νιώσει υποχρεωμένη να επιδείξει αντίσταση για να επιβεβαιώσει όχι μόνο την κυριαρχία της, αλλά και τη νομιμότητα του καθεστώτος.
Χάσμα
Το διαπραγματευτικό χάσμα βαθαίνει ακόμη περισσότερο εξαιτίας και της διαφορετικής στόχευσης των δύο πλευρών. Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να επιδιώκει μια σαρωτική οριζόντια συμφωνία-πακέτο που θα εμφανίσει πάλι τον μεγιστάνα «θριαμβευτή» στα μάτια των οπαδών του -και οπωσδήποτε θα πρέπει να ικανοποιεί το Ισραήλ- ενώ αντίθετα το Ιράν επιδιώκει στοχευμένες τεχνικές παραχωρήσεις που συνολικά θα είναι πολιτικά διαχειρίσιμες και συμβατές με τις στρατηγικές θέσεις του.
Οι αμερικανικές απαιτήσεις προς την Τεχεράνη να εγκαταλείψει, ουσιαστικά, το πυραυλικό πρόγραμμά της, θεωρούνται από τους Ιρανούς ηγέτες υπαρξιακή απειλή, κάτι που περιορίζει την ευελιξία τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Σημαντικός παράγοντας επηρεασμού είναι και οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις και στις δύο πλευρές, οι οποίες περιορίζουν περαιτέρω τα περιθώρια για συμβιβασμούς καθώς οι δύο ηγεσίες, για τους δικούς της λόγους η κάθε μία, παραμένουν προσηλωμένες στην τακτική της επίδειξης πυγμής.
Σε περίπτωση κατάρρευσης της διπλωματίας, το Ιράν διατηρεί πολλαπλές οδούς για αντίποινα παρά τα στρατιωτικά του μειονεκτήματα. Οι πιθανές απαντήσεις περιλαμβάνουν επιθέσεις στις βάσεις των ΗΠΑ στην περιοχή, εντατικοποιημένες επιθέσεις κατά του Ισραήλ, κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ στον Περσικό και φυσικά ένα σοκ στις αγορές πετρελαίου που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα και να γονατίσει τις δυτικές, κυρίως, οικονομίες. Με δεκάδες χιλιάδες αμερικανικά στρατεύματα να βρίσκονται σε βάσεις στη Μέση Ανατολή, ακόμη και μια περιορισμένη κλιμάκωση θα μπορούσε να γίνει ανεξέλεγκτη.
Οι ΗΠA έχουν αναπτύξει έως τώρα περίπου 40.000 στρατιώτες σε 13 περιφερειακές βάσεις, χωρίς να υπολογίζεται η σημαντική ναυτική και αεροπορική δύναμη που έχουν συσσωρεύσει στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στις 19 Φεβρουαρίου, ο πρεσβευτής του Ιράν στον ΟΗΕ προειδοποίησε ότι αν η χώρα του δεχθεί επίθεση όλες οι «βάσεις, εγκαταστάσεις και περιουσιακά στοιχεία της εχθρικής δύναμης θα αποτελέσουν νόμιμους στόχους». Εξάλλου, παρ’ όλο που οι περιφερειακοί πληρεξούσιοι της Τεχεράνης έχουν σημαντικά αποδυναμωθεί το τελευταίο διάστημα, οι πολιτοφυλακές των Χούθι στην Υεμένη και εκείνες των Σιιτών στο Ιράκ εξακολουθούν να έχουν την ικανότητα να «μεγεθύνουν» οποιαδήποτε ιρανική απάντηση σε αμερικανική επίθεση. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Quinnipiac στα μέσα Ιανουαρίου, το 70% των Αμερικανών -και η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικάνων- αντιτίθενται στην ιδέα στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν. Ο Τραμπ θα δυσκολευτεί να δικαιολογήσει τυχόν θανάτους Αμερικανών σε μια σύγκρουση που ο ίδιος προκάλεσε. Το Ιράν θα μπορούσε επίσης να εντείνει τις πυραυλικές επιθέσεις του σε ισραηλινούς πολιτικούς στόχους, πιέζοντας τις αμυντικές δυνατότητες του Ισραήλ και προκαλώντας τις ΗΠΑ να διοχετεύσουν πόρους για την ενίσχυση του πιστού συμμάχου τους.
Ακαμψία και επιμονή
Καθώς λοιπόν οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη φαίνονται παγιδευμένες από τους ανταγωνιστικούς στόχους τους: Θέλουν να αποφύγουν τον πόλεμο, αλλά παράλληλα αρνούνται παραχωρήσεις που μπορεί να θεωρηθούν στρατηγική ήττα. Το αποτέλεσμα αυτού του παζαριού μπορεί να εξαρτάται λιγότερο από τις τεχνικές λεπτομέρειες και περισσότερο από τον πολιτικό συμβολισμό. Προς το παρόν, η διπλωματία παραμένει ζωντανή αλλά επισκιάζεται όλο και περισσότερο από την πιθανότητα ο λανθασμένος υπολογισμός να καθορίσει σε κατακλυσμιαία κλίμακα την επόμενη φάση του μεσανατολικού γεωπολιτικού χώρου.
«Το Ιράν μπορεί να είναι αδύναμο αλλά εξακολουθεί να έχει τρόπους να προκαλέσει πραγματικό πόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες - και πολύ περισσότερο κίνητρο τώρα για να το προσπαθήσει αυτό» γράφει χαρακτηριστικά ο Νέιτ Σουόνσον στο Foreign Affairs. «Αν ο Τραμπ θέλει να συνεχίσει να βαδίζει με βάση το εγχειρίδιο που έχει λειτουργήσει γι’ αυτόν ως τώρα, θα χρειαστεί ένα αποφασιστικό και χαμηλού κόστους τέλος σε αυτή την ιστορία. Αλλά ισχυρές δυνάμεις, τόσο εντός του κύκλου του όσο και εκτός αυτού, τον έχουν οδηγήσει να απορρίψει τις πολλές διεξόδους διαφυγής που είχε ήδη. Γεράκια, όπως ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, παροτρύνουν τον Τραμπ να μην “μιλά σαν τον Ρέιγκαν και να δρα σαν τον Ομπάμα”, μια σύγκριση που ο ίδιος μισεί και φοβάται. Μπορεί να φαίνεται απίθανο ότι ο Πρόεδρος που υποσχέθηκε στους υποστηρικτές του ένα τέλος στους αιώνιους πολέμους να θέλει τώρα να εξοντώσει τους ηγέτες του Ιράν ή να δεσμεύσει χερσαία στρατεύματα για την αλλαγή καθεστώτος και την “οικοδόμηση” ενός έθνους. Κι όμως, έχει φτάσει μέχρι εδώ. Μπορεί κάλλιστα να τον πιέσουν να προχωρήσει, ανεξάρτητα από το κόστος».

Ο στρατηγός και οι πειρασμοί
Στρατιωτικά επιτελεία των ΗΠΑ ανησυχούν για το απόθεμα των αμερικανικών δυνάμεων, ενώ από την άλλη πλευρά κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι εδραιωμένες περιφερειακές τάξεις μεταβάλλονται μόνο με συστημικό πόλεμο
Πηγές εντός του Λευκού Οίκου, που επικαλείται η Washington Post, αποκάλυψαν πως ο επικεφαλής του γενικού επιτελείου του Πενταγώνου στρατηγός Νταν Κέιν προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα τον Τραμπ και άλλους αξιωματούχους ότι το περιορισμένο απόθεμα των αμερικανικών δυνάμεων σε κρίσιμα πυρομαχικά και η έλλειψη υποστήριξης από τους συμμάχους των ΗΠΑ θα προσθέσουν σημαντικό κίνδυνο σε οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, αλλά και στο αμερικανικό προσωπικό στη Μέση Ανατολή.
Ο στρατηγός εξέφρασε τις ανησυχίες του σε συνάντηση που είχε με τον Τραμπ και τους κορυφαίους συμβούλους του στο οβάλ γραφείο προειδοποιώντας τους ότι οποιαδήποτε μεγάλη επιχείρηση κατά του Ιράν θα αντιμετωπίσει δυσκολίες, καθώς το απόθεμα πυρομαχικών των ΗΠΑ έχει μειωθεί σημαντικά από τη συνεχιζόμενη υπεράσπιση του Ισραήλ από την Ουάσιγκτον και την υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Σε προηγούμενες συσκέψεις στο Πεντάγωνο αυτόν τον μήνα, ο Κέιν εξέφρασε, επίσης, ανησυχίες σχετικά με την κλίμακα οποιασδήποτε στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν, την εγγενή πολυπλοκότητά της, την πιθανότητα σοβαρών απωλειών μεταξύ των αμερικανικών δυνάμεων και,, βέβαια σε σχέση με την έλλειψη συμμαχικής υποστήριξης.
Στρατιωτικοί αναλυτές υπενθυμίζουν ότι το δόγμα αποτροπής του Ιράν βασίζεται στην οριζόντια κλιμάκωση, δηλαδή στην ικανότητα ενεργοποίησης πολλαπλών θεάτρων επιχειρήσεων ταυτοχρόνως. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι και οι πύραυλοι τύπου «Κρουζ», οι επιχειρήσεις στον κυβερνοχώρο, οι θαλάσσιες παρενοχλήσεις στο Στενό του Ορμούζ και τα συμμαχικά ένοπλα δίκτυα σε ολόκληρο τον Λίβανο, το Ιράκ, τη Συρία και την Υεμένη σχηματίζουν μια αλληλένδετη αρχιτεκτονική άμυνας για την Ισλαμική Δημοκρατία. Η πιο ανησυχητική πιθανότητα δεν είναι αυτή μιας γρήγορης επίθεσης «αποκεφαλισμού». Είναι εκείνη μια σκληρής, πολυμέτωπης αντιπαράθεσης που θα διαρκέσει πιθανόν εβδομάδες ή και μήνες, με συνέπειες που θα εκτείνονται πολύ πέρα από το πεδίο της μάχης.
«Δημιουργική καταστροφή»
Ωστόσο, για κάποιους άλλους αναλυτές, η οπτική αυτή εστιάζει μόνο στη μία πλευρά των πιθανοτήτων. Επικαλούνται μια επίμονη θεωρία στη διεθνή πολιτική που λέει ότι οι εδραιωμένες περιφερειακές τάξεις σπάνια μεταβάλλονται χωρίς συστημικό πόλεμο. Η αρχιτεκτονική της Ευρώπης μετά το 1945 προέκυψε από την ολοκληρωτική καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ειρηνευτική συμφωνία Αιγύπτου-Ισραήλ το 1979 ακολούθησε τους επαναλαμβανόμενους πολέμους τριών δεκαετιών μεταξύ των δύο χωρών. Ακόμη και οι συμφωνίες του Όσλο της δεκαετίας του 1990 μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων προέκυψαν εν μέρει από την αμοιβαία εξάντληση.
Μερικοί υποστηρίζουν τώρα ότι η τρέχουσα τάξη της Μέσης Ανατολής είναι πολύ διασπασμένη και πολύ «άκαμπτη» για να μεταρρυθμιστεί σταδιακά. Η επιρροή του Ιράν είναι εδραιωμένη σε αραβικές πρωτεύουσες. Το Ισραήλ βαδίζει μεταξύ ομαλοποίησης των σχέσεών του με τις συντηρητικές μοναρχίες του Περσικού και της αέναης σύγκρουσής του με τους Παλαιστίνιους. Οι εύθραυστες κυβερνήσεις στο Ιράκ, τον Λίβανο, τη Συρία χρησιμεύουν ως αρένες για ανταγωνισμό και έξωθεν επιρροή.
Κατά αυτή την άποψη, μια αποφασιστική στρατιωτική αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιράν που θα υποβαθμίσει σημαντικά τα περιφερειακά δίκτυα της Τεχεράνης, θα μπορούσε να ξαναβάλει τα πιόνια στη σκακιέρα. Ένα αποδυναμωμένο Ιράν θα περιορίσει την υποστήριξή του προς ένοπλες ομάδες, όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς. Τα αραβικά κράτη, απελευθερωμένα από τη σκιά της ιρανικής επιρροής, θα μπορέσουν να προχωρήσουν στην ομαλοποίηση των σχέσεών τους με το Ισραήλ. Η παλαιστινιακή υπόθεση που έχει παγώσει εδώ και καιρό, θα μπορούσε κι αυτή να ενσωματωθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διευθέτησης που θα υποστηρίζεται από τα κεφάλαια των αραβικών μοναρχιών και τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Για τους περισσότερους αναλυτές, όλη αυτή η συλλογιστική είναι μια «προχωρημένη» θέση, πλην άκρως επικίνδυνη που εγκυμονεί απρόβλεπτες συνέπειες.
