Την εικόνα μιας σύγκρουσης, όπου στο ένα στρατόπεδο όλες τις αποφάσεις παίρνουν Αμερικανοί στρατιωτικοί και οι Ουκρανοί περιορίζονται απλώς στον παθητικό ρόλο των εκτελεστικών οργάνων και της «τροφής για τα κανόνια», μεταφέρουν τώρα μια σειρά δημοσιεύματα στις ΗΠΑ. Χρειάστηκε να συμπληρωθούν τρία χρόνια από τη ρωσική εισβολή και την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία μέχρι η αμερικανική και η παγκόσμια κοινή γνώμη να αρχίσουν να μαθαίνουν πραγματικά το μέγεθος της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής στη μεγαλύτερη σύγκρουση που γνώρισε η Ευρώπη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Αποκαλυπτικό ρεπορτάζ
Τώρα που η κατάσταση μοιάζει να οδηγείται σε αποκλιμάκωση και η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν υπάρχει πια διάφορα δημοσιεύματα έρχονται να δείξουν ότι οι κόκκινες γραμμές που υποτίθεται πως είχε θέσει ο Λευκός Οίκος σε σχέση με τη μη ενεργή ανάμειξη των ΗΠΑ στη σύγκρουση ήταν μόνο για τα μάτια. «Η Αμερική είχε εμπλακεί στον πόλεμο πολύ πιο άμεσα και εκτεταμένα από όσο είχε γίνει κατανοητό μέχρι σήμερα» αναγνωρίζει εκτεταμένο ρεπορτάζ της εφημερίδας The New York Times. Ένα δημοσίευμα που, επικαλούμενο υψηλόβαθμες στρατιωτικές πηγές των ΗΠΑ, σημειώνει πως ο αμερικανικός στρατός συνδέεται ευθέως ακόμα και με τον «φόνο Ρώσων στρατιωτικών σε ρωσικό έδαφος».
Το ρεπορτάζ αποκαλύπτει ότι η συνεργασία Αμερικανών και Ουρανών στρατηγών δεν έμεινε απλώς στο επιτελικό επίπεδο. Αμερικανοί αξιωματικοί που είχαν σταλεί στη χώρα επέλεγαν τους στόχους και έδιναν το πράσινο φως για τις επιθέσεις. Αν συνυπολογίσει κανείς πως οι περισσότερες από τις επιθέσεις γίνονταν με αμερικανικά όπλα, τότε η μόνη τεχνική λεπτομέρεια που εμπόδιζε τον πόλεμο να πάρει τα χαρακτηριστικά ρωσοαμερικανικής σύγκρουσης ήταν πως στη μία παράταξη οι απώλειες ήταν αποκλειστικά ουκρανικές. Ο ουκρανικός στρατός ήταν απλός ο εκτελεστικός βραχίονας. Με βάση το ρεπορτάζ των New York Times, η αμερικανική στρατιωτική μηχανή σχεδίαζε τα πάντα: από μετακινήσεις στρατευμάτων στο μέτωπο μέχρι την επιλογή στρατιωτικών στόχων αλλά και υποδομών. Τόσο στενή ήταν η αμερικανική επίβλεψη ώστε ο ουκρανικός στρατός να χρησιμοποιεί «μόνο συντεταγμένες που έδιναν οι Αμερικανοί». Για να εξαπολύσουν έναν πύραυλο HIMARS, οι χειριστές έπρεπε να χρησιμοποιούν ειδική ηλεκτρονική κάρτα την οποία το Πεντάγωνο θα μπορούσε να απενεργοποιήσει ανά πάσα στιγμή.
Πόλεμος του ΝΑΤΟ
Το ρεπορτάζ δίνει την εικόνα ενός πολέμου στον οποίο οι στρατηγοί είναι νατοϊκοί και οι στρατιώτες Ουκρανοί. Κάθε πρωί «έθεταν προτεραιότητες στόχων» με βάση πληροφορίες που είχαν συλλέξει μέσω δορυφόρων οι αμερικανικές στρατιωτικές υπηρεσίες. Μεταξύ αυτών των στόχων ήταν και η ναυαρχίδα του ρωσικού στόλου στη Μαύρη Θάλασσα «Μοσκβά» τον Απρίλιο του 2022, όπως και η γέφυρα του Κερτς που συνδέει τη Χερσόνησο της Κριμαίας με τη ρωσική ενδοχώρα. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ακόμα και η πυραυλική επίθεση κατά αποθήκης πυρομαχικών δυτικά της Μόσχας συντονίστηκε από τη CIA. Αναγνωρίζεται, επίσης, πως η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο της επίβλεψης και του συντονισμού. «Επανειλημμένα η κυβέρνηση Μπάιντεν ενέκρινε μυστικές επιχειρήσεις τις οποίες στο παρελθόν είχε απαγορεύσει». Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι είχαν σταλεί στο Κίεβο και αργότερα μεταφέρθηκαν πιο κοντά στα μέτωπα, ενώ και οι Βρετανοί «είχαν αναπτύξει μικρές ομάδες αξιωματικών».
Οι ΗΠΑ, όμως, δεν επέλεγαν μόνο στόχους και συντόνιζαν τις πολεμικές επιχειρήσεις. Πίεζαν με κάθε τρόπο την Ουκρανία για φρέσκο αίμα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά η αξίωση του τότε υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ Λόιντ Όστιν προς τον Πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι να κάνει το «μεγαλύτερο, τολμηρότερο βήμα και να αρχίσει να στρατολογεί 18χρονους». Ενώ καταγράφεται και η δυσφορία Αμερικανού αξιωματικού προς Ουκρανούς ομολόγους του επειδή «δεν είναι υπαρξιακός πόλεμος αν δεν κάνεις τον λαό να πολεμήσει». Αξίζει να θυμηθούμε σε αυτό το σημείο πως η επίσημη θέση του Λευκού Οίκου την τελευταία τριετία ήταν πως «το ΝΑΤΟ δεν αναμειγνύεται» στον πόλεμο. «Είναι ένας πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, όχι ένας πόλεμος διά αντιπροσώπων», όπως σημείωνε και η εκπρόσωπος Τζεν Πσάκι στις αρχές της σύγκρουσης. Πρόσθετε μάλιστα ότι όσοι υποστήριζαν το αντίθετο «υποστήριζαν απλώς τα επιχειρήματα του Κρεμλίνου».
Ολα αυτά δεν θα μπορούσαν βέβαια να βγουν στην επιφάνεια αν η κυβέρνηση Μπάιντεν παρέμενε και σήμερα στη θέση της. Γιατί εφημερίδες όπως η New York Times στήριζαν μέχρι τώρα με κάθε μέσο το αφήγημα της μη άμεσης εμπλοκής. «Με ένα μπαράζ ψευδών επιχειρημάτων ο Πρόεδρος Πούτιν δημιουργεί μια εναλλακτική πραγματικότητα, όπου η Ρωσία δεν πολεμά με την Ουκρανία, αλλά με έναν μεγαλύτερο εχθρό στη Δύση» έγραφε χαρακτηριστικά στις αρχές του πολέμου.
Συστηματική παραπληροφόρηση
Η «εναλλακτική πραγματικότητα», ένας νεολογισμός που μπήκε στην πολιτική ορολογία ως ευφημισμός για τα απανωτά fake news του Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρώτη προεδρική θητεία του, δεν αποτελεί επομένως αποκλειστικό προνόμιο του δημιουργού της. Σε μια ανάλογη εναλλακτική πραγματικότητα στηρίχτηκε και η αμερικανική εμπλοκή στον πόλεμο της Ουκρανίας, μια εμπλοκή που πιθανότατα δεν θα γινόταν πραγματικότητα αν η αμερικανική κοινή γνώμη γνώριζε τι πραγματικά συμβαίνει.
Στο τελευταίο βιβλίο του ο διάσημος από την υπόθεση Watergate Αμερικανός δημοσιογράφος Μπομπ Γούντγουορντ καταγράφει μια συνομιλία του με τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του Μπάιντεν Τζέικ Σάλιβαν, ο οποίος εξηγεί τη συλλογιστική της τότε κυβέρνησης. «Ο Μπάιντεν αισθανόταν ότι η ικανότητά του να στηρίξει πλήρως την Ουκρανία στηριζόταν στην ικανότητα να καθησυχάσει τον αμερικανικό λαό ότι η χώρα δεν θα παρασυρόταν σε ακόμα έναν πόλεμο. Ο Πρόεδρος ουσιαστικά δημιούργησε την απαραίτητη δομή εξουσιοδότησης για τη συνεχιζόμενη αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία» γράφει. Με άλλα λόγια, κανένας πόλεμος δεν είναι εφικτός χωρίς συστηματική παραπληροφόρηση. Κάτι που είναι καλό να κρατήσουμε στο μυαλό μας για την επόμενη φορά.