Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται ότι γνωρίζει καλά την τέχνη της αποσιώπησης. Παρουσιάζοντας την Πέμπτη το απόγευμα το πρόγραμμα της κυβέρνησής του για τα θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, αναφέρθηκε στον πόλεμο στην Ουκρανία μόνο ως ευκαιρία για τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) να παραγάγουν πυρομαχικά, για τα οποία υπάρχει τεράστια ζήτηση. Δεν είπε ούτε ότι η Ελλάδα θα συνεχίζει να στηρίζει την Ουκρανία ούτε ποια στάση θα κρατήσει στην επικείμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους, όπου από κάποια κράτη-μέλη θα τεθεί επιτακτικά το ζήτημα της ένταξης της Ουκρανίας στη Συμμαχία. Προφανώς, θεωρεί ότι αυτά δεν αφορούν το εγχώριο κοινό ή ότι ένα μέρος του «πατριωτικού» ακροατηρίου, τα αυτιά του οποίου μονίμως χαϊδεύει ο Μητσοτάκης, διαφωνεί με τη στήριξη στην Ουκρανία.
Στο Βίλνιους, πάντως, ο πρωθυπουργός θα εμφανιστεί ξεκάθαρος σχετικά με τη στήριξή του στην Ουκρανία, όπως και όλοι οι ομόλογοί του. Τα -στο μεταξύ 31- κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θέλουν να στείλουν ένα μήνυμα ενότητας και αποφασιστικότητας απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα και ένα ισχυρό μήνυμα υποστήριξης στο Κίεβο. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την υπόσχεση ότι θα στείλουν στην Ουκρανία περισσότερα και ισχυρότερα όπλα, τη δέσμευση ότι θα ενταχθεί κάποια στιγμή στο ΝΑΤΟ και μια σειρά από ενδιάμεσες εγγυήσεις ασφαλείας.
Βέβαια, δεν είναι όλα τα κράτη-μέλη το ίδιο επίμονα. Μπορεί η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής, έως έναν βαθμό και η Βρετανία να πιέζουν ώστε η ενταξιακή πορεία της Ουκρανίας να είναι… αστραπιαία και οι εγγυήσεις ασφαλείας οι μέγιστες δυνατές, ωστόσο οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες, με πρώτη τη Γερμανία, και οι ΗΠΑ είναι σαφέστατα πιο επιφυλακτικές. Το πιθανότερο είναι ότι ο Μητσοτάκης θα ευθυγραμμιστεί με τους επιφυλακτικότερους, αν και, όπως είπαμε, δεν έχει προϊδεάσει το ελληνικό ακροατήριο για τη στάση του.
Το θρίλερ με τη Σουηδία
Το δεύτερο ζήτημα που θα απασχολήσει τους 31 στο Βίλνιους είναι πότε επιτέλους θα γίνουν 32, πότε, δηλαδή, θα αποφασίσει ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν -αλλά και ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν- να επικυρώσει την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ. Μέχρι το παρά πέντε της συνόδου έγιναν πολλές προσπάθειες να άρουν η Άγκυρα και η Βουδαπέστη τις επιφυλάξεις τους, αλλά δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Ειδικότερα η Τουρκία θέλει συγκεκριμένα ανταλλάγματα για να δώσει το πράσινο φως στη Σουηδία, την οποία κατηγορεί ως άντρο της κουρδικής τρομοκρατίας, όχι μόνο από την κυβέρνηση στη Στοκχόλμη αλλά και από τις ΗΠΑ, που δεν έχουν ρίξει ακόμη όλα τα εμπόδια για τον εκσυγχρονισμό των τουρκικών F-16 και την αγορά νέων. Για την Ελλάδα έχει αυξημένο ενδιαφέρον η έκβαση αυτού του παζαριού. Αντιθέτως, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον το άλλο παζάρι, αυτό για τον στόχο της αύξησης των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ όλων των κρατών-μελών. Η Ελλάδα πάντα το ξεπερνούσε, ακόμη και στα χρόνια της κρίσης. Τώρα, με τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα που έχει δρομολογήσει η κυβέρνηση της Ν.Δ. είναι από τους καλύτερους μαθητές του ΝΑΤΟ - κάτι για το οποίο δεν θα έπρεπε να καμαρώνει.
Το τετ α τετ με τον Ερντογάν
Κι ενώ τα φώτα της παγκόσμιας δημοσιότητας θα είναι στραμμένα από αύριο στο δίδυμο Ερντογάν-Ουλφ Κρίστερσον, αφού ο πρωθυπουργός της Σουηδίας θα προσπαθήσει να πείσει τον Τούρκο Πρόεδρο να του ανοίξει τον δρόμο για το ΝΑΤΟ, πριν την έναρξη της συνόδου την Τρίτη, για την ελληνική κοινή γνώμη το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί στη συνάντηση Ερντογάν-Μητσοτάκη στο περιθώριο της συνόδου. Μια συνάντηση, η οποία θα επιβεβαιώσει το ήρεμο κλίμα στις διμερείς σχέσεις μετά τους σεισμούς στην Τουρκία, και ίσως τίποτα περισσότερο. Όπως είπε ο Μητσοτάκης στις προγραμματικές του δηλώσεις, «από τη θερμή ένταση με την Τουρκία προτιμούμε να έχουμε καλές σχέσεις, ακόμη και αν συμφωνούμε ότι διαφωνούμε». Που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως «πάμε να πούμε δυο φιλικές κουβέντες και όχι να μπούμε σε περιπέτειες διαπραγμάτευσης». Βέβαια, ο Μητσοτάκης πρόσθεσε κι ένα «δεν θα γυρίσουμε την πλάτη στην Ιστορία αν έχουμε την ευκαιρία να διευθετήσουμε τη μοναδική μας διαφορά», ενώ φρόντισε λίγες μέρες πριν από σύνοδο να κάνει κι ένα «δώρο» στον Ερντογάν, να κλείσει το κέντρο υποδοχής μεταναστών του Λαυρίου, στο οποίο επί δεκαετίες ζουν Κούρδοι πρόσφυγες που έχουν πάρει πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα και για το οποίο η Τουρκία πάντα έλεγε ότι είναι στρατόπεδο εκπαίδευσης του ΡΚΚ.
Το αν η συνάντηση Μητσοτάκη- Ερντογάν, που θα πλαισιώνονται και από τους υπουργούς τους των Εξωτερικών, θα δρομολογήσει κάτι παραπάνω από τη συνέχιση της μη έντασης μένει να φανεί. Το μόνο βέβαιο είναι ότι έχει κλειστεί και ένα ραντεβού μεταξύ των υπουργών Άμυνας των δύο χωρών, του Νίκου Δένδια και του Γιασάρ Γκιουλέρ, πιθανότατα για να ξαναρχίσουν οι συναντήσεις για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Παλιά μου τέχνη…
ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ: Με τα εθνικά συμφέροντα, απέναντι στις εθνικιστικές δυνάμεις
Ενώ ο Μητσοτάκης ήταν εξαιρετικά φειδωλός στις δηλώσεις του για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής στη Βουλή -ευλόγησε μόνο τα γένια του για τα εξοπλιστικά και για τον φράχτη στον Έβρο-, ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖ, Σωκράτης Φάμελλος ήταν πολύ πιο σαφής στην παρουσίαση των θέσεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι στόχοι, όπως είπε, ήταν και παραμένουν ξεκάθαροι:
Πρώτον, η αποφασιστική προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας απέναντι σε κάθε παράνομη αμφισβήτηση και διεκδίκηση της Τουρκίας.
Δεύτερον, η ενεργητική προσπάθεια ειρηνικής επίλυσης διαφορών με τους γείτονές μας στη βάση του Διεθνούς Δικαίου. Ο Φάμελλος θύμισε την ιστορική Συμφωνία των Πρεσπών, «η οποία κατοχύρωσε τα εθνικά μας συμφέροντα, προώθησε την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, ενώ εξασφάλισε την επαναφορά της Ε.Ε. στα Δυτικά Βαλκάνια, σε μια περιοχή που η Τουρκία και άλλες δυνάμεις ενισχύονταν».
Τρίτον, η αναβάθμιση του διεθνούς, ευρωπαϊκού και περιφερειακού ρόλου της Ελλάδας ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή και ως περιφερειακού αναπτυξιακού, ενεργειακού και πολιτιστικού κόμβου στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Ο Φάμελλος υπογράμμισε ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό η Ελλάδα να δίνει σήμερα αυτό το διεθνές μήνυμα διατηρώντας σαφή θέση απέναντι στην παράνομη και αιματηρή ρωσική εισβολή, με αλληλεγγύη στον ουκρανικό λαό και, βέβαια, τηρώντας τις δεσμεύσεις της ως κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.
Και, τέταρτον, η αξιοποίηση των συμμαχιών της Ελλάδας στην Ε.Ε. για την εξασφάλιση ενός ισχυρού ευρωπαϊκού και ευρωτουρκικού πλαισίου προσφυγικής και μεταναστευτικής πολιτικής και μια δίