Ανταπόκριση από τη Βόννη
Η συγκεκριμένη φωτογραφία μπορεί να μην έλεγε 1.000 λέξεις, αλλά έλεγε 60+1. Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς και ο αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπαϊλ περιστοιχισμένοι από τα ηγετικά στελέχη των 61 μεγαλύτερων γερμανικών επιχειρήσεων. 60 άνδρες και μια γυναίκα, η πρόεδρος του Δ.Σ. της Commerzbank Μπετίνα Όρλοπ, στη μια άκρη ντυμένη στα κόκκινα. Στην άλλη ντυμένη στα λευκά η υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε. Η εικόνα προκάλεσε θύελλα σχολίων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κεντρικό συμπέρασμα, οι γερμανικές επιχειρήσεις έχουν ένα κοινό σημείο με την «ομάδα Μερτς»: βλέπουν τις γυναίκες μόνο σε ρόλο ντεκόρ. Ο «ματσισμός» σε όλο του το μεγαλείο.
Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί ο καγκελάριος καταγράφει εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά στο θηλυκό κομμάτι του εκλογικού σώματος. Όχι βεβαίως ότι και στο αρσενικό τα πηγαίνει περίφημα. Κολλημένα στο 27%-28% παραμένουν τα ποσοστά του και όσα προέκυψαν από τη συγκεκριμένη συνάντηση δεν αποκλείεται να ρίξουν περαιτέρω αυτό το νούμερο.
Ο πατριωτισμός των... πολυεθνικών
Ηταν μια μεγάλη συνάντηση με αφορμή την επενδυτική πρωτοβουλία «Μade for Germany» που εξήγγειλαν οι ίδιοι οι βιομήχανοι και τραπεζίτες της χώρας. Ανάμεσά τους και κάποιοι παλιοί γνώριμοι του Μερτς, όπως ο εκπρόσωπος της BlackRock, αλλά συνολικά η «αφρόκρεμα» της γερμανικής οικονομίας, από τη Siemens μέχρι την Deutsche Bank. Στόχος, να βελτιωθεί το αρνητικό κλίμα, να πειστεί η κοινή γνώμη ότι το γερμανικό κεφάλαιο νοιάζεται για την πατρίδα και σκοπεύει να επενδύσει μέσα στην επόμενη τριετία το ποσό των 631 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ασχέτως αν πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις δηλώνουν φορολογική έδρα στην Ολλανδία ή στο Λουξεμβούργο. Από κοντά και οι διθύραμβοι συστημικών «τηλε-οικονομολόγων» για την πανδαισία που έρχεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και θα έκανε ίσως τη σύγχρονη... Αλίκη να παραγγείλει σοκολάτες από τις ακριβές και δύο πακέτα μακαρόνια.
Ομως, μετά τους πρώτους πανηγυρισμούς άρχισαν τα ερωτήματα. Στην ιστοσελίδα του ενημερωτικού τομέα της δημόσιας τηλεόρασης ARD υπήρχε η παρατήρηση ότι όλα αυτά είναι λίγο θολά. Γιατί κανείς δεν ξέρει ποιο κομμάτι αυτού του ποσού είναι πράγματι «καινούργιο», αφού οι μεγάλες (πολυεθνικές στην ουσία) επιχειρήσεις δεν προγραμματίζουν σε ορίζοντα μερικών εβδομάδων επειδή έπεσαν θύματα της γοητείας του νέου καγκελάριου. Πολλές επενδύσεις, δηλαδή, ήταν προγραμματισμένες από την περίοδο της προηγούμενης κυβέρνησης.
Το βασικότερο πρόβλημα, όμως, εντοπίζεται στις «προϋποθέσεις» που αποτέλεσαν τη «γαρνιτούρα» στα διθυραμβικά σχόλια των ειδικών. Γιατί, προκειμένου να ξυπνήσει ο πολυσυζητημένος αυτές τις μέρες οικονομικός πατριωτισμός, χρειάζονται «κίνητρα». Τι επικρίνουν οι επιχειρηματίες; Τη γραφειοκρατία, την «αβάσταχτη» φορολογία, το υψηλό κόστος μισθών αλλά και εισφορών, τις εργασιακές δικλίδες ασφαλείας, τα αυστηρά οικολογικά πρότυπα, τον έλεγχο για τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η δική τους κυβέρνηση
Η κυβέρνηση Μερτς δείχνει έτοιμη να ικανοποιήσει αυτά τα αιτήματα, από την κατάργηση των περιττών ελέγχων, τη μεγαλύτερη επιβάρυνση των ίδιων των εργαζόμενων για την ασφάλισή τους, μέχρι τη μείωση των επίσημων αργιών που σε όλη τη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη έχει περίπου αναχθεί σε μαγική λύση για την ανόρθωση της οικονομίας. Οι προαναφερθέντες ειδικοί από οικονομικά ινστιτούτα προσκείμενα στη Χριστιανοδημοκρατία ή στο «εξατμισμένο» Κόμμα των Φιλελευθέρων βομβαρδίζουν τους εργαζόμενους με αμφίβολης προέλευσης εκτιμήσεις για το πόσα δισεκατομμύρια όφελος θα είχε η παραίτησή τους από μία ή δύο αργίες τον χρόνο. Την ιδέα έκλεψε στο μεταξύ και ο Μπαϊρού στη Γαλλία.
Ο ίδιος ο Μερτς πανευτυχής μοίραζε χαμόγελα και υποσχέσεις. Η διάθεσή του ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη τη βαρύθυμη έκφραση απέναντι στους δημοσιογράφους στην προ θέρους συνέντευξη Τύπου.
Η κυβέρνηση αυτή δείχνει αποφασισμένη να προχωρήσει σε δραστικές αλλαγές σε βάρος της κοινωνίας ώστε να ικανοποιήσει το αίτημα τραπεζιτών και βιομηχάνων για να τους πείσει να «μείνουν Γερμανία». Το κλίμα θυμίζει την εποχή του Σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ, που πέρασε στην Ιστορία ως «σύντροφος των αφεντικών» ξηλώνοντας παροχές και επιδόματα για να κρατήσει ζωντανό το γερμανικό οικονομικό θαύμα. Τώρα καλείται να το επιτύχει και ένας Χριστιανοδημοκράτης αρχηγός κυβέρνησης. Η θέλησή του είναι δεδομένη.