Το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και η Αυστραλία έγιναν οι πρώτες μεγάλες δυτικές χώρες που αναγνώρισαν το κράτος της Παλαιστίνης τη Κυριακή ακολουθούμενες από την Πορτογαλία, τη 12η χώρα της ΕΕ που κάνει αυτό το βήμα. Η Σουηδία ήταν το πρώτο μέλος του μπλοκ που αναγνώρισε το 2014 το παλαιστινιακό κράτος. Η αναγνώριση από Λονδίνο και Οττάβα σηματοδοτεί την πρώτη από δύο μεγάλες και ισχυρές δυνάμεις της ομάδας G7, των επτά πλουσιότερων χωρών της Δύσης.
Στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ την οποία συγκαλούν εκτάκτως σήμερα ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν και ο πρίγκιπας διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν αναμένεται ότι περισσότερες χώρες θα αναγνωρίσουν επίσημα το παλαιστινιακό κράτος. Μεταξύ τους, η Γαλλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Ανδόρα, το Σαν Μαρίνο, η Μάλτα.
Περισσότερα από τα 3/4 των 193 μελών του ΟΗΕ αναγνωρίζουν ήδη την ανεξάρτητη Παλαιστίνη. Σ' αυτά δεν περιλαμβάνονται οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, η Ιταλία και η Γερμανία.
Οι περισσότερες από τις πρόσφατες αναγνωρίσεις προέκυψαν ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης στρατιωτικής επιχείρησης του Ισραήλ στη Γάζα, η οποία έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 65.000 ανθρώπους και έχει προκαλέσει τεράστια ανθρωπιστική καταστροφή.
Άσκηση πίεσης
Για τη Βρετανία όπως και γι' άλλες δυτικές χώρες, η αναγνώριση σ’ αυτή τη φάση έχει στόχο να ασκήσει πίεση στο Ισραήλ προκειμένου να τερματίσει την ανελέητη επίθεση του στη Γάζα, να περιορίσει την κατασκευή νέων εβραϊκών οικισμών στη κατεχόμενη Δυτική Όχθη και να δεσμευτεί εκ νέου στην ειρηνευτική διαδικασία με τους Παλαιστίνιους.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, δήλωσε ότι η κίνηση θα συνοδεύεται από δέσμευση της Παλαιστινιακής Αρχής να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα βελτιώσουν την παλαιστινιακή διακυβέρνηση και θα την καταστήσουν έναν πιο αξιόπιστο εταίρο κατά την μεταπολεμική διοίκηση της Γάζας.
Το Ισραήλ και οι σύμμαχοί του μιλούν για «πολιτικό θέατρο». Μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μποϊκοτάρουν τη σημερινή γενική συνέλευση την οποία ο Ισραηλινός πρεσβευτής στον ΟΗΕ Ντάνι Ντάνον, χαρακτήρισε ως «τσίρκο».
Ωστόσο, οι υποστηρικτές των παλαιστινιακών δικαιωμάτων λένε ότι η επίσημη αναγνώριση είναι μόνο το πρώτο βήμα.
Αλλά τι πραγματικά σημαίνει σε πρακτικό επίπεδο η αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους; Έχει κάποια πρακτική πολιτικο-διπλωματική αξία η κίνηση αυτή, ή είναι μια καθαρά συμβολική ενέργεια;
Πέρα από τον συμβολισμό
Όσοι θεωρούν την αναγνώριση ως μια χειρονομία καλής θέλησης και τίποτε περισσότερο, δικαιολογούν τον ισχυρισμό τους επικαλούμενοι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: Την πολύ περιορισμένη, ως ανύπαρκτη, επιρροή στη σύγκρουση, διπλωματικά επιδραστικών χωρών όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, αλλά και πολλών άλλων αραβικών κρατών που έχουν αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Παλαιστίνης εδώ και δεκαετίες. Χωρίς έδρα με πλήρη δικαιώματα στον ΟΗΕ ή έλεγχο των συνόρων της, η Παλαιστινιακή Αρχή διαθέτει εξαιρετικά περιορισμένη ικανότητα στη σύναψη διμερών σχέσεων με άλλες κρατικές οντότητες, κάτι που φυσικά δίνει υπόσταση στην έννοια του ανεξάρτητου κράτους.
Την ίδια ώρα, το παλαιστινιακό κράτος- Γάζα και Δυτική Όχθη- είναι ουσιαστικά αποκλεισμένο. Το Ισραήλ ελέγχει και περιορίζει την πρόσβαση του σε αγαθά, επενδύσεις, εκπαιδευτικές ή πολιτιστικές ανταλλαγές. Μη διαθέτοντας αεροδρόμια, η Δυτική Όχθη είναι ένας ηπειρωτικός θύλακας προσβάσιμος μόνο μέσω του Ισραήλ, ή μέσω των ελεγχόμενων από το Ισραήλ συνόρων με την Ιορδανία. Περιττό να αναφερθεί ότι η Γάζα είναι πλήρως αποκλεισμένη.
Ωστόσο, οι χώρες που σχεδιάζουν το επόμενο βήμα αλλά και η ίδια η Παλαιστινιακή Αρχή θεωρούν πως η αναγνώριση είναι κάτι περισσότερο από μια συμβολική χειρονομία. Ο Χουσάμ Ζόμλοτ, επικεφαλής της παλαιστινιακής αποστολής στο Ηνωμένο Βασίλειο, δήλωσε στο Reuters ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνεργασίες μεταξύ οντοτήτων σε ισότιμη βάση.
Θα μπορούσε επίσης να αναγκάσει τις χώρες που έχουν αναγνωρίσει την Παλαιστίνη να επανεξετάσουν πτυχές των σχέσεών τους με το Ισραήλ. Σε κάθε περίπτωση, δημιουργεί υποχρέωση για πιο ενεργό εμπλοκή σε μεσολάβηση και διπλωματία για όσους έχουν προχωρήσει στην αναγνώριση καθιστώντας τους ηθικά και νομικά «υπόχρεους».
Νομική κάλυψη
Αυτό φάνηκε πιο καθαρά στη περίπτωση της Βρετανίας η οποία δια στόματος της υπουργού Εξωτερικών Ιβέτ Κούπερ απηύθυνε ήδη προειδοποίηση στο Ισραήλ να μην προχωρήσει σε προσάρτηση της Δυτικής Όχθης σε αντίποινα για την αναγνώριση από το Λονδίνο. Οι σχετικές δηλώσεις της στο BBC προϊδέασαν για μια πιο αποφασιστική στάση από τη Βρετανία προσεχώς: «Έχουμε ξεκαθαρίσει ότι αυτή η απόφαση που λάβαμε αφορά τον καλύτερο τρόπο σεβασμού της ασφάλειας του Ισραήλ καθώς και της ασφάλειας των Παλαιστινίων. Πρόκειται για τη προστασία της ειρήνης και της δικαιοσύνης και, κυρίως, της ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, και θα συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε με όλους σε όλη την περιοχή για να μπορέσουμε να πετύχουμε αυτό τον στόχο».
Σε καθαρά πρακτικό-λειτουργικό επίπεδο, η αναγνώριση σηματοδοτεί πολλές σημαντικές αλλαγές σε σχέση με το τρέχον στάτους της παλαιστινιακής οντότητας. Αυτή τη στιγμή, η Παλαιστίνη συμμετέχει στον ΟΗΕ υπό το καθεστώς του «κράτους-παρατηρητή, μη μέλους». Η πλήρης διεθνής αναγνώριση της πιθανότατα θα σημάνει πλήρη ένταξη στα Ηνωμένα Έθνη, με δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση και δυνατότητα εκλογής Παλαιστίνιων αντιπροσώπων-για τα εκ περιτροπής μέλη- σε κορυφαία όργανα όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Αναγνωρισμένη διεθνώς, η Παλαιστίνη θα απολαμβάνει πλήρους νομικής κάλυψης από θεσμούς όπως το Διεθνές Δικαστήριο και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και θα μπορεί να επικαλείται με κάθε δικαίωμα το διεθνές δίκαιο ειδικά σε υποθέσεις που αφορούν εδαφικές διαφορές και διεκδικήσεις αλλά και φερόμενα εγκλήματα πολέμου.
