Η απόσυρση από τον Ντόναλντ Τραμπ της διπλής απειλής του -χρήσης στρατιωτικής βίας και επιβολή δασμών σε Ευρωπαίους συμμάχους- συνέβαλε σε μια εύθραυστη και ενδεχομένως πρόσκαιρη αποκλιμάκωση της κρίσης γύρω από τη Γροιλανδία. Χωρίς ωστόσο να απομακρύνει και τις βαθύτερες γεωπολιτικές εντάσεις που την προκάλεσαν. Πίσω από τη ρητορική περί «συμφωνίας», που βιάστηκε να εξαγγείλει ο Αμερικανός Πρόεδρος, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα περίπλοκο παζάρι. Επίπονες διαπραγματεύσεις που ήδη διεξάγονται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Και το περίγραμμα του συμβιβασμού που αναζητείται έχει αρχίσει σταδιακά να διακρίνεται αποκαλύπτοντας μια προσπάθεια κλεισίματος της κρίσης που προκάλεσε η Ουάσιγκτον χωρίς παράλληλα να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου με αλλαγές συνόρων.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, οι συζητήσεις Ευρωπαίων και Αμερικανών επικεντρώνονται σε τρεις βασικές προτάσεις: την ενίσχυση της νατοϊκής παρουσίας στην Αρκτική, τη δημιουργία θυλάκων de facto αμερικανικής κυριαρχίας στο έδαφος του νησιού και αυστηρούς περιορισμούς προκειμένου «αντίπαλες δυνάμεις» -όπως η Ρωσία και η Κίνα- να αποκλειστούν από την εκμετάλλευση των κρίσιμων ορυκτών του νησιού. Η χρυσή τομή που αναζητείται, επομένως, είναι η ικανοποίηση των αμερικανικών απαιτήσεων για στρατηγικό έλεγχο της Αρκτικής χωρίς παράλληλα να παραβιάζεται η ευρωπαϊκή «κόκκινη γραμμή» ότι «η Γροιλανδία δεν πωλείται».
Ο πρώτος πυλώνας επικεντρώνεται στη συγκρότηση μιας νατοϊκής αποστολής στην Αρκτική, την οποία ορισμένοι αξιωματούχοι αποκαλούν «Αρκτική Φρουρά», κατά τα πρότυπα ειδικών δυνάμεων της Συμμαχίας που έχουν ήδη δημιουργηθεί για περιοχές της Βαλτικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Θύλακες αμερικανικής κυριαρχίας και «Χρυσός Θόλος»
Τη μεγαλύτερη σημασία έχει, βέβαια, ο δεύτερος πυλώνας που αφορά την ευρεία αναθεώρηση της συμφωνίας Δανίας-Ηνωμένων Πολιτειών του 1951, η οποία ήδη παρέχει στις ΗΠΑ στρατιωτική πρόσβαση στη Γροιλανδία με επίκεντρο τη βάση του Pituffik. Το βασικό νέο στοιχείο θα ήταν μια ρύθμιση τύπου «κυρίαρχων περιοχών βάσεων», κατά τα πρότυπα των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, δημιουργώντας περιοχές που θα αντιμετωπίζονται πρακτικά ως αμερικανικό έδαφος. Αυτό θα διευκόλυνε την ανάπτυξη συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας στη Γροιλανδία, όπως τον «Χρυσό Θόλο» που σχεδιάζει ο Ντ. Τραμπ.
Η κυριαρχία της Δανίας δεν τίθεται ωστόσο υπό διαπραγμάτευση. Η πρωθυπουργός της χώρας Μέτε Φρεντέρικσεν ξεκαθάρισε πως αντικείμενο διαπραγμάτευσης θα αποτελέσουν πολιτικά θέματα, ασφάλεια και επενδύσεις, αλλά όχι η ίδια η κυριαρχία της χώρας της επί του νησιού, κάτι που επιβεβαίωσε και ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Γενς Φρέντερικ Νίλσεν.
Ο τρίτος πυλώνας, ο αποκλεισμός δυνάμεων που δεν ανήκουν στο ΝΑΤΟ από δικαιώματα εξόρυξης σπάνιων γαιών, λειτουργεί ως αντίβαρο στις αμερικανικές αξιώσεις καθώς μεταφέρει τη συζήτηση από θέματα κυριαρχίας στη συλλογική ασφάλεια και στην προστασία κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού για τους Ευρωπαίους.
Παρά την προσωρινή εκτόνωση, το μέλλον στη νέα εποχή που άνοιξε ο Ντ. Τραμπ με την έναρξη του 2026 δεν μπορεί παρά να είναι αβέβαιο. Η κρίση της Γροιλανδίας ανέδειξε δραματικά πόσο ευάλωτη παραμένει η Ευρώπη απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις. Η ανάγκη για ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας αναμένεται να πάψει επομένως να αποτελεί θέμα μόνο θεωρητικών συζητήσεων και να μπει επιτακτικά στο τραπέζι μέσα στο επόμενο διάστημα. Η Γροιλανδία είναι πια ο αμείλικτος καθρέφτης όλων των ευρωπαϊκών αδυναμιών. Η απόσυρση των απειλών χρήσης στρατιωτικής δύναμης και οικονομικών κυρώσεων από τον Τραμπ μπορεί να εξασφαλίσει μια προσωρινή ανάπαυλα, αλλά η επιμονή του Αμερικανού Προέδρου να ξαναμοιράσει την τράπουλα του διεθνούς status quo αναπόφευκτα θα δημιουργήσει νέα πεδία αντιπαράθεσης.
Η Ευρώπη καλείται λοιπόν να αποφασίσει αν θα παραμείνει παθητικός θεατής στις γεωστρατηγικές κινήσεις παραδοσιακών «συμμάχων» και «εχθρών» ή αν κάποια στιγμή θα σηκωθεί από τη βολική πολυθρόνα του ευρωατλαντισμού για να διεκδικήσει τον δικό της ρόλο στην παγκόσμια σκακιέρα.
Ουκρανία: «Είναι το εδαφικό, ηλίθιε»
Δύο ημέρες μετά την έναρξη των τριμερών συνομιλιών στο Άμπου Ντάμπι, Ουκρανία, Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες μπαίνουν σε μία από τις πιο καθοριστικές φάσεις της διπλωματικής διαδικασίας καθώς για πρώτη φορά εκπρόσωποι και των τριών χωρών συμμετέχουν στο ίδιο διαπραγματευτικό σχήμα. Οι συνομιλίες ακολούθησαν επαφές στη Μόσχα μεταξύ του Βλαντίμιρ Πούτιν και απεσταλμένων του Ντ. Τραμπ, τις οποίες το Κρεμλίνο χαρακτήρισε «χρήσιμες» και «ειλικρινείς». Στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε η σύσταση τριμερούς ομάδας εργασίας για ζητήματα ασφάλειας, αν και παραμένει ασαφές αν Ρώσοι και Ουκρανοί διαπραγματευτές θα καθίσουν στο ίδιο τραπέζι ή αν πρόκειται οι διαπραγματεύσεις να είναι έμμεσες, με τους Αμερικανούς σε ρόλο μεσολαβητή.
Ο Τραμπ εμφανίστηκε πάντως για ακόμα μια φορά αισιόδοξος για επιτυχή έκβαση των συνομιλιών. Τόσο η Μόσχα όσο το και το Κίεβο θέλουν τώρα μια ειρηνευτική συμφωνία, υποστήριξε. Και σημείωσε πως απομένει να επιλυθεί «μόνο ένα ζήτημα».
Το κενό έσπευσε να καλύψει ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος αποκάλυψε ότι πρόκειται για το εδαφικό, επιβεβαιώνοντας έτσι πως η αξίωση του Κρεμλίνου για παράδοση ολόκληρης της περιφέρειας του Ντονμπάς παραμένει το κεντρικό και πιο ακανθώδες σημείο της διαπραγμάτευσης. Ενδέχεται πάντως οι διαφορές να αποδειχθούν περισσότερες από μία καθώς το Κρεμλίνο εξακολουθεί να απορρίπτει τις εγγυήσεις ασφαλείας που ζητά το Κίεβο. Εγγυήσεις που, σύμφωνα με πληροφορίες, περιλαμβάνουν και την ανάπτυξη δυτικών στρατευμάτων σε ουκρανικό έδαφος.
Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός ο Β. Ζελένσκι αποκάλυψε ότι έχει ήδη επιτευχθεί καταρχήν συμφωνία με τον Τραμπ για τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, εφόσον υπάρξει ειρηνευτική διευθέτηση. Παράλληλα, άσκησε σφοδρή κριτική στους Ευρωπαίους ηγέτες, κατηγορώντας τους για έλλειψη στρατηγικής βούλησης και για μια παθητική στάση απέναντι στον πόλεμο. Κάνοντας παραλληλισμό με την περίπτωση της Γροιλανδίας, υποστήριξε ότι η Ευρώπη συμπεριφέρεται σαν απλός θεατής αντί να αναλάβει πρωτοβουλίες για τη δική της ασφάλεια. «Πριν από έναν χρόνο, εδώ στο Νταβός, είπα ότι η Ευρώπη πρέπει να μάθει να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Ένας χρόνος πέρασε και τίποτα δεν άλλαξε» τόνισε.