Ευτυχώς που και η φαντασία του Τραμπ φαίνεται να έχει όρια. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει άλλωστε από την Ε.Ε.; Αγορά ενέργειας ύψους 750 δισ. για τα επόμενα τρία χρόνια, αγορά αμερικανικού στρατιωτικού υλικού αξίας 600 δισ. από τους Ευρωπαίους και επενδύσεις ευρωπαϊκών επιχειρήσεων πάλι 600 δισ. στις ΗΠΑ. Όλες του οι επιθυμίες έγιναν αποδεκτές και, όπως όλα δείχνουν, πιθανότατα στα ψιλά γράμματα της συμφωνίας να υπάρχουν και κάποιες άλλες ακόμα κρυμμένες. Και όλα αυτά για να συμφωνήσει σε δασμούς 15% σε κάποια ευρωπαϊκά προϊόντα αντί για το 30% που απαιτούσε αρχικά.
Ας αφήσουμε όμως στην άκρη κάποιες αδιευκρίνιστες λεπτομέρειες, όπως το πώς η Κομισιόν θα επιβάλει στις επιχειρήσεις να επενδύσουν στις ΗΠΑ (αν δεν θέλουν, γιατί όπως φάνηκε κάποιες θέλουν), και ας κοιτάξουμε πρωτίστως το πνεύμα της όλης συμφωνίας.
Κάποιος την είπε ταπείνωση
Οι χαρακτηρισμοί των μη πολιτικών προσώπων ξεκίνησαν από τη συνθηκολόγηση και έφτασαν μέχρι την «ταπείνωση» της Ευρώπης ή, για να ακριβολογούμε, της Κομισιόν, αφού μετά από κάποιες αντιδράσεις πρωθυπουργών μένει να φανεί αν αυτή η συμφωνία θα εγκριθεί τελικά και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Εκτός αν και ο Όρμπαν επιθυμεί να τον καταπιεί ο Τραμπ για πρωινό και ο Μπαϊρού αποφασίσει με τον Μακρόν να γίνουν και αυτοί νονοί μιας «μαύρης ημέρας για την Ευρώπη».
Στην ουσία ο Τραμπ δεν πέτυχε απλώς αυτό που ζητούσε, αλλά κυρίως απέδειξε ότι μπορεί να παίζει αυτός τον ρυθμό που επιθυμεί, «άλλοτε γρήγορο και άλλοτε ακόμα γρηγορότερο», και οι Ευρωπαίοι πειθήνια να ακολουθούν. Δεν είναι αυτό αποκλειστικά αποτέλεσμα της πάγιας προσπάθειάς του να διχάζει όπου μπορεί το ευρωπαϊκό μπλοκ. Οι Ευρωπαίοι απέδειξαν τα τελευταία χρόνια ότι μια χαρά μπορούν να διχάζονται και χωρίς εξωτερική... βοήθεια για μια σειρά από θέματα: Ουκρανικό, Μεταναστευτικό, λιτότητα, άμυνα, Γάζα.
Χώρες που ακολουθούν διαφορετικά συμφέροντα για μικροπολιτικούς λόγους, κυβερνήσεις που σέρνονται πίσω από εθνολαϊκιστικούς δημαγωγούς, πολιτικοί με ημερομηνία λήξης αλλά με μάστερ στις δημόσιες σχέσεις. Αυτή είναι η εικόνα της σημερινής ηγεσίας της Ε.Ε. Δεν χρειάστηκε να καταβάλει και μεγάλο κόπο ο Τραμπ για να ξεγυμνώσει το αφήγημα περί ενότητας και ομοφωνίας, που βιάστηκε να ψελλίσει την περασμένη Κυριακή το βράδυ ο Φρίντριχ Μερτς, πριν καταλάβει και αυτός πόσο κακή είναι η συμφωνία και αρχίσει από την Τρίτη να μιλάει για πιθανές «ζημιές» τόσο για τη γερμανική όσο και για την αμερικανική οικονομία.
Πριν ταξιδέψει στη Σκωτία, η Ούρσουλα φον ντελ Λάιεν είχε βρεθεί και στο Πεκίνο μαζί με τον Αντόνιο Κόστα (προφανώς με τον Τραμπ πίστευε ότι μπορεί να τα φέρει βόλτα μόνη της) για αναλόγου περιεχομένου συζητήσεις και από εκεί γύρισε επίσης με σχεδόν άδεια χέρια. Οι Κινέζοι, πιο ευγενείς από τον Τραμπ, την ξεπροβόδισαν με μια απλή κοινή διακήρυξη για το κλίμα. Και αυτοί βλέπουν μια Ευρώπη διχασμένη και αδύναμη, που δεν μπορεί να παρουσιαστεί απέναντί τους ως απειλή. Προφανώς και στο Πεκίνο περίμεναν να δουν πού θα καταλήξει η περιβόητη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ πριν κάνουν τις επόμενες κινήσεις τους.
Το κρέας ψάρι ή αντίστροφα;
Βεβαίως, ο μηχανισμός δημοσίων σχέσεων της Κομισιόν μετά τις αντιδράσεις ξεκίνησε μια εκστρατεία αντεπίθεσης στη λογική του «τι να κάνεις, αυτός είναι ο Τραμπ. Να πας να τσακωθείς;». Το επιχείρημα είναι πως μια συμφωνία, έστω και κακή, είναι καλύτερη από καμία συμφωνία. Αυτή ακριβώς η έλλειψη αυτοπεποίθησης είναι που ενισχύει διαλυτικές τάσεις στην Ευρώπη και κάνει μια σειρά από χώρες να επιστρέφουν σε λογικές μιας «Ευρώπης των εθνών». Όλο και περισσότεροι θεωρούν πως μόνοι τους μπορούν καλύτερα. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν λέει πως έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά γιατί δεν ρωτά κανείς αν τελικά το πρόβλημα είναι ότι απλώς δεν μπορούσε; Μήπως τελικά η επιλογή της ήταν εξαρχής λάθος; Και αυτό δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο, αλλά σε αυτό που αντιπροσωπεύει. Ένα κλειστό, λομπίστικο, μυστικοπαθές σύστημα, που λειτουργεί σε διαδρόμους και παρασκήνια και έχει αρπάξει χωρίς να ρωτήσει κανέναν αρμοδιότητες που θεσμικά δεν του ανήκουν.
Εδώ και δεκαετίες πλέον γίνεται λόγος για τις κακοτεχνίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, που και σε άλλες εποχές θεμελιώθηκε και από άλλους ανθρώπους εκπροσωπήθηκε και ποτέ δεν αντιμετώπισε τους κραδασμούς μιας «πολυκρίσης», όπως κάποιοι έχουν βαφτίσει την περίοδο στην οποία έχουμε εισέλθει εδώ και μερικά χρόνια. Αλλά κανείς δεν έχει το θάρρος να γκρεμίσει και να ξαναχτίσει. Οι όποιες βαρύγδουπες διακηρύξεις Μακρόν απαξιώνονται από τη δική του αλαζονεία. Έτσι κι αλλιώς η θητεία του πια βαδίζει προς το τέλος της για να μπορέσει να τις επιβάλει. Η Ευρώπη θα συνεχίσει να πορεύεται στη λογική «πάμε και όπου βγει», οι Τραμπ θα συνεχίσουν να διασκεδάζουν μαζί της, οι φυγόκεντρες τάσεις θα δυναμώνουν και το μόνο που θα απομείνει σε «ισχυρές» χώρες όπως η Γερμανία θα είναι κάποιες α λα καρτ συμφωνίες με «φίλιες» κυβερνήσεις για την αμυντική βιομηχανία ή το Μεταναστευτικό, την ώρα που οι πολυεθνικές της πια εταιρείες θα αναζητούν απευθείας συμφωνίες με τις εκτός Ευρώπης κυβερνήσεις, όπως αυτή, για παράδειγμα, που προανήγγειλε ο διευθύνων σύμβουλος της Volkswagen την περασμένη Τρίτη. Η Ε.Ε. θα θυμίζει όλο και περισσότερο έναν ξεπεσμένο αριστοκράτη που κλεισμένος στο χωρίς φως, νερό και τηλέφωνο ετοιμόρροπο αρχοντικό του θα αναρωτιέται κάθε απόγευμα την ώρα του τσαγιού γιατί αργεί να σερβίρει ο μπάτλερ, ο οποίος τον έχει ήδη εγκαταλείψει προ πολλού.