Ηταν μια… ωραία ατμόσφαιρα την περασμένη Δευτέρα στο Λονδίνο, στη σύνοδο κορυφής Ηνωμένου Βασιλείου-Ε.Ε. στο Λάνκαστερ Χάουζ στο Δυτικό Λονδίνο. Ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ φιλοξένησε την πρώτη σύνοδο κορυφής Ηνωμένου Βασιλείου-Ε.Ε. μετά το Brexit. Η «επαναφορά» της σχέσης της χώρας του με τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της για να τονωθεί η προβληματική και κλυδωνιζόμενη βρετανική οικονομία είναι ένας στρατηγικός και διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησής του.
Ο ρεαλισμός φαίνεται πως διώχνει σιγά-σιγά ό,τι απέμεινε από το μένος της περασμένης δεκαετίας που κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της Βρετανίας. «Γυρίζουμε σελίδα» δήλωσε από την πλευρά της ενθουσιασμένη η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. «Ανοίγουμε ένα νέο κεφάλαιο» συμπλήρωσε. Αν και δεν είναι η πρώτη… σελίδα που γυρίζει στη σχέση των δύο πλευρών συνοδεία τυμπανοκρουσιών, είναι ίσως η πιο σημαντική. Το ντιλ καλύπτει την αλιεία, το εμπόριο, την άμυνα, την ενέργεια και την ενίσχυση των δεσμών σε τομείς που εξακολουθούν να είναι προς διαπραγμάτευση.
Αλλάζουν οι συνοριακοί έλεγχοι
Τα σπουδαία νέα είναι ότι μπαίνει τέλος στους ενδελεχείς συνοριακούς ελέγχους και στη συνεπακόλουθη γραφειοκρατία στα αγαθά που μπαίνουν και βγαίνουν από τη Βρετανία. Η νέα συμφωνία αλλάζει σαφώς και τον χαρακτήρα όλου του μηχανισμού που στήθηκε μετά το Brexit για τον έλεγχο του εισερχόμενου και του εξερχόμενου εμπορίου. Δεν αποκλείεται 41 συνοριακοί σταθμοί ελέγχων που κατασκευάστηκαν από τους βρετανικούς λιμενικούς φορείς μετά το Brexit να καταστούν σύντομα περιττοί και να τεθούν σε παύση. Η συμφωνία αναμένεται να καταργήσει την ανάγκη για την τυπική υγειονομική και κτηνιατρική πιστοποίηση στις εισαγωγές και στις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων, από νωπό κρέας και γαλακτοκομικά έως λαχανικά, ξυλεία, μαλλί και δέρμα.
Ο Guardian αποκάλυψε την Τετάρτη ότι ένα σημείο συνοριακών ελέγχων στο Πόρτσμουθ, η κατασκευή του οποίου κόστισε σχεδόν 30 εκατ. ευρώ, ενδέχεται να πρέπει να κατεδαφιστεί ως αποτέλεσμα της συμφωνίας Λονδίνου-Ε.Ε. Η υψηλής τεχνολογίας και δυναμικότητας εγκατάσταση που δημιουργήθηκε στον δεύτερο πιο πολυσύχναστο τερματικό σταθμό της Μάγχης ήταν ένα από τα περισσότερα από 100 σημεία ελέγχου που δημιουργήθηκαν με βάση τις κυβερνητικές εισηγήσεις για τη διαχείριση του εισερχόμενου και του εξερχόμενου εμπορίου όταν η Βρετανία θα εγκατέλειπε την Ε.Ε.
Επίσης, η κυβέρνηση του Λονδίνου φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο πώλησης μιας άλλης εγκατάστασης συνοριακών ελέγχων στο Κεντ, η οποία θα μπορούσε κι αυτή να τεθεί εκτός λειτουργίας ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης εμπορικής συμφωνίας. Η εγκατάσταση με έδρα το Σέβινγκτον, στο Άσφορντ, ανεγέρθηκε το 2021 με προδιαγραφές να ελέγχει ως και 1.300 νταλίκες την ημέρα, οι οποίες θα μετέφεραν ζωικά και αγροδιατροφικά προϊόντα.
Επαναπροσέγγιση… εξ ανάγκης
Οι λέξεις έχουν τη σημασία τους και η λέξη «επαναφορά» (reset) που επιλέχθηκε για να περιγράψει την αλλαγή σελίδας στην πολυκύμαντη σχέση του Λονδίνου με τις «γαλλο-γερμανικές» Βρυξέλλες -γενικότερα την αλλαγή ατμόσφαιρας σε μια ανταγωνιστική και αμφιθυμική σχέση- υποδηλώνει περισσότερο το ζητούμενο παρά το αποτέλεσμα. Στη σκιά των δραματικών γεωπολιτικών μετατοπίσεων των τελευταίων ετών, η «επαναφορά» των δεσμών με το Λονδίνο αντιπροσωπεύει για τις Βρυξέλλες μια ευκαιρία να φέρουν κοντύτερά τους τη Βρετανία, μια υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη και από τις σημαντικότερες παραγωγούς στρατιωτικού εξοπλισμού υψηλής τεχνολογίας στον κόσμο.
Με τη βρετανική στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία να αποτελεί τη μεγαλύτερη μεμονωμένη ενίσχυση του Κιέβου μετά τις ΗΠΑ, κυρίως όμως με τη βούληση του Λονδίνου να υποστηρίξει σθεναρά τις ουκρανικές δυνάμεις, οι Ευρωπαίοι διακρίνουν έναν καίριο στυλοβάτη στα σχέδιά τους για στρατιωτική «ενδυνάμωση» ενάντια σ’ αυτό που θεωρούν ρωσική απειλή. Με άλλα λόγια, το βρετανικό στρατιωτικό δυναμικό και η πολιτική βούληση του Λονδίνου να το χρησιμοποιήσει χωρίς δισταγμούς χάριν της ευρωπαϊκής άμυνας καθιστούν τη Βρετανία πολύτιμη για τις Βρυξέλλες στην τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία.
Εκτός από τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι Ευρωπαίοι αισθάνονται ανασφάλεια και εξαιτίας της επανεκλογής του Ντόναλντ Τραμπ, θεωρώντας πως αυτή η εξέλιξη έχει διαταράξει τους κανόνες της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ως εκ τούτου, οι καλύτερες σχέσεις με μια χώρα που παραμένει πάντα μια μεγάλη ευρωπαϊκή και διεθνής δύναμη είναι κάτι αυτονόητο. Χώρες όπως η Γερμανία, με στρατιωτικές δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ, «αισθάνονται» πως έχουν μείνει εκτεθειμένες στις δραματικές παγκόσμιες εξελίξεις.
Από την άλλη, η «επαναφορά» έχει σκοπό να αντιμετωπίσει αυτό που ορισμένα κράτη-μέλη θεωρούν ως ενοχλητικά «επακόλουθα» του Brexit. Δηλαδή να τακτοποιηθούν «εκκρεμότητες» που παραμέναν για χρόνια εκκρεμότητες καθώς στις Βρυξέλλες επικράτησε η λογική «μην αγγίζετε». Ήταν μεγάλος ο φόβος πως η πολιτική εκμετάλλευση της συζήτησης για τη βρετανική θέση στο ευρωοικοδόμημα θα μπορούσε να γκρεμίσει ό,τι είχε απομείνει όρθιο.
Αν και τα σχέδια για την κινητικότητα των νέων που περιελήφθησαν στο ντιλ -επιστροφή της Βρετανίας στο πρόγραμμα Erasmus- αναμένουν τη λεπτομερή διευθέτησή τους, και μόνο η επί της αρχής συμφωνία προσφέρει ανακούφιση σε χώρες όπως η Γερμανία, που συνεχίζουν να θέλουν καλύτερη πρόσβαση σε μια αγγλόφωνη χώρα με πανεπιστήμια υψηλού κύρους.
Με τους φανατικούς του Brexit να φωνάζουν ήδη ότι η συμφωνία ισοδυναμεί με «ξεπούλημα» της βρετανικής κυριαρχίας στους «γραφειοκράτες της Ε.Ε.», οι κινήσεις και τα λόγια από την άλλη πλευρά είναι πολύ προσεκτικά. Διπλωμάτες στις Βρυξέλλες είπαν στο BBC ότι το ντιλ δεν είναι τίποτε άλλο από την απαιτούμενη «ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ δύο γειτόνων που εξακολουθούν να βλέπουν τον κόσμο γενικά με παρόμοιο τρόπο»...
Συνειδητοποιώντας τη ζημιά
Σχεδόν μια δεκαετία μετά το διχαστικό δημοψήφισμα και πέντε χρόνια από την επίσημη αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε., η συνειδητοποίηση της ζημιάς που έγινε έχει πάρει τη θέση του ενθουσιασμού και, εν μέρει, της άγνοιας για τις βαθύτερες και μακροπρόθεσμες συνέπειες του Brexit στη βρετανική κοινωνία. Η απογοήτευση για τη συμφωνία εξόδου που διαπραγματεύτηκαν οι Συντηρητικοί του Μπόρις Τζόνσον αυξάνεται τόσο μεταξύ των ψηφοφόρων που ψήφισαν υπέρ της παραμονής όσο και εκείνων που επέλεξαν την αποχώρηση.
Η υποστήριξη στο Brexit έχει συρρικνωθεί από την εποχή του δημοψηφίσματος του 2016 που έκρινε ότι η θέση της χώρας βρίσκεται εκτός Ε.Ε. με 52%-48%. Δημοσκόπηση του YouGov νωρίτερα φέτος διαπίστωσε ότι μόλις το 30% των Βρετανών πιστεύει πλέον ότι ήταν σωστό για το Ηνωμένο Βασίλειο να ψηφίσει υπέρ της εξόδου, έναντι 55% που θεωρεί πως ήταν λάθος. Σήμερα η πλειοψηφία των Βρετανών υποστηρίζει στενότερες σχέσεις με τις Βρυξέλλες. Περισσότεροι από 6 στους 10 (62%) πιστεύουν ότι το Brexit έχει πάει άσχημα, συμπεριλαμβανομένου περίπου του ενός τρίτου των ψηφοφόρων που ψήφισαν υπέρ της εξόδου. Η πλειοψηφία πιστεύει ότι η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. έχει βλάψει την οικονομία και το εμπόριο και έχει αυξήσει το κόστος ζωής.
Την ίδια ώρα, η παρελκυστική υπόσχεση των Brexiteers «να ξαναπάρουμε τη χώρα μας πίσω» αποδείχθηκε μεγάλη αυταπάτη. Το Μεταναστευτικό συνέχισε να αποτελεί θέμα. Η μετανάστευση προς το Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκε απότομα φτάνοντας στο ιστορικό υψηλό του σχεδόν 1 εκατομμυρίου αφίξεων το πρώτο μισό του 2023. Διάφοροι παράγοντες οδήγησαν στην αύξηση αυτή και βέβαια δεν είχαν καμία σχέση με την ενοχοποίηση της ελεύθερης μετακίνησης από τους υποστηρικτές της εξόδου. Ανάμεσά τους ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι αλλαγές στο σύστημα μετανάστευσης μετά το Brexit αλλά και η αθροιστική μεταναστευτική πίεση που σχετίζεται με τη ζήτηση για σπουδές στη Βρετανία μετά τους περιορισμούς της πανδημίας της Covid-19. Σχεδόν το 90% των αφίξεων προήλθε από χώρες εκτός Ε.Ε., ενώ η καθαρή μετανάστευση από το μπλοκ των 27 μειώθηκε. Από την άλλη, επιχειρήσεις και εργοδότες ήρθαν αντιμέτωποι με δραματικές ελλείψεις προσωπικού, ιδίως στις κατασκευές, στον τουρισμό και στη μεταποίηση.
Από τη μεγάλη εκλογική νίκη των Εργατικών το περασμένο καλοκαίρι γίνεται λόγος για επανεκκίνηση της σχέσης του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ε.Ε. Ένα προσεκτικά σχεδιασμένο πρόγραμμα επαφών και διαπραγματεύσεων τους τελευταίους εννέα μήνες πέρασε με επιτυχία το… πολιτικό τεστ και οδήγησε στην πρώτη σύνοδο κορυφής την περασμένη εβδομάδα.
Οι στατιστικές αποφάσισαν
Δεν υπήρχε άλλη επιλογή μπροστά στη σκληρή οικονομική πραγματικότητα που αντιμετωπίζει σήμερα η Βρετανία. Η «απομόνωση» των οικονομικών επιπτώσεων του Brexit μπορεί να είναι δύσκολη λαμβάνοντας υπόψη τις σεισμικές μετατοπίσεις στο παγκόσμιο σύστημα, όπως η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο κατακερματισμός του παγκόσμιου εμπορίου. Η οικονομική καταστροφή δεν ήρθε μετά το Brexit αλλά και το όραμα της «παγκόσμιας Βρετανίας» των Brexiteers ξεφούσκωσε γρήγορα.
Σύμφωνα με το Γραφείο Ευθύνης Προϋπολογισμού (OBR), τον ανεξάρτητο φορέα προβλέψεων του υπουργείου Οικονομικών, το Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να υποστεί πτώση 15% στο εμπόριο και μείωση 4% στο εθνικό εισόδημα μακροπρόθεσμα. Τα φράγματα στο εμπόριο που όρθωσε το Brexit έχουν πλήξει τις εξαγωγές αγαθών της Βρετανίας στην Ε.Ε., η οποία βέβαια συνεχίζει να είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της. Το 2024 οι βρετανικές εξαγωγές προς την Ε.Ε. ξεπέρασαν τα 426 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 41% του συνολικού όγκου, ενώ οι εισαγωγές έφτασαν τα 540 δισ., το 51% του συνόλου.
Από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, στις 31 Δεκεμβρίου 2020, η αύξηση των εξαγωγών αγαθών του Ηνωμένου Βασιλείου προς την Ε.Ε. υστερεί σημαντικά σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του G7. Το 2024 οι εξαγωγές αγαθών προς την Ε.Ε. ήταν 18% χαμηλότερες από το επίπεδο του 2019 σε πραγματικούς όρους. Οι βρετανικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών προς το μπλοκ έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από το ένα τρίτο μετά το Brexit. Προϊόντα όπως το ουίσκι, η σοκολάτα και το τυρί παραμένουν δημοφιλή στους καταναλωτές της Ε.Ε., αλλά ο συνολικός όγκος των εξαγωγών βρετανικών τροφίμων προς την Ένωση μειώθηκε κατά 34% (!) σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2019 σύμφωνα με την FDF, την Ομοσπονδία Τροφίμων και Ποτών.
Η… λυπητερή
Οι μικρότερες επιχειρήσεις, που εκ των πραγμάτων αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια στη διαχείριση της γραφειοκρατίας των τελωνειακών και άλλων ελέγχων, είναι εκείνες που έχουν πνιγεί στα απόνερα του Brexit. Σύμφωνα με την υπηρεσία των βρετανικών τελωνείων, ο αριθμός των τελωνειακών εντύπων που απαιτείται να συμπληρώσουν οι επιχειρήσεις για τις εξαγωγές τους έχει υπερτετραπλασιαστεί κι αυτό αντιπροσωπεύει ένα επιπλέον κόστος σχεδόν 9 δισ. ευρώ ετησίως.
