Εκπλήξεις έκρυβαν οι κάλπες στην Ινδία. Ο εκλογικός μαραθώνιος στην πολυπληθέστερη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία του κόσμου, που άρχισε στις 19 Απριλίου, ολοκληρώθηκε την 1η Ιουνίου και οι κάλπες ανοίχτηκαν χθες. Οι εκλογές έγιναν σε επτά φάσεις σε διάστημα έξι εβδομάδων, με εκλογικούς καταλόγους στους οποίους ήταν εγγεγραμμένοι σχεδόν 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι σε περιοχές που εκτείνονταν σε αχανή αστικά κέντρα, άγρια ζούγκλα, δύσβατα όρη και παγετώνες…
Μπορεί λοιπόν το κόμμα του πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι, το συντηρητικό εθνοκεντρικό Μπαρατίγια Τζανάτα, που κυριαρχεί στην ινδική πολιτική σκηνή εδώ και μια δεκαετία, να απέσπασε την πλειοψηφία των εδρών στο Κοινοβούλιο και η Εθνική Δημοκρατική Συμμαχία που έχει συστήσει με άλλα μικρότερα ινδουιστικά κόμματα να κρατάει ακόμη τις δυνάμεις της, ωστόσο το αποτέλεσμα ήταν εν πολλοίς μια ψυχρολουσία. Η ινδουιστική Δεξιά υπολειπόταν κατά πολύ -τουλάχιστον ως του σημείου της χθεσινής καταμέτρησης- των προσδοκιών της για έναν «ανεπανάληπτο» εκλογικό θρίαμβο.
Στη 1 μ.μ. (ώρα Ελλάδας) χθες τα τηλεοπτικά κανάλια μετέδιδαν ότι η Συμμαχία προηγείται κερδίζοντας σχεδόν 300 από τις 543 έδρες στην Κάτω Βουλή με καταμετρημένες περίπου τις μισές ψήφους. Εντυπωσιακές ήταν οι επιδόσεις της αντιπολίτευσης, με προεξάρχουσα δύναμη στους κόλπους της το ανανήψαν Κόμμα του Κογκρέσου, με το αθροιστικό αποτέλεσμα των αντιπολιτευόμενων κομμάτων του συνασπισμού India να πλησιάζει τις 230 έδρες. Με τις μισές ψήφους καταμετρημένες, το Μπαρατίγια Τζανάτα συγκέντρωνε λιγότερες από τις 250, σημαντικά λιγότερες από τις 303 που είχε κερδίσει στις εκλογές του 2019. Προφανώς οι αριθμοί αυτοί υπολείπονται κατά πολύ των σαρωτικών επιδόσεων του Μόντι που προοιωνίζονταν οι δημοσκοπήσεις και στις οποίες ήλπιζε το μέτωπο της εθνοκεντρικής Δεξιάς.
Κατά τους αναλυτές, οι απογοητευτικές εκλογικές επιδόσεις του Μόντι ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς ασύμμετρων παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους η ακρίβεια, η ανεργία -ειδικά μεταξύ των νέων-, μια αμφιλεγόμενη μεταρρύθμιση στη στρατολογική νομοθεσία αλλά και η ίδια η επιθετική και διχαστική εκστρατεία του πρωθυπουργού. Ο διακηρυγμένος στόχος του κυβερνητικού συνασπισμού να πιάσει τις 400 έδρες φαίνεται πως αποξένωσε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από την ινδουιστική Δεξιά και την εθνοκεντρική αφήγησή της, καθώς τους τρόμαξε η προοπτική συγκέντρωσης απόλυτης πλειοψηφίας, η οποία θα άνοιγε τον δρόμο για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις «άδηλων προθέσεων».
Η απροσδόκητη «επαναφορά» του άλλοτε στιγματισμένου στη λαϊκή συνείδηση Κόμματος του Κογκρέσου, που σχεδόν διπλασιάζει τις επιδόσεις του σε σχέση με το 2019 καταλαμβάνοντας τουλάχιστον 97 έδρες, υπογραμμίζει αυτή τη μετατόπιση, όπως σχολιάζει το BBC. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τα πρώιμα σημάδια μεταστροφής του εκλογικού σώματος ήταν ήδη ορατά σε αξιόπιστες δημοσκοπήσεις που κατά τα φαινόμενα αγνοήθηκαν από το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Ο de facto αρχηγός του κόμματος Ραχούλ Γκάντι, απόγονος της γνωστής πολιτικής δυναστείας, ανήγγειλε συνάντηση σήμερα των ηγετικών στελεχών του Κογκρέσου με τους εταίρους της συμμαχίας India προκειμένου να καθοριστούν τα επόμενα βήματα. Με αέρα στα πανιά του από το απροσδόκητα καλό αποτέλεσμα, το κόμμα δεν φάνηκε να αποκλείει δική του προσπάθεια να σχηματίσει κυβέρνηση αποσπώντας κόμματα από τη συμμαχία του Ναρέντρα Μόντι. Ο Γκάντι είπε επίσης ότι η εκστρατεία του δεν ήταν ενάντια στο κυβερνών κόμμα αλλά υπέρ της διάσωσης της Δημοκρατίας και της υπεράσπισης του συντάγματος, κατηγορώντας για ακόμη μια φορά τον Μόντι πως προσπαθεί να καταστρέψει και τα δύο.
Οπως ήταν αναμενόμενο, η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων προκάλεσε «μίνι πανικό» στην ινδική χρηματαγορά, πόσο μάλλον όταν οι δημοσκόποι προεξοφλούσαν μέχρι χθες μεγάλη νίκη του Μόντι. Οι δείκτες NIFTY 50 (των 50 μεγαλύτερων ινδικών εταιρειών) και S&P BSE Sensex κατέγραφαν αμφότεροι πτώση 2% στις 8 π.μ. (ώρα Ελλάδας) και στο κλείσιμο η πτώση ήταν μεγαλύτερη του 5%. Η ρουπία σημείωσε επίσης πτώση έναντι του δολαρίου και οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν.