Το γνωστό μοτίβο επίδειξης πυγμής, που έχει άδοξο τέλος, και προσαρμογής στη συνέχεια σε μια ακόμη πιο σύνθετη κατάσταση πραγμάτων επαναλαμβάνεται μετά τον τελευταίο, σύντομο (;) πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Για την ώρα αποφεύχθηκαν η κλιμάκωση και η γενίκευσή του.
Ο βαθμός κινδύνου να πυροδοτήσει… ανεξέλεγκτες καταστάσεις ήταν ιδιαίτερα υψηλός, αλλά το στάτους που έχει διαμορφωθεί αφότου σταμάτησαν οι επιδρομές είναι πιο ασταθές και πιο προβληματικό απ’ ό,τι προηγουμένως, και ίσως περισσότερο από ποτέ.
Οι αμερικανοϊσραηλινοί βομβαρδισμοί ήταν «επιτυχείς», λένε οι σχεδιαστές τους. Απέτυχαν, όμως, στον βασικότερο στόχο τους: να καταστρέψουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Και παράλληλα «πέτυχαν» να τινάξουν στον αέρα την εμπιστοσύνη και το πολιτικό πλαίσιο για διπλωματικό διάλογο. Τα «συντρίμμια» έχουν διασκορπιστεί σε μεγάλη έκταση κι έχουν δυσκολέψει αφάνταστα τα σενάρια για μια διευθέτηση με πολιτικά μέσα.
Οι συνέπειες του πολέμου ήταν βαριές και για τις δύο πλευρές, αναλογικά. Στο Ιράν τουλάχιστον 610 άνθρωποι σκοτώθηκαν, συμπεριλαμβανομένων 49 γυναικών, 13 παιδιών και 5 εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Άλλοι 4.746 τραυματίστηκαν.
Στο Ισραήλ τα χτυπήματα των ιρανικών πυραύλων και drones σκότωσαν τουλάχιστον 28 και τραυμάτισαν πάνω από 3.200 ανθρώπους. Περισσότεροι από 9.000 Ισραηλινοί έμειναν άστεγοι, δεκάδες κτήρια, ιδιωτικά και δημόσια, υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν. Παρά την υπόσχεση του Νετανιάχου να «εξαλείψει» το πυρηνικό πρόγραμμα και τις πυραυλικές ικανότητες του Ιράν, καθώς και τις κρυφές ελπίδες του ότι οι βομβαρδισμοί θα διάβρωναν το καθεστώς, η πραγματικότητα τον διέψευσε. Το Ιράν απάντησε ακαριαία. Πύραυλοί του έπληξαν ισραηλινές πόλεις και στρατηγικούς στόχους. Αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες ενεπλάκησαν στη σύγκρουση βομβαρδίζοντας τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της, η Τεχεράνη δεν δίστασε να χτυπήσει την αμερικανική αεροπορική βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ. Περιορισμένη σε έκταση και εκ των προτέρων γνωστοποιημένη στην Ουάσιγκτον, η επίθεση αυτή έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα σε Ισραήλ και ΗΠΑ: Το Ιράν δεν θα διστάσει να χοντρύνει το παιχνίδι...

Οι αναφορές από αμερικανικές και ευρωπαϊκές πηγές που έχουν διαρρεύσει μέχρι στιγμής στον Τύπο καταλήγουν όλες λίγο-πολύ στο ίδιο βασικό συμπέρασμα: Οι βομβαρδισμοί προξένησαν ζημιές στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, αλλά όχι στον βαθμό που θα τις καθιστούσαν άχρηστες. Ακόμη περισσότερο, το εμπλουτισμένο ουράνιο που έχει παραγάγει ως τώρα η χώρα παραμένει άθικτο, άρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Η Τεχεράνη υπέστη ισχυρό πλήγμα, όμως εξακολουθεί να διατηρεί την απαιτούμενη υποδομή για να συνεχίσει, εφόσον το αποφασίσει, το πυρηνικό πρόγραμμά της. Συμπερασματικά, ένα ζοφερό δίλημμα πλανιέται πάνω από το Ισραήλ και τον μεγάλο σύμμαχό του: Αρκούν πράγματι μόνο τα τεχνικά μέσα, η οπλική υπεροχή, η βούληση και η πυγμή για να «μετατρέψουν» μια σειρά από εύστοχα πλήγματα σε μια συντριπτική νίκη;
Εκτιμώντας τη ζημιά
Οι εκπρόσωποι του Πενταγώνου υποστηρίζουν -για ευνόητους λόγους- ότι οι βομβαρδισμοί πήγαν πίσω το ιρανικό πρόγραμμα κατά τουλάχιστον δύο χρόνια. Όμως οι ανεξάρτητοι ειδικοί εκτιμούν πως η καθυστέρηση αυτή υπολογίζεται σε δύο μήνες, το πολύ. Βασικές εγκαταστάσεις του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος υπέστησαν ζημιές από τις αμερικανικές βόμβες διάτρησης υπόγειων καταφυγίων, αλλά δεν καταστράφηκαν ολοσχερώς. Η απόρρητη έκθεση της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ (DIA) βασίστηκε στις πρώτες εκτιμήσεις των ζημιών από τις βόμβες που έριξαν τα «αόρατα» βομβαρδιστικά Β-2 στις πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Φορντό, στη Νατάνζ και στο Ισφαχάν. Στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας την περασμένη εβδομάδα από αμερικανικούς δορυφόρους επιβεβαιώνουν ότι έχουν αρχίσει εργασίες αποκατάστασης των ζημιών στις εγκαταστάσεις εμπλουτισμού του Φορντό. Στις δορυφορικές εικόνες της εταιρείας Maxar φαίνονται καθαρά εκσκαφικά μηχανήματα και μέλη συνεργείων να εργάζονται γύρω από τους κρατήρες που άνοιξαν οι αμερικανικές βόμβες. Μιλώντας στο CNN, ο πρώην επιθεωρητής πυρηνικών εγκαταστάσεων Ντέιβιντ Άλμπραϊτ, διευθυντής του Ινστιτούτου Επιστήμης και Διεθνούς Ασφάλειας, εξήγησε ότι οι εικόνες από το Φορντό δείχνουν πως οι Ιρανοί εργάζονται εντατικά στα δύο σημεία των αμερικανικών πληγμάτων όπου βρίσκονται τα φρεάτια εξαερισμού. Οι εργασίες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν την επίχωση των κρατήρων, καθώς και την αξιολόγηση των μηχανικών ζημιών που προκάλεσαν οι εκρήξεις.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι φαίνεται πως τα αποθέματα του εμπλουτισμένου κατά 60% ουρανίου και οι φυγοκεντρητές παραμένουν άθικτα. Όπως προειδοποίησαν πολλοί αναλυτές πριν από τον πόλεμο, η επαλήθευση σοβαρών ζημιών στην πυρηνική υποδομή του Ιράν είναι αδύνατη χωρίς επιθεωρήσεις επιτόπου ή δίχως μια χερσαία εισβολή πλήρους κλίμακας. Ελλείψει οποιουδήποτε από τα δύο, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα εισέρχεται σε μια πολύ πιο αδιαφανή και απρόβλεπτη φάση. Αυτή η συνθήκη ήδη διαμορφώνεται. Μόλις δύο ημέρες αφότου ο Τραμπ «κήρυξε» εκεχειρία το ιρανικό Κοινοβούλιο ψήφισε νόμο για την αναστολή της συνεργασίας με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA). Όπως επισημαίνει το Foreign Policy, η Τεχεράνη δείχνει έτοιμη να υιοθετήσει με τη σειρά της μια στρατηγική «πυρηνικής ασάφειας», παρόμοια με εκείνη του Ισραήλ που επί δεκαετίες αρνείται να διευκρινίσει το εύρος των πυρηνικών δυνατοτήτων του και δεν επιτρέπει την πρόσβαση διεθνών επιθεωρητών στις εγκαταστάσεις του.
«Στρατηγική ασάφεια»
Μια ανάλογη στρατηγική από το Ιράν θα ήταν τώρα πιο πιθανή, αν, όπως εκτιμά και ο επικεφαλής της ΙΑΕΑ Ραφαέλ Γκρόσι, οι αμερικανοϊσραηλινοί βομβαρδισμοί δεν κατάφεραν καίριο πλήγμα στις πυρηνικές φιλοδοξίες του. Σε μεγάλο βαθμό αυτές εξαρτώνται από τη βούληση όσων καθορίζουν τη τύχη του, όχι από τις βόμβες των ΗΠΑ ή του Ισραήλ. Ο Γκρόσι ήταν ξεκάθαρος: «Οι δυνατότητες που έχουν οι Ιρανοί είναι ακόμη εκεί. Μπορούν να αποκτήσουν σε λίγους μήνες, ή και λιγότερο, μερικούς φυγοκεντρητές ακόμη. Ειλικρινά, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι όλα έχουν εξαφανιστεί και πως δεν υπάρχει τίποτα εκεί πέρα... Αν το θελήσει, το Ιράν μπορεί να ξαναρχίσει τον εμπλουτισμό ουρανίου» τόνισε σε δηλώσεις του στο CBS.
Η Ισλαμική Δημοκρατία, από την πλευρά της, διατηρεί τη βούλησή της και ίσως να είναι ισχυρότερη τώρα, επιμένοντας σ’ αυτό που θεωρεί φυσικό και αναφαίρετο δικαίωμά της, στη συνέχιση του εμπλουτισμού. «Κανείς δεν μπορεί να εξαλείψει την τεχνολογία και την επιστημονική γνώση μας για τον εμπλουτισμό μέσω των βομβαρδισμών. Αν υπάρχει η θέληση από μέρους μας, και υπάρχει, για εκ νέου πρόοδο σε αυτόν τον τομέα, θα είμαστε σε θέση να αποκαταστήσουμε γρήγορα τις ζημιές και να αναπληρώσουμε τον χαμένο χρόνο» είπε σε συνέντευξή του στο αμερικανικό δίκτυο ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί.
Ως επίμετρο της δήλωσής του, απέκλεισε το ενδεχόμενο μιας γρήγορης επανέναρξης των συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, απαντώντας εμμέσως στις αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν αυτή την εβδομάδα. Οι πληροφορίες φέρουν την κυβέρνηση του μεγιστάνα να προσπαθεί να δελεάσει τους Ιρανούς με ένα ντιλ, προσφέροντάς τους πρόσβαση σε κεφάλαια έως και 30 δισ. δολαρίων προκειμένου να αναπτύξουν ένα πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας για μη στρατιωτικούς σκοπούς, ενώ παράλληλα εξετάζει την πιθανή χαλάρωση των κυρώσεων.
Πηγές που γνωρίζουν το θέμα αποκάλυψαν στο CNN ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να απελευθερώσει δισεκατομμύρια δολάρια από τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια, σε μια εντατική προσπάθειά της να επαναφέρει την Τεχεράνη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. «Μεσάζοντες» από τις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή μιλούν με τους Ιρανούς στο παρασκήνιο, θέτοντας τους τον βασικό και «απαράβατο» όρο της Ουάσιγκτον, τον πλήρη τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου. Το σχέδιο Τραμπ προβλέπει την επένδυση 20-30 δισ. δολαρίων σε ένα νέο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα που θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για μη στρατιωτικούς ενεργειακούς σκοπούς. Τα κεφάλαια θα προέλθουν από τους Άραβες εταίρους των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο, οι οποίοι θα κληθούν να πληρώσουν τον «λογαριασμό».
Μπερδεμένο σκηνικό
Ο Τραμπ θέλει συμφωνία και η ιρανική κυβέρνηση πιθανά να θέσει επιτακτικότερα τους όρους της για να επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών
Οι αναλυτές θεωρούν ότι τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα μετά τον πόλεμο. Η διαπραγμάτευση θα γίνει δυσκολότερη, οι απαιτήσεις εκατέρωθεν θα αυξηθούν. Το Ισραήλ είναι σίγουρα ικανοποιημένο με το ότι κατόρθωσε να «μπλέξει» τους Αμερικανούς στον πόλεμό του, όμως αυτή η ικανοποίηση μετριάζεται από το αποτέλεσμα της περιορισμένης εμπλοκής τους, που δεν ήταν αυτό που ήθελε. Η ολική καταστροφή των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων δεν επιτεύχθηκε ούτε «αποκεφαλίστηκε» στρατιωτικά η Τεχεράνη ώστε να μην μπορεί να πλήττει με τους πυραύλους της τις ισραηλινές πόλεις. Το Ισραήλ ήθελε πολύ περισσότερα. Κατά τα φαινόμενα, αυτά τα «πολύ περισσότερα» «συγκράτησαν» τον Τραμπ, που διαισθάνθηκε ότι οι «επιθυμίες» του Ισραήλ θα παρασύρουν την Αμερική στην παγίδα ενός ακόμη ατελέσφορου πολέμου στη Μέση Ανατολή. Σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο, πολύ περισσότερο οι πιστοί οπαδοί του.
Ο ρεαλισμός και η οιονεί διστακτικότητα της Ουάσιγκτον δεν μπορεί παρά να ενισχύσουν τώρα τη θέση του Ιράν. Ενδέχεται η ιρανική κυβέρνηση να θέσει επιτακτικότερα τους όρους της για να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καθώς ο Τραμπ θέλει συμφωνία. Υπάρχουν περισσότερα σημεία για τα οποία θα χρειαστούν συμβιβασμοί και θα πρέπει να καταβληθεί πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη. Το Ιράν δεν θα επιστρέψει εύκολα σε οποιαδήποτε διαδικασία διαλόγου μετά την ευθεία στοχοποίησή του, διαθέτοντας πια μια καλή δικαιολογία για ν’ αμφισβητήσει τις προθέσεις όσων το πιέζουν. Ακόμη περισσότερο, θα ζητήσει εξασφαλίσεις, ενώ η άλλη πλευρά -η Ουάσιγκτον- ίσως χρειαστεί να επιστρατεύσει μεγάλο απόθεμα διπλωματικής δεινότητας για να μην φανεί υποχωρητική, όσο κι αν επισείει την απειλή της «επιστροφής» στη στρατιωτική δράση. Το στίγμα ότι όλα εξαρτώνται από τη βούλησή της και όχι από την πίεση των τρίτων δίνουν και ορισμένα από τα επίσημα χείλη της Τεχεράνης. Σε συνέντευξή του στο CBS την περασμένη εβδομάδα ο πρεσβευτής του Ιράν στα Ηνωμένα Έθνη Αμίρ-Σαΐντ Ιραβάνι διακήρυξε ότι ο εμπλουτισμός ουρανίου από τη χώρα του «δεν θα σταματήσει ποτέ» επειδή το Ιράν έχει «αναφαίρετο δικαίωμα στην ειρηνική πυρηνική δραστηριότητα».
Τι θα μπορούσε πραγματικά να σταματήσει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, εξαιρώντας την πιθανότητα μιας εν πλήρη κλίμακα πολεμικής αναμέτρησης; Τίποτα, πέρα από την ίδια τη βούληση όσων κρατούν τα ηνία της εξουσίας στην Τεχεράνη. Μόνο ένας παράγοντας μπορεί να την επηρεάσει ή να την καθορίσει: η εσωτερική πολιτική δυναμική.

Χάρτης ισορροπιών
Οι σκληροπυρηνικοί, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, απορρίπτουν τις «προσφορές» του Τραμπ. Γι’ αυτούς δεν είναι παρά τακτικές πίεσης. Επιμένουν στη συνέχιση του προγράμματος, προβάλλοντας τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις ως απόδειξη του ότι δεν μπορεί να έχει κάποιος εμπιστοσύνη στη Δύση. Όσο υπάρχει, άλλωστε, το πυρηνικό πρόγραμμα, το καθεστώς διαθέτει διαπραγματευτικό χαρτί.
Από την άλλη, η πλευρά των πραγματιστών από την οποία προέρχεται ο Πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της περιορισμένης διπλωματίας με πρώτο στόχο την άρση των κυρώσεων, αναγνωρίζοντας ότι η οικονομική ανακούφιση του Ιράν εξαρτάται από την επανασύνδεσή του με τη Δύση. Αυτή η οπτική θα μπορούσε να διαμορφώσει ένα στενό πλαίσιο για διπλωματική πρόοδο. Αλλά ο εσωτερικός πολιτικός χώρος για τους πραγματιστές δεν ήταν -και δεν είναι, ειδικά τώρα- άπλετος. Η εσωτερική δυναμική του καθεστώτος δεν τους ευνοεί. Δεν αποκλείεται ν’ αναλάβουν ρόλο, υπό την ανοχή των σκληροπυρηνικών, αλλά μόνο αν ο κλοιός των εξωτερικών πιέσεων γίνει ασφυκτικός.
Το Ιράν δεν προτίθεται να υποχωρήσει και να απεμπολήσει το πυρηνικό πρόγραμμά του. Αποτελεί γι’ αυτό ένα στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο όχι μόνο σε σχέση με το επιδιωκόμενο απτό αποτέλεσμα, αλλά κυρίως σε σχέση με την «ανταλλακτική αξία» του στο διπλωματικό μπρα ντε φερ με τη Δύση, ειδικά με τις ΗΠΑ. Η βούληση του καθεστώτος είναι ισχυρή. Το Κοινοβούλιο και η κυβέρνηση υποστηρίζουν με σθένος τη συνέχιση του εμπλουτισμού. Οι επιθέσεις Ισραήλ-ΗΠΑ προκάλεσαν διαχειρίσιμη καθυστέρηση στα χρονοδιαγράμματα που δεν θα μπορούσε να πανικοβάλει την Τεχεράνη και να την εξαναγκάσει σε παράδοση άνευ όρων. Από την άλλη, η εμπιστοσύνη στη διπλωματική διαδικασία και στον διάλογο έχει διαβρωθεί.
Παρά τις «προσφορές» του Τραμπ, το Ιράν αρνείται την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση και θεωρεί τις απαιτήσεις τους ως «τελεσίγραφα». Ίσως μέσω της Ευρώπης -πραγματική ευκαιρία για την ίδια- επιδέξιες διπλωματικές κινήσεις και πρωτοβουλίες να δημιουργούσαν μια στενή αλλά ζωτικής σημασίας δίοδο συνεννόησης, ειδικά αν βοηθούσαν οι περιφερειακοί «παίκτες». Όμως αυτό απομένει να φανεί. Για την ώρα, η νέα ασταθής περιφερειακή γεωπολιτική ισορροπία και ο συσχετισμός των πολιτικών ισορροπιών στο εσωτερικό της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι απογοητευτικά για όσους πίστεψαν πως η στρατιωτική υπεροχή αρκεί για να μετατραπεί μια τακτική επικράτηση σε στρατηγική νίκη…