Live τώρα    
Πόλεμος στην Ουκρανία / Τι παιχνίδι παίζει ο Τραμπ;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πόλεμος στην Ουκρανία / Τι παιχνίδι παίζει ο Τραμπ;

ΑΝΑΛΥΣΗ

Ενα είναι ξεκάθαρο: Τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, πάνω στη λεπτή γραμμή αντιπαράθεσης της λεγόμενης φιλελεύθερης τάξης με τον ρωσικό «δικαιωματισμό» στον μετασοβιετικό χώρο όλα είναι εντελώς διαφορετικά. Στην πραγματικότητα έχουν έρθει τα πάνω κάτω.

Η δεύτερη προεδρία Τραμπ είναι το ένα καταλυτικό στοιχείο αυτής της ραγδαίας μεταβολής. Το άλλο είναι το αντικειμενικό αδιέξοδο της συνέχισης του πολέμου για το Κίεβο, καθώς το στάτους στο ανατολικό μέτωπο έχει παγιωθεί και ρεαλιστικά είναι αδύνατο ν’ αλλάξουν τα δεδομένα στο ορατό μέλλον όσο κι αν συνεχιστεί αμείωτη η ροή της δυτικής στρατιωτικής βοήθειας.

Την παραμονή της επετείου της ρωσικής εισβολής οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωστοποίησαν με αφοπλιστικό τρόπο ότι έχουν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία για τη διευθέτηση της διένεξης και τον τερματισμό του πολέμου χωρίς τη συμμετοχή ή τη συγκατάθεση του Κιέβου. Την περασμένη εβδομάδα έγινε λίγο πολύ φανερό ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία με τον Πούτιν με όρους που δυνητικά θα ήταν ικανοποιητικοί για τη Μόσχα.

Ενας αριθμός ανθρώπων του στενού κύκλου του, και ιδιαίτερα ο υπουργός Υγείας της κυβέρνησής του -το μαύρο πρόβατο της εμβληματικής οικογένειας των Κένεντι, ο Ρόμπερτ Κένεντι Τζούνιορ, γιος του δολοφονημένου το 1968 αδελφού του JFK, του γερουσιαστή Ρόμπερτ, ένθερμος οπαδός του τραμπισμού σήμερα- μίλησε εκτενώς, και ως έναν βαθμό με ευθύτητα που σίγουρα έφερε σε άβολη θέση πολλούς, για τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην Ουκρανία από την προεδρία ακόμη του Ομπάμα, με στόχο να ενταχθεί η χώρα στο ΝΑΤΟ και να ευνοηθούν οι αμερικανικές στρατιωτικές βιομηχανίες. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κένεντι μιλάει για την έμμεση πλην σαφή ευθύνη των ΗΠΑ στην πρόκληση του πολέμου επιρρίπτοντας μεγάλο μερίδιό της στο φιλελεύθερο κατεστημένο της Ουάσιγκτον και στην επίμονη και μακροχρόνια πολιτικο-διπλωματική μόχλευσή του για να ρίξει την Ουκρανία στην αγκαλιά του ΝΑΤΟ.

 

Απλουστεύσεις ή άβολες αλήθειες;

Εντύπωση προκαλεί η πολύ καλή γνώση των γεγονότων από το συγκεκριμένο πρόσωπο για την πρόσφατη πολιτική ιστορία της Ουκρανίας, όπως και του ρόλου και των μεθοδεύσεων της Ουάσιγκτον. Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση: Αναμφισβήτητα μεγάλο μέρος της δημοφιλίας και της αποδοχής από το πλατύ αμερικανικό κοινό των τραμπικών αφηγήσεων για καταστάσεις όπου με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται οι ΗΠΑ είναι η ικανότητα των «κοινωνών» τους να μιλούν ουσιαστικά από «αντιπολιτευτική» θέση. Στα μάτια των οπαδών του τραμπισμού το παραδοσιακό, φιλελεύθερο, πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον -πολύ περισσότερο όταν αυτό έχει προοδευτικές καταβολές- δεν είναι παρά «άνθρωποι των εταιρειών» που δεν τολμούν να μιλήσουν διότι εξυπηρετούν τα κορπορατικά συμφέροντά τους. Αντίθετα, ο Τραμπ και οι άνθρωποί του, που δεν έχουν ανάγκη τις «εταιρείες» διότι είναι μεγιστάνες και δεν είναι υπόλογοι στα αόρατα αφεντικά, μπορούν να μιλούν ελεύθερα και να καταγγέλλουν τη διαπλοκή. Πρόκειται για μια κλασική αφήγηση απλούστευσης πολύπλοκων σχέσεων και συνθηκών μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα όπου όλη η κακοδαιμονία που αυτό γεννά χρεώνεται σε αόρατες ελίτ και υπηρέτες της «παγκόσμιας διακυβέρνησης».

Ωστόσο, και σε ό,τι αφορά τις επιλογές του ίδιου του Τραμπ στην εξωτερική πολιτική, η αδυναμία του αντίπαλου στρατοπέδου να τις αποκρούσει ή να τις αμφισβητήσει δεν έχει να κάνει τόσο με την έλλειψη επιχειρηματολογίας όσο με την επιμονή του σε μια τακτική καθολικής καταδίκης του απομονωτισμού μέσω της ιδεολογικοποίησης του αξιώματος ότι ΗΠΑ είναι η αδιαμφισβήτητη ηγέτιδα δύναμη του «ελεύθερου κόσμου», μια θέση που έχει τις απαρχές της στην αυγή της ψυχροπολεμικής εποχής. Οι αναφορές στον «ελεύθερο κόσμο» -ενός όρου που θεωρείται πλέον προπαγανδιστική κατασκευή της ιστορικής περιόδου 1945-91 και παραδοσιακά χρησιμοποιείται κυρίως για να υποδηλώσει τις χώρες που είναι σύμμαχοι και ευθυγραμμισμένες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ- ήταν πολλές την περασμένη εβδομάδα από τηλεοπτικούς και άλλους σχολιαστές.

Η απεμπόληση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στο βάθρο υπεράσπισης του «ελεύθερου κόσμου» καθώς ο Τραμπ εκδήλωσε την πρόθεσή του να αποδεχθεί κάποιους από τους όρους της Μόσχας ρίχτηκε στο πυρ το εξώτερον και από στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος.

Ολη αυτή η αναθεώρηση σίγουρα ως έναν βαθμό ανταποκρίνεται σε πολλές από τις αιτιάσεις του Κρεμλίνου για τα βαθύτερα αίτια της κρίσης που πυροδότησε τον πόλεμο, αν και σ’ αυτές δεν περιλαμβάνεται για ευνόητους λόγους το γεγονός μιας απροκάλυπτα επιθετικής ενέργειας, της εισβολής, ενάντια σε μια κυρίαρχη χώρα. Συνοπτικά, όλη η καλλιέργεια κλίματος και εστίασης της πολιτικής ρητορικής στα υποκείμενα αίτια του πολέμου φαίνεται πως ήταν η πλατφόρμα για την εκτόξευση της επόμενης μεγάλης «ρουκέτας» του Τραμπ στον ανορθόδοξο τρόπο του να προωθήσει το νέο δόγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

 

Τα ορυκτά και οι μεθοδεύσεις

Σε μια ανάρτηση στην πλατφόρμα του, το Truth Social, στις 19 Φεβρουαρίου έγραψε με το γνωστό σημειολογικό συντακτικό του: «Ένας μέτρια επιτυχημένος κωμικός... Ένας δικτάτορας χωρίς εκλογές, ο Ζελένσκι, καλύτερα να κάνει γρήγορα, αλλιώς δεν πρόκειται να του απομείνει χώρα. Στο μεταξύ, εμείς διαπραγματευόμαστε με επιτυχία το τέλος του πολέμου με τη Ρωσία, κάτι που όλοι παραδέχονται ότι μόνο ο Τραμπ και η κυβέρνηση Τραμπ μπορούν να κάνουν. Ο Μπάιντεν δεν προσπάθησε ποτέ, η Ευρώπη απέτυχε να φέρει την ειρήνη και ο Ζελένσκι μάλλον θέλει να κρατήσει σε κίνηση το “παχύ τρένο” (σ.σ.: αμερικανικός νεολογισμός που αναφέρεται σε μια κατάσταση πραγμάτων όπου κάποιος μπορεί να πλουτίσει με πολύ λίγη προσπάθεια). Λατρεύω την Ουκρανία, αλλά ο Ζελένσκι έχει κάνει φρικτή δουλειά, η χώρα του έχει καταρρεύσει και εκατομμύρια έχουν πεθάνει αναίτια - Και αυτό συνεχίζεται...».

Μετά από αυτή την ωμή επίθεση ενάντια σε μια πολιτική περσόνα που η προηγούμενη αμερικανική διοίκηση εκθείαζε ως παράδειγμα πατριωτισμού και ανδρείας, ως αλύγιστο υπερασπιστή της ελεύθερης βούλησης, ανακοινώθηκε απροσδόκητα (;) το ντιλ με το οποίο η Ουάσιγκτον βάζει, ή επιδιώκει να βάλει, χέρι στον μεγάλο και στρατηγικής σημασίας ορυκτό πλούτο της Ουκρανίας. Πρόκειται για τα λεγόμενα κρίσιμα ορυκτά, πολλά από τα οποία ανήκουν στην οικογένεια των σπάνιων γαιών. Και το ουκρανικό έδαφος είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε σπάνιες γαίες.

Τα κρίσιμα ορυκτά είναι μέταλλα και πρώτες ύλες που σχετίζονται με την παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, ιδιαίτερα όσων έχουν να κάνουν με την ενεργειακή μετάβαση αλλά και με την παραγωγή ηλεκτρονικών ειδών ευρείας κατανάλωσης, υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης και φυσικά στρατιωτικού εξοπλισμού.

Η σπουδή για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα έχει πυροδοτήσει έναν λυσσαλέο αγώνα μεταξύ των μεγάλων βιομηχανικών δυνάμεων για πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά και μέταλλα όπως το κοβάλτιο, το λίθιο, το νικέλιο αλλά και ο χαλκός. Είναι απαραίτητα και αναντικατάστατα στοιχεία για τη μετάβαση από την πετρελαιοκίνηση στην ηλεκτροκίνηση, από τους ορυκτούς υδρογονάνθρακες στις ανανεώσιμες πηγές. Τα ίδια ορυκτά χρησιμοποιούνται επίσης στην κατασκευή κινητών τηλεφώνων, κέντρων δεδομένων Τεχνητής Νοημοσύνης και στρατιωτικού εξοπλισμού υπερυψηλής τεχνολογίας όπως τα συστήματα με τα οποία είναι εφοδιασμένα τα μαχητικά αεροσκάφη F-35, η αιχμή του δόρατος της αμερικανικής αεροπορικής ισχύος.

Καθώς η παγκόσμια οικονομία και η τεχνολογία μεταμορφώνονται, η εμπορική αξία των κρίσιμων ορυκτών έχει εκτιναχθεί στα ύψη και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός για την πρόσβαση σε αυτά κλιμακώνεται μ’ έναν τρόπο που θυμίζει το μόνιμα καρφωμένο βλέμμα της Αμερικής στη Μέση Ανατολή και το πετρέλαιό της...

 

Είναι πολλά τα λεφτά...

Το 2023 ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτίμησε ότι η παγκόσμια αγορά ορυκτών της ενεργειακής μετάβασης έχει μεγεθυνθεί στα σχεδόν 390 δισεκατομμύρια ευρώ το 2022, δηλαδή το διπλάσιο πριν από μόλις πέντε χρόνια! Και αν οι κυβερνήσεις αποφασίσουν να φανούν συνεπείς στις δεσμεύσεις τους για μετάβαση στην καθαρή ενέργεια, η ζήτηση αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί έως το 2030 και να τριπλασιαστεί έως το 2040.

Τι σημαίνει αυτό για την Ουκρανία; Πολύ απλά ότι η χώρα «κάθεται» πάνω σ’ έναν θησαυρό αμύθητης αξίας...

Μια έκθεση του 2022 από την Ουκρανική Γεωλογική Ένωση που επικαλείται ο Guardian αναφέρει ότι χάρη στην πολύμορφη γεωλογική σύνθεσή της που περιέχει και τα τρία κύρια συστατικά του φλοιού της γης, η Ουκρανία διαθέτει περίπου το 5% των παγκόσμιων ορυκτών πόρων παρότι καλύπτει μόλις το 0,4% της επιφάνειας του πλανήτη.

Με βάση επίσημα στοιχεία που επικαλείται το Reuters, η χώρα διαθέτει κοιτάσματα 22 εκ των 34 ορυκτών που έχουν χαρακτηριστεί ως κρίσιμα από την Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων σπάνιων γαιών όπως το λανθάνιο, το δημήτριο, το νεοδύμιο, το ύττριο και το έρβιο.

Πριν από το ξέσπασμα του πολέμου η Ουκρανία ήταν ένα από τους βασικούς προμηθευτές τιτανίου παγκοσμίως με μερίδιο περίπου 7% βάσει στοιχείων του 2019, σύμφωνα με έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Υπολογίζεται ότι διαθέτει επίσης 500.000 τόνους αποθεμάτων λιθίου και το ένα πέμπτο των παγκόσμιων αποθεμάτων γραφίτη, ενός κρίσιμου υλικού για στους αντιδραστήρες των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας.

Οι φήμες λένε ότι η επιθετική ανάρτηση του Τραμπ ήταν απλώς ένα μέσο πίεσης στον Ζελένσκι καθώς προηγουμένως είχε απορρίψει μια πολύ πιο «απαιτητική» αμερικανική πρόταση. Εδώ αναδύεται ένα ουσιαστικό ερώτημα: Τίνος ιδέα ήταν να πέσουν στο τραπέζι του όποιου παζαριού μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου τα κρίσιμα ορυκτά ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται; Ήταν του Τραμπ, που είδε μια καλή ευκαιρία για ένα εκβιαστικό ντιλ με έναν «εταίρο» στριμωγμένο στη γωνιά ανίκανο να βάλει όρους και να θέσει απαιτήσεις; Ή μήπως του Ζελένσκι, που τα πρόσφερε ως αντάλλαγμα για τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας που ζητά;

 

Ενας νέος Νίξον;

Ωστόσο, το βασικό ερώτημα είναι άλλο: Ποιο είναι το πραγματικό κίνητρο του Τραμπ πίσω από την ανατροπή της επίσημης πολιτικής στήριξης του Κιέβου; Άραγε πού τελειώνει η «σκηνοθεσία» και πού αρχίζει η ουσία της ιστορίας και των κινήσεων των πρωταγωνιστών της;

Εγινε ο Τραμπ ξαφνικά οπαδός του ρεαλισμού και υιοθέτησε τις υποδείξεις των εκφραστών της συγκεκριμένης σχολής που διακηρύσσουν με στεντόρεια φωνή ότι ο πραγματικός αντίπαλος της Αμερικής είναι η «ομότιμος» Κίνα και όχι η Ρωσία; Ότι η Αμερική πρέπει να τα βρει με το Κρεμλίνο και να στραφεί έτσι με την άνεσή της προς τον πραγματικό αντίπαλό της στη διεθνή σκηνή που αμφισβητεί όλο και πιο ανοιχτά, όλο και πιο συχνά, την αμερικανική ηγεμονία.

Υπάρχουν αναλυτές του παρομοιάζουν τον Τραμπ με τον Νίξον στην προσέγγισή του στην εξωτερική πολιτική υπό την έννοια ότι και ο μεγιστάνας έχει ανάλογα ανορθόδοξους τρόπους. Όπως ο στιγματισμένος από το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ μακρινός προκάτοχός του, όταν κόντρα στις τότε νόρμες άνοιξε το 1972 την πόρτα στην Κίνα με την ιστορική επίσκεψή του στο Πεκίνο εγκαινιάζοντας μια πολυκύμαντη σχέση που καθόρισε έκτοτε τους αμερικανο-κινεζικούς δεσμούς.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Ντόναλντ Τραμπ αλληλογραφούσε συχνά με τον Ρίτσαρντ Νίξον. Το 1982, σχεδόν οκτώ χρόνια μετά την ατιμωτική παραίτηση του τελευταίου υπό το βάρος του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ και υπό την απειλή παραπομπής του σε δίκη στο Κογκρέσο, ο Τραμπ είχε μόνο λόγια θαυμασμού για τον Νίξον. Τον περιέγραφε ως έναν από τους σπουδαιότερους άντρες αυτής της χώρας, μια άποψη πάντως που εν μέρει αποδέχονται σήμερα ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρώντας τον Νίξον, υπό μια συνολικότερη κρίση, ως μια πολυσύνθετη πολιτική περσόνα με ιδιαίτερη οξυδέρκεια και υψηλό δείκτη αντίληψης του πολιτικού ρεαλισμού.

 

Δύο σχολές σκέψης, του Τραμπ και της φιλελεύθερης τάξης

 

Υπάρχουν δύο σχολές σκέψης αυτή τη στιγμή για την αμερικανική στάση απέναντι στο Κίεβο. Αυτή των εκφραστών της φιλελεύθερης τάξης -αυτό δηλαδή που η Μόσχα αποκαλεί «συλλογική Δύση»- και εκείνη του Τραμπ. Έχουν εντελώς διαφορετικές αφετηρίες και εκ διαμέτρου αντίθετες αφηγήσεις για το τι έγινε και τι θα γίνει στη συνέχεια, αλλά και οι δύο φαίνεται να συμφωνούν σ’ ένα κρίσιμο σημείο. Ότι η δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία δεν είναι ελεημοσύνη.

Για τους φιλελεύθερους έχει να κάνει με την προάσπιση του Διεθνούς Δικαίου, τον σεβασμό της Δημοκρατίας και την παρεμπόδιση του Πούτιν από το να αποκαταστήσει το σοβιετικό σύστημα αυτοκρατορικής διακυβέρνησης.

Οι θέσεις του Τραμπ θα έχουν κόστος, γράφουν στην Kyiv Post ο Έρικ Κρος, Εσθονός βουλευτής, και ο Γκρεγκ Μιλς, πρώην γενικός διευθυντής του Νοτιοαφρικανικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων. «Θα υπονομεύσουν την αμερικανική αξιοπιστία και τον σεβασμό του ελεύθερου κόσμου. Οι θέσεις του Τραμπ συνταράσσουν τις μέχρι τώρα ιερές αρχές των διεθνών σχέσεων και κάλλιστα θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια σειρά από άλλες συγκρούσεις, ιδίως στην Αφρική με τα αυθαίρετα χαραγμένα και αδύναμα σύνορα των κρατών της. Θα μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών, ειδικά για την απόκτηση πυρηνικών όπλων».

 

Νέο δόγμα

Αλλά οι θέσεις αυτές δείχνουν να φθίνουν. Στους κύκλους των ανθρώπων που κινούν σήμερα τα νήματα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ- και φαίνεται να συντονίζονται με την οπτική του Τραμπ- κυριαρχούν άλλες αντιλήψεις: Μια εντεινόμενη τάση για μετατόπιση από την κυρίαρχη στρατηγική της φιλελεύθερης ηγεμονίας προς εκείνη της υπεράκτιας εξισορρόπησης (offshore balancing). Η ιδέα επικεντρώνεται στη διατήρηση ισορροπίας δυνάμεων σε τρεις στρατηγικά σημαντικές περιοχές για τις ΗΠΑ (Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ινδο-Ειρηνικός) χωρίς ωστόσο σημαντική αμερικανική στρατιωτική παρουσία.

«Η υπεράκτια εξισορρόπηση σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική ισχύ τους μόνο όταν υπάρξει άμεση απειλή για τα ζωτικά συμφέροντά τους» εξηγεί στη European Pravda ο Ολεξάντρ Μερέσκο, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του ουκρανικού Κοινοβουλίου. Αμερικανοί αναλυτές που μελετούν την εξωτερική πολιτική του Τραμπ περιγράφουν την κοσμοθεωρία του ως συντηρητικό αμερικανικό εθνικισμό που δίνει έμφαση στην ισχύ, στον πατριωτισμό και στην κυριαρχία.

Το σύνθημα του Τραμπ «Πρώτα η Αμερική!» ερμηνεύεται από ορισμένους ως πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ και η βοήθειά τους έχουν γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των συμμάχων τους. Ορισμένα μέλη της ομάδας του Προέδρου πιστεύουν πως η Ουκρανία δεν έχει στρατηγική αξία για τις ΗΠΑ, ότι δεν εμπίπτει στην «περίμετρο ασφαλείας» της Αμερικής, αντιθέτως είναι θέμα που έχει να κάνει με την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Προφανώς αυτό εναρμονίζεται και με τη δήλωση του Τραμπ την Τετάρτη ότι είναι δουλειά της Ευρώπης να προσφέρει εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία, όχι των ΗΠΑ...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0