Στην επέτειο της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, στις 4 Ιουλίου, ο πρόεδρος Τραμπ δέχονταν στο οβάλ γραφείο ευχετήρια τηλεφωνήματα από τους ξένους ηγέτες. Απ’ αυτούς που του τηλεφώνησαν ήταν και ο Ζελένσκι. Η συζήτηση στράφηκε γρήγορα στο πόλεμο. Οι πληροφορίες από τους ανθρώπους που ήταν παρόντες στη διάρκεια της κλήσης, τους οποίους επικαλούνται σε σημερινό αποκαλυπτικό ρεπορτάζ τους οι Financial Times, λένε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ παρότρυνε τον Ουκρανό ομόλογό του να βομβαρδίσει βαθιά στο ρωσικό έδαφος!
Τον ρώτησε μάλιστα αν μπορεί να χτυπήσει τη Μόσχα εφόσον οι ΗΠΑ του δώσουν τα κατάλληλα όπλα μεγάλου βεληνεκούς. «Βολοντίμιρ, μπορείς να χτυπήσεις τη Μόσχα; Μπορείς να χτυπήσεις την Αγία Πετρούπολη;» φέρεται να ρώτησε ο Αμερικανός πρόεδρος τον Ζελένσκι κι εκείνος του απάντησε: «Βεβαίως! Μπορούμε να το κάνουμε αν μας δώσεις τα όπλα»...
Η συνομιλία ήταν όντως παράδοξη. Και θα ήταν ακόμη περισσότερο αν γίνονταν στην αρχή του χρόνου, όταν ο Τραμπ βάφτιζε «δικτάτορα» τον Ζελένσκι στις αναρτήσεις του και τον καλούσε να συνθηκολογήσει γρήγορα γιατί δεν θα του απέμενε «χώρα για να κυβερνήσει».
Σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μια αναθεώρηση πολιτικής. Μια απότομη αναστροφή -εξ ορισμού ριψοκίνδυνη- σε σχέση με τον κεντρικό άξονα της αφήγησης, ότι δηλαδή ο πρόεδρος μπορεί να τα βρει σε προσωπικό επίπεδο με τον Πούτιν και να τελειώσει τον πόλεμο στο «άψε-σβήσε».
Πικρή διαπίστωση
Ενώ παραμένει ασαφές αν η Ουάσιγκτον θα παραδώσει τελικά όπλα μεγάλους βεληνεκούς στο Κίεβο, τα όσα είπε ο Τραμπ με τον Ζελένσκι την 4η Ιουλίου επιβεβαιώνουν περίτρανα την προσωπική «απογοήτευση» του αλλά και μια πικρή διαπίστωση: Παρά την δεινότητά του στην διαπραγμάτευση και τις ικανότητές του στην τέχνη του «ντιλ», ο Τραμπ είναι ανίκανος να κάνει οποιαδήποτε μόχλευση προς έναν πολιτικό διακανονισμό για την Ουκρανία έχοντας απέναντί του έναν άκαμπτο και ανυποχώρητο Πούτιν.
Σε δύο «επίπεδα» μπορεί ο ψύχραιμος παρατηρητής να αναζητήσει τις αιτίες αυτής της θεαματικής «αναστροφής». Το ένα είναι σίγουρα εκείνο της προσωπικότητας. Αφού πρώτα δαιμονοποίησε τον Ζελένσκι κατηγορώντας τον ότι δεν θέλει τον τερματισμό του πολέμου- αντιλαμβανόμενος πως δεν είναι τόσο εύκολο ο ίδιος να γίνει ο μάγος-«ειρηνοποιός» που υποσχέθηκε προεκλογικά στους οπαδούς του κι ενώ ο Ζελένσκι είναι εκ των πραγμάτων ο πιο αδύναμος κρίκος, άρα ευκολότερο να πιεστεί- ο πρόεδρος επαναρρύθμισε τώρα τη θέση του.
Ως ενός σημείου, αυτό το μοτίβο συμπεριφοράς δεν προκαλεί έκπληξη, είναι γνωστό.
Ο μεγιστάνας συνηθίζει να κάνει στροφή 180 μοιρών όταν διαπιστώνει πως δεν μπορεί να κερδίσει το «στοίχημα». Δεν είναι άλλωστε ο παραδοσιακός πολιτικός που επιμένει σε αρχές και κατευθυντήριες γραμμές. Αυτή η «ιδιαιτερότητά» του μάλλον οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα όσον αφορά στο άλλο πεδίο όπου κάποιος επίσης μπορεί ν’ αναζητήσει τις αιτίες των απίθανων αναδιπλώσεων του: Εκείνο της πολιτικής.
Η μετατόπιση του Τραμπ από την τακτική δαιμονοποίησης του Ζελένσκι στη πρακτική ενοχοποίησης του Πούτιν, συμπεριλαμβανομένης της υπόσχεσής του προς το Κίεβο για περεταίρω αναβαθμισμένη στρατιωτική υποστήριξη, δείχνει- αλλά δεν είναι- μια προσωπική στροφή ενός, ενδεχομένως, κυκλοθυμικού προέδρου.
Αποκαλύπτει πολλά επάλληλα και βαθύτερα επίπεδα συγκρότησης και λειτουργίας της τρέχουσας εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, ειδικά υπό την επιρροή του Τραμπ και την επίδραση των εσωτερικών ιδεολογικών «μεταλλάξεων» του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Ενώ η εξωτερική πολιτική του μεγιστάνα θεωρείται κατά κανόνα απρόβλεπτη ή απομονωτική, η μετατόπισή του στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία αντανακλά μια βασική αλήθεια: Μεταβάλλεται, συχνά θεαματικά, όταν η κοινή γνώμη, η πολιτική πίεση ή το στρατηγικό πλεονέκτημα το απαιτούν. Έτσι, καθώς η κόπωση για τον συνεχιζόμενο πόλεμο και την έμμεση εμπλοκή των ΗΠΑ σ’ αυτόν άρχισε να αυξάνεται, ο Τραμπ αρχικά ευθυγραμμίστηκε με την απομονωτική βάση του κλείνοντας τη στρόφιγγα της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο.
Αλλάζοντας ρόλο
Τώρα, βλέποντας τον Πούτιν να έχει πάρει το πάνω χέρι και να επιδιώκει ενδεχομένως περισσότερα από το να κρατήσει απλά τα ουκρανικά εδάφη που κατέκτησε, ο πρόεδρος εκτιμά ότι ο στόχος του να είναι ο «μόνος» που μπορεί να τελειώσει αυτό τον πόλεμο εξυπηρετείται καλύτερα όχι πια με τις πιέσεις προς τον Ζελένσκι αλλά με τις απειλές προς τον Πούτιν.
Με άλλα λόγια, η αναθεώρηση αφορά λιγότερο στην επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος-του τερματισμού του πολέμου- και περισσότερο στην ανάγκη ανάκτησης του ελέγχου της αφήγησης. Ο Τραμπ θέλει να είναι είτε ο αδιαμφισβήτητος «ρέφερι», είτε ο απόλυτος «επιδιορθωτής».
Αλλά δεν είναι «μόνος» του σ’ αυτό το σκηνικό. Ένας σκληρός πυρήνας νεο-ιδεολόγων και παραγόντων που συσπειρώνονται όχι γύρω από ηθικές αφηγήσεις πλέον αλλά γύρω από τον ρεαλισμό με γνώμονα τα αμερικανικά συμφέροντα, παρακολουθεί τις κινήσεις του, ειδικά εκείνες που έχουν ένα ξεκάθαρο στόχο: Να μην φανούν αδύναμες οι ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία. Αυτή η θέση βρίσκει απήχηση σε έναν αυξανόμενο αριθμό υπευθύνων χάραξης πολιτικής στην Ουάσιγκτον οι οποίοι πρόσκεινται βέβαια στον Τραμπ αλλά και πέρα απ’ αυτόν…
Είναι ξεκάθαρο ότι στη δεύτερη θητεία του ο μεγιστάνας λειτουργεί πολύ περισσότερο με το ένστικτο του πολιτικού υπολογισμού και πολύ λιγότερο με την «εσάνς» της υπερφίαλης διασημότητας. Δεν μπορεί να παραβλέπει την δυναμική στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων το σκληρό κατεστημένο το οποίων διατηρεί πάντα επαφή με τα νεοσυντηρητικά γεράκια συνεχίζοντας να υποστηρίζει τον αμερικανικό παρεμβατισμό στην Ουκρανία και αλλού. Ο Τραμπ αντιλαμβάνεται ότι το να φαίνεται περισσότερο ως ο ισχυρός πολιτικός ηγέτης και λιγότερο ως ο «φιλικός προς τον Πούτιν» πρόεδρος, τον βοηθά ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο εφόσον θέλει να κερδίσει τη ψήφο των «αναποφάσιστων» και των «νοσταλγών» της αμερικανικής ισχύος.
Κατά πάσα πιθανότητα έχει συνειδητοποιήσει ότι η υπερβολική συμπάθειά προς τον Πούτιν, καθόσον μάλιστα ο αρχηγός του Κρεμλίνου δεν δείχνει να «ανταποκρίνεται», θα μπορούσε να του κοστίσει πολιτικά. Ακριβά μάλιστα…