Αυτό φυσικά θα ενίσχυε τις διεκδικήσεις της για οριοθέτηση-αναγνώριση συνόρων και για σεβασμό της εδαφικής κυριαρχίας της βάσει του διεθνούς δικαίου, μετατοπίζοντας τις διαφορές με το Ισραήλ από την αρένα της διμερούς διαπραγμάτευσης σ’ εκείνο των πολυμερών, νομικών-διπλωματικών πεδίων.
Προκλήσεις
Ως ανεξάρτητο κράτος, η Παλαιστίνη θα μπορούσε επίσης να γίνει πλήρες μέλος σε διεθνείς συνθήκες και οργανισμούς όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το ΔΝΤ ή ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Αυτό δυνητικά θα της άνοιγε το δρόμο για πρόσβαση σε αναπτυξιακά κεφάλαια, δάνεια και προγράμματα οικονομικής συνεργασίας ενώ άλλες χώρες θα μπορούσαν να υπογράψουν εμπορικές συμφωνίες απευθείας μαζί της. Αν μη τι άλλο, η αναγνώριση θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεσες ξένες επενδύσεις, όσο κι αν κάτι τέτοιο θα εξακολουθούσε να συναρτάται από τα σχέδια και τις προθέσεις του Ισραήλ.
Εν κατακλείδι, η διεθνής αναγνώριση θα πρόσφερε στη Παλαιστίνη περισσότερα νομικά δικαιώματα και κάλυψη, διπλωματική ισχύ και πρόσβαση σε οργανισμούς και θεσμούς. Όμως ο πρακτικός αντίκτυπος επί του πεδίου σε σχέση με την εδαφική κυριαρχία, την οικονομία, την ελεύθερη κίνηση, την καθημερινή ζωή, θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενος από το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και άλλους περιφερειακούς παράγοντες.
Ωστόσο, αυτό που θα μπορούσε να σηματοδοτήσει άμεσα η αναγνώριση είναι να αναδείξει και να θέσει επιτακτικά και δίχως αναβολή την ανάγκη για εκεχειρία στη Γάζα στο πλαίσιο των υφιστάμενων διεθνών διπλωματικών, γραφειοκρατικών και νομικών δομών.
Στο τεύχος του φθινοπώρου του 2025 του τριμηνιαίου ακαδημαϊκού περιοδικού «The Cairo Review of Global Affairs», ο Αιγύπτιος πολιτικός αναλυτής Ομάρ Αούφ αποκάλυψε ότι Παλαιστίνιοι αξιωματούχοι είχαν προσπαθήσει να εντάξουν την Παλαιστίνη στις Συμβάσεις της Γενεύης αλλά απορρίφθηκαν από την Ελβετία επειδή, όπως τους ενημέρωσε η ελβετική κυβέρνηση, υπήρχε ακόμη «αβεβαιότητα» σε σχέση με την δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.
Οι Συμβάσεις της Γενεύης είναι ένα σύνολο διεθνών συνθηκών που ορίζουν τους κανόνες μεταχείρισης των ανθρώπων στη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων, ιδίως όσων δεν μάχονται. Καλύπτουν την προστασία των αμάχων, των ασθενών και τραυματιών, των ναυαγών και φυσικά των αιχμαλώτων πολέμου. Οι πιο σημαντικές είναι οι τέσσερις Συμβάσεις του 1949, οι οποίες υιοθετήθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συμπληρώθηκαν από πρόσθετα πρωτόκολλα το 1977 και το 2005.
Τον περασμένο μήνα, η Νόμι Μπαρ-Γιακόβ διαπραγματεύτρια στο Κέντρο Πολιτικής Ασφαλείας της Γενεύης δήλωσε στο δίκτυο της DW ότι η αναγνώριση της Παλαιστίνης δεν θ’ αλλάξει τίποτα αμέσως για τους Παλαιστίνιους αλλά τούς προσφέρει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στο πεδίο της πολιτικο-διπλωματικής διαπραγμάτευσης. Όπως είπε χαρακτηριστικά, δεν είναι το ίδιο πράγμα σε νομικό επίπεδο η διαπραγμάτευση μεταξύ δύο κρατών μ’ εκείνη μεταξύ ενός κυρίαρχου κράτους και ενός μη αναγνωρισμένου “κράτους” που θεωρείται απλά μια οντότητα.