Η έξοδος είχε και μια σημαντική παράπλευρη συνέπεια: το πάγωμα των επενδυτικών σχεδίων των επιχειρήσεων. Σε έναν κόσμο που αγαπά τη σταθερότητα, η πολιτική αναταραχή του Brexit οδήγησε τις επιχειρήσεις ν’ αφήσουν στην άκρη τα όποια πλάνα είχαν για μελλοντικές επενδύσεις σε εξοπλισμό, υποδομές, κτήρια και παραγωγικότητα, ενώ η παγιωμένη λιτότητα αποτελεί τροχοπέδη για οποιαδήποτε δημόσια επένδυση. Ελλείψει σαφήνειας σχετικά με τη μελλοντική σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ε.Ε., οι επιχειρηματικές επενδύσεις παρέμειναν στάσιμες.
Το Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (Niesr) εκτιμά πως οι επιχειρηματικές επενδύσεις ήταν έως και 13% χαμηλότερες το 2023 σε σχέση με το σενάριο παραμονής, ενώ αυτή η απώλεια θα μειωθεί σε περίπου 8% έως το 2035 καθώς οι επιχειρήσεις προσαρμόζονται. Ωστόσο, εξακολουθεί να αντιστοιχεί σε απώλεια ΑΕΠ 5%-6%, δηλαδή περίπου 2.737 ευρώ ανά άτομο.
Οι Εργατικοί δεσμεύτηκαν στο εκλογικό μανιφέστο τους να σφυρηλατήσουν στενότερους δεσμούς με τις Βρυξέλλες, αλλά δεσμεύτηκαν και σε μια σειρά από κόκκινες γραμμές για να αποφύγουν να ξανανοίξουν το τοξικό κεφάλαιο των διαιρέσεων του Brexit. Προφανώς σ’ αυτές τις κόκκινες γραμμές συμπεριλαμβάνεται η μη επιστροφή στην ενιαία αγορά, στην τελωνειακή ένωση και στην ελεύθερη κυκλοφορία. Η κυβέρνηση του Στάρμερ δεν θέλει να δώσει άλλες αφορμές στους πολιτικούς αντιπάλους της, που την κατηγορούν πως προσπαθεί να ξαναβάλει στα κρυφά τη Βρετανία στην Ε.Ε. Οι αναλυτές θεωρούν πως αυτές οι κόκκινες γραμμές είναι που αποκλείουν και τα «μεγάλα κέρδη» από την επαναπροσέγγιση με τις Βρυξέλλες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Τζον Σπρίνγκφορντ, συνεργάτη στο Κέντρο για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση, η «επαναφορά» της σχέσης Η.Β.-Ε.Ε. μόνο περιορισμένα κέρδη θα έχει για το πρώτο, ενισχύοντας το βρετανικό ΑΕΠ μόλις μεταξύ 0,3% και 0,7%, δηλαδή πολύ λιγότερο από την εκτιμώμενη μακροπρόθεσμη μείωση κατά 4%.
Ο Στάρμερ είναι ο πρώτος πρωθυπουργός εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία που δεν χρειάζεται ν’ ανησυχεί καθόλου για την ψηφοφορία που θα γίνει στο Κοινοβούλιο για την έγκριση της συμφωνίας, δεδομένης της απόλυτης πλειοψηφίας που διαθέτει ακόμη κι αν ορισμένοι από τους βουλευτές των Εργατικών σε περιφέρειες του «κόκκινου τοίχου» της Βόρειας Αγγλίας αισθάνονται νευρικοί μπροστά στη δημοφιλία των φανατικών αντιευρωπαϊστών του νεόκοπου Reform του Νάιτζελ Φάρατζ. Όπως σχολιάζει ο Guardian, αυτή η σταθερότητα στο Κοινοβούλιο σίγουρα δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πολιτικός κίνδυνος για τη συμφωνία με τις Βρυξέλλες. «Θα υπάρξει μια μάχη στα πρωτοσέλιδα και στα κανάλια για να καθοριστεί η αφήγηση. Τώρα ο κύριος πολιτικός αντίπαλος του Στάρμερ δεν είναι το πληγωμένο κόμμα των Συντηρητικών, αλλά ο πολύ πιο επικίνδυνος “νονός” του Brexit Νάιτζελ Φάρατζ».