Ο πόλεμος στην Ουκρανία διαμόρφωσε μια δυναμική ριζικών μεταβολών στη διεθνή τάξη θέτοντας υπό αμφισβήτηση όλη την οπτική και τις εδραιωμένες παραδοχές για την παγκόσμια ισχύ, τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό, την επιρροή, τη σταθερότητα.
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, σ’ ένα εντελώς «αγνώριστο» διεθνές τοπίο, με τη κυρίαρχη αφήγηση για τη νομοτελειακή επικράτηση της «φιλελεύθερης τάξης» να έχει κονιορτοποιηθεί, οι προσπάθειες -σε διπλωματικό επίπεδο- για τον τερματισμό της σύγκρουσης έχουν εντατικοποιηθεί.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που προεκλογικά διακήρυττε ότι μπορούσε να τελειώσει τον πόλεμο εντός 24 ωρών, τώρα βρίσκεται παγιδευμένος στο αδιέξοδο μιας σύνθετης και πολύπλοκης πραγματικότητας, διαπιστώνει την εξάντληση των ικανοτήτων του ως μεγάλου «ντιλ μέικερ». Το κουβάρι είναι πολύ μπλεγμένο για να ξεμπλεχτεί εύκολα. Τα σημάδια που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν αισιοδοξία είναι πολύ λίγα. Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι είναι η πρώτη φορά στα τέσσερα χρόνια αιματοχυσίας που οι διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό της έχουν αποκτήσει ουσιαστική δυναμική. Ο Τραμπ πιέζει έντονα το Κίεβο και τους Ευρωπαίους υποστηρικτές του να συνάψουν συμφωνία με τη Μόσχα, ακόμα κι αν δεν είναι αυτή που θα ήθελαν ή θα μπορούσαν να ανεχθούν.
Τρομακτικό αδιέξοδο
Στο πεδίο της μάχης έχει εδραιωθεί ένα τρομακτικό αδιέξοδο. Το μέτωπο των 900 χιλιομέτρων είναι πλέον τόσο κορεσμένο από κάθε είδους οπλικά συστήματα απομακρυσμένου ελέγχου, όπως τα drones, που η παραμικρή κίνηση δυνάμεων φαντάζει ως στοίχημα ζωής και θανάτου. Τα εδαφικά κέρδη της Ρωσίας αποκτούνται με αργό ρυθμό και με τεράστιο κόστος απωλειών. Την ίδια ώρα, οι ρωσικές δυνάμεις έχουν εντείνει τις νυχτερινές επιθέσεις τους σε ουκρανικούς πολιτικούς στόχους ενώ η Ουκρανία χτυπά ολοένα και πιο συχνά ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές βαθιά μέσα στη Ρωσία.
Η σύγκρουση έχει εισέλθει σε μια νέα, στρατηγικά καθοριστική φάση και για τις δύο πλευρές, τόσο σε επίπεδο αντοχής-κόπωσης όσο και σε εκείνο του ψυχολογικού αντίκτυπου. Με τη γραμμή του μετώπου να αλλάζει με αργό ρυθμό, οι άμαχοι εξακολουθούν να επωμίζονται το μεγαλύτερο κόστος. Ωστόσο, οι πιο επιδραστικές αλλαγές δεν έχουν να κάνουν πια με το τι συμβαίνει στα χαρακώματα. Έχουν να κάνουν με το τι συζητείται και αποφασίζεται στους κόλπους των Ευρωπαίων, σε συμμαχικά συμβούλια, σε αγορές ενέργειας, στους στρατηγικούς υπολογισμούς των μεγάλων δυνάμεων.
Ο ουκρανικός πόλεμος σημάδεψε το 2025, όχι με κάποια αποφασιστικής σημασίας καμπή στρατιωτικής φύσης, αλλά με κάτι αναμφισβήτητα πολύ «μεγαλύτερο» που προβλέπεται ότι θα έχει διάρκεια: Την αναδιαμόρφωση της γεωπολιτικής τάξης και της παγκόσμιας ισορροπίας δυνάμεων.
Η απόλυτη «κυριαρχία» των ΗΠΑ και του Τραμπ στο πόντιουμ της διπλωματικής σκηνής και στην ενορχήστρωση της ειρηνευτικής διαδικασίας, δεν αφήνει χώρο σε καμία αμφισβήτηση για το ποιος από τους παγκόσμιους παίκτες έχει εδώ όχι απλώς την πρωτοβουλία κινήσεων, αλλά την αποκλειστικότητα. Ο ρόλος της Αμερικής ως μοναδικού μεσολαβητή στην ρωσο-ουκρανική σύγκρουση, την «αυθεντία» του οποίου αποδέχονται οι δύο εμπόλεμοι και ανέχονται όλες οι άλλες ανταγωνιστικές πλευρές -Ε.Ε., Κίνα- αποτελεί εν δυνάμει μαρτυρία και «ομολογία» της ικανότητας και επάρκειας της αμερικανικής ισχύος ακόμη και τώρα στο νέο πολυπολικό σύστημα που αναδύεται.
Πόλεμος αντοχής
Στο καθαρά στρατιωτικό πεδίο, ο πόλεμος πήρε τη μορφή ενός αγώνα αντοχής. Η Ρωσία προχώρησε με αργά βήματα στην Ανατολική και Βορειοανατολική Ουκρανία, βασιζόμενη στις αριθμητικά υπέρτερες δυνάμεις της, στο ισχυρό πυροβολικό της και, βέβαια, στο αυξανόμενο απόθεμά της σε drones: το φθηνό «υπερόπλο» του σύγχρονου πολέμου.
Η Ουκρανία, περιοριζόμενη από τις ελλείψεις της σε ανθρώπινο δυναμικό αλλά υποστηριζόμενη σταθερά από τα δυτικά όπλα και την εφευρετικότητα των δικών της δυνάμεων, επιδόθηκε σε μεγάλο βαθμό στις ασύμμετρες τακτικές, δηλαδή σε από αέρος επιδρομές μεγάλης εμβέλειας, σε χτυπήματα με θαλάσσια drones και σε επιθέσεις σε εφοδιαστικούς κόμβους.
Ωστόσο, καμία πλευρά δεν πέτυχε αποφασιστικό πλεονέκτημα έναντι της άλλης. Αντ' αυτού, το 2025 ανέδειξε μία πικρή αλήθεια: Ο σύγχρονη πολεμική τακτική ευνοεί όσους μπορούν να διατηρήσουν σε κίνηση την οικονομία, την παραγωγή της στρατιωτικής βιομηχανίας, το επίπεδο του ανθρώπινου δυναμικού και να επιδείξουν την πολιτική βούληση να συνεχίσουν τη μάχη. Ο ουκρανικός πόλεμος έχει προ πολλού απωλέσει τον χαρακτήρα της αστραπιαίας επίθεσης για την κατάληψη του Κιέβου, έχει μετατραπεί σε μια σκληρή δοκιμασία συστημάτων -οικονομίας, τεχνολογίας, πολιτικής και κοινωνικής διαχείρισης.
Ευρύτερο πεδίο
Αυτή η ουσιώδης μεταβολή στη συστημική φύση της σύγκρουσης διεύρυνε την «εμβέλειά» της, ξεπερνώντας τα γεωγραφικά σύνορα της Ουκρανίας. Κι αυτό δεν θα μπορούσε να αφορά περισσότερο και ιδιαίτερα την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Από «εγκεφαλικά νεκρή», όπως την είχε… διαγνώσει πριν από δέκα χρόνια ο Μακρόν, η Συμμαχία δεν ήταν καθόλου σε τέτοια κατάσταση το 2025. Το αντίθετο, ήταν ακμαία και αποφασιστική· το σημαντικότερο, παρούσα και ετοιμοπόλεμη.
Οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν κατακόρυφα, ειδικά κατά μήκος της ανατολικής πτέρυγας. Η Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής και οι σκανδιναβικές χώρες θεωρούν τον πόλεμο στην Ουκρανία ως προειδοποίηση υπαρξιακής απειλής για τα σύνορά τους. Αδιανόητη κάποτε, η ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στον συμμαχικό ιστό προβάλλεται ως καθοριστική ένδειξη της στρατηγικής αφύπνισης της Ευρώπης, την οποία προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Στις μεγάλες ασκήσεις του ΝΑΤΟ επέστρεψαν τα παλιά σενάρια του Ψυχρού Πολέμου με επίκεντρο την άμυνα εδάφους, τις μάχες αρμάτων, την αεροπορική και πυραυλική άμυνα, την ταχεία ανάπτυξη δυνάμεων.
Ωστόσο, αυτή η αναβαπτισμένη συμμαχική ενότητα δεν αντιπροσωπεύει και εγγύηση λειτουργικότητας του κρίσιμου παράγοντα από τον οποίο εξαρτάται η αποτρεπτική ικανότητα του συμμαχικού συνόλου, δηλαδή της αμερικανικής δέσμευσης. Οι ΗΠΑ αποτελούν διαχρονικά τη ραχοκοκαλιά του ΝΑΤΟ, αλλά οι πολιτικές συζητήσεις στην Ουάσιγκτον τον τελευταίο χρόνο ενέτειναν την αίσθηση ότι η τυφλή εμπιστοσύνη σε αυτό το αξίωμα μπορεί να δημιουργεί επικίνδυνο εφησυχασμό.
Το 2025 τα ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα των δεσμεύσεων ασφαλείας των ΗΠΑ, ιδίως των μακροπρόθεσμων εγγυήσεων προς την Ουκρανία, αιωρούνταν πάνω από κάθε σύνοδο κορυφής. Η Ευρώπη άρχισε να μιλάει επειγόντως για την «στρατηγική ευθύνη» της, αν όχι για την πλήρη αυτονομία της.
Ωστόσο, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής η μεγάλη εικόνα: Ο πόλεμος στην Ουκρανία, μία από τις αιτίες του οποίου ήταν η προοπτική ένταξης του Κιέβου στην Συμμαχία, δεν διέσπασε το ΝΑΤΟ. Αντίθετα, το επανέφερε στο προσκήνιο. Η ύπαρξή του δικαιολογείται από τα ίδια τα γεγονότα. Ο σκοπός της Συμμαχίας δεν είναι πλέον αφηρημένος· είναι ορατός, ουσιαστικός, επείγων και κυρίως αποτρεπτικός.
Το τέλος των ψευδαισθήσεων
Για την Ευρώπη, ο πόλεμος σήμανε το τέλος μιας σειράς βολικών παραδοχών ή ψευδαισθήσεων, κυρίαρχων επί δεκαετίες. Έτσι, η απρόσκοπτη παροχή ενέργειας δεν είναι ένας ουδέτερος τεχνο-οικονομικού επιπέδου διακανονισμός. Το εμπόριο δεν είναι επίσης απαλλαγμένο από πολιτική σκοπιμότητα. Η εξάρτηση δεν είναι πάντα αθώα…
Μέσα στο 2025, η εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο τελείωσε. Το υγροποιημένο φυσικό αέριο από τις ΗΠΑ και αλλού κάλυψε το κενό, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα έργα υποδομών επιταχύνθηκαν. Η μετατόπιση ήταν δαπανηρή, άνιση και πολιτικά αμφιλεγόμενη, αλλά προφανώς μη αναστρέψιμη.
Η ενεργειακή ασφάλεια αντιμετωπίζεται ήδη ως πτυχή της εθνικής ασφάλειας. Οι Ευρωπαίοι μιλούν ανοιχτά τώρα για την ανάγκη οι αλυσίδες εφοδιασμού, η πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά, η βιομηχανική ανθεκτικότητα να αντιμετωπίζονται όχι ως ρυθμιστικοί στόχοι αλλά ως στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία. Ο πόλεμος ανάγκασε την Ευρώπη να σκεφτεί γεωπολιτικά, όχι μόνο κανονιστικά. Αυτή η οιονεί «αφύπνιση» δεν σημαίνει, βέβαια, ότι νικήθηκαν κατά κράτος οι διαιρέσεις, παλαιότερες και νεότερες, οι διχογνωμίες και η παροιμιώδης ευρωπαϊκή αναποφασιστικότητα. Κάθε άλλο. Οι διαιρέσεις παρέμειναν και ίσως έγιναν βαθύτερες. Ορισμένες χώρες επέμειναν στην προτεραιότητα της συνεχούς υποστήριξης της Ουκρανίας, σχεδόν με κάθε κόστος. Άλλες έγιναν αναμεταδότες ανησυχίας για τη συνεχόμενη κλιμάκωση, την οικονομική κόπωση, τις εσωτερικές αντιδράσεις.
Εν κατακλείδι, η πρόσληψη της Ευρώπης ως μιας κοινής αγοράς, ως ενός μεγάλου ρυθμιστικού οργανισμού, αλλά κυρίως ως ενός οικονομικού πρότζεκτ βασισμένου στον φιλελευθερισμό, μετατοπίστηκε συνειδητά ακόμη περισσότερο προς εκείνο του εν δυνάμει πόλου γεωπολιτικής ισχύος.
Ξαναχτίζοντας κοσμοθεωρία
Οι ΗΠΑ κινούν τα νήματα στην Ουκρανία, αλλά η Ρωσία απέδειξε ότι μπορεί να αντέξει και η Κίνα ότι μπορεί να ισορροπήσει μεταξύ αντιπαράθεσης και ρεαλισμού. Από την άλλη, οι επικλήσεις του Διεθνούς Δικαίου έγιναν υποκριτικές και οι οργανισμοί λογοδοσίας ενήργησαν μόνο συμβολικά

Αν η Ευρώπη εξαναγκάστηκε να επανεξετάσει τις εξαρτήσεις της, η Ρωσία αναγκάστηκε να ξαναχτίσει τη κοσμοθεωρία της. Το 2025 η Μόσχα πρακτικά εγκατέλειψε τις προσδοκίες επανένταξής της σε ένα λειτουργικό σύστημα αλληλεπίδρασης με τη Δύση. Οι κυρώσεις, η διπλωματική απομόνωση και οι άλλες νομικές διαδικασίες ώθησαν το Κρεμλίνο προς μια σαφή στρατηγική παράλληλων συστημάτων, δηλαδή σε εναλλακτικές εμπορικές οδούς, σε μη δυτικούς χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς και σε βαθύτερες συνεργασίες εκτός Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής.
Η Κίνα ήταν ένας ισχυρός εναλλακτικός προορισμός γι’ αυτή τη στροφή. Οι ρωσικές εξαγωγές ενέργειας προς τον ασιατικό γίγαντα αυξήθηκαν και οι εμπορικές ανταλλαγές μαζί του παρέκαμψαν σε μεγάλο βαθμό το δολάριο. Η προσεκτικά βαθμονομημένη από την κινεζική πλευρά τεχνολογική συνεργασία βοήθησε τη Ρωσία να διατηρήσει σε κίνηση την πολεμική οικονομία της. Το Ιράν έπαιξε συμπληρωματικό ρόλο σε αυτή τη ρωσική στροφή παρέχοντας μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τεχνογνωσία. Η Ινδία, διατηρώντας παράλληλα στρατηγική απόσταση, έγινε ένας σημαντικός αγοραστής ρωσικής ενέργειας.
Βέβαια, αυτό δεν είναι ένα σύστημα συμμαχιών που θα μπορούσε να συγκριθεί με το ΝΑΤΟ. Είναι συγκυριακού χαρακτήρα, σαφώς πιο χαλαρό και συναλλακτικό και φυσικά περιορισμένο από τον φόβο δυνητικών δευτερογενών κυρώσεων. Όμως είναι αρκετό για να αμβλύνει τις δυτικές πιέσεις και να σηματοδοτήσει μια ευρύτερη τάση: Οι σκληρές δυτικές κυρώσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν, αλλά όχι να απομονώσουν στον σύγχρονο κατακερματισμένο κόσμο, ένα τεράστιο σε έκταση και πλούτο πόρων κράτος, όπως είναι η Ρωσία.
Από την άλλη, για το Πεκίνο ο πόλεμος δεν είναι ούτε μακρινός ούτε περιφερειακός, είναι ένα case study. Η Κίνα απέφυγε την απροκάλυπτη στρατιωτική υποστήριξη της Ρωσίας προσέχοντας φυσικά να μην γίνει η ίδια θύμα δευτερογενών κυρώσεων ή να θέσει σε κίνδυνο την πρόσβασή της στις δυτικές αγορές. Ωστόσο, αρνήθηκε να καταδικάσει τη Μόσχα ή να διακόψει τους οικονομικούς δεσμούς μαζί της. Αντ’ αυτού, το Πεκίνο αυτοπροσδιορίστηκε ως σταθεροποιητική δύναμη, ζητώντας διάλογο και επικρίνοντας τις κυρώσεις, αλλά αδυνατώντας αντικειμενικά να παίξει ρόλο ως μεσολαβητής.
Παρά το ότι μαίνεται σ’ ένα απομακρυσμένο για την κινεζική προσοχή γεωπολιτικό τερέν, ο πόλεμος στην Ουκρανία όχι μόνο δεν άφησε ανεπηρέαστη τη σχέση Ουάσιγκτον-Πεκίνου αλλά όξυνε τον διμερή ανταγωνισμό, αν και με ανεπαίσθητο τρόπο.
Η Ουάσιγκτον είχε ιδεολογικοποιήσει τη «διεκδίκηση» της Ουκρανίας από τη Δύση ως μέρος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο στο Πεκίνο. Έτσι, για την Κίνα οι δυτικές αντιδράσεις στο ρωσικό «μπλόκο» της ουκρανικής αυτονόμησης προσφέρονται ως ένα τεστ για το πώς θα μπορούσαν να ενεργήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους σε μια κρίση στην Ταϊβάν.
Παράλληλα, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και οι Βρυξέλλες έχουν μετατοπιστεί από την ρητορική περί ανάγκης «αποσύμπλεξης» σε ό,τι αφορά τους οικονομικούς και τεχνολογικούς δεσμούς τους με την Κίνα, σε πιο εκλεπτυσμένες στρατηγικές «απορρόφησης κινδύνου» προκειμένου να μειώσουν τα τρωτά σημεία τους που εκτέθηκαν από τον πόλεμο και τη διατάραξη της λειτουργίας των αλυσίδων εφοδιασμού. Σε τελική ανάλυση, όλο το πλέγμα των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας έχει πλέον το αποτύπωμα των διδαγμάτων που αντλήθηκαν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Συνολικά, αυτές οι μετατοπίσεις υποδεικνύουν έναν βαθύτερο μετασχηματισμό: Τη διάβρωση της μονοπολισμού της μεταψυχροπολεμικής εποχής και την οπισθοχώρηση της αποκαλούμενης «φιλελεύθερης διεθνούς τάξης». Οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούσαν και κινούν τα νήματα στην Ουκρανία τόσο στον πόλεμο όσο και στην προσπάθεια τερματισμού του, αναδεικνυόμενες ως ο ντε φάκτο καθοριστικός καταλύτης, αλλά δεν είναι πλέον ο μοναδικός ή ο αδιαμφισβήτητος. Η Ρωσία, αν και αποδυναμωμένη, απέδειξε ότι μπορεί να αντέξει έναν πόλεμο διαρκείας υπό καθεστώς κυρώσεων και η Κίνα ελίχθηκε μεταξύ συγκρατημένης αντιπαράθεσης και ρεαλισμού. Από την άλλη, το πλαίσιο που καθορίζει νόρμες και συμπεριφορές στο διεθνές σύστημα έγινε ακόμη πιο δυσδιάκριτο. Οι επικλήσεις του Διεθνούς Δικαίου έγιναν υποκριτικές. Τα Ηνωμένα Έθνη παραγκωνίστηκαν, οι μηχανισμοί λογοδοσίας ενήργησαν μόνο συμβολικά.
Οι μάχες στην Ουκρανία ίσως σταματήσουν σε λίγο καιρό, η γραμμή του μετώπου ίσως «παγώσει». Ίσως η διευθέτηση να μην είναι ιδανική, αλλά η ειρήνη σίγουρα θα έρθει. Ωστόσο, η παγκόσμια τάξη, στην αναδιαμόρφωση της οποίας συνέβαλε καθοριστικά ο πόλεμος την περασμένη χρονιά, είναι απίθανο να αντιστραφεί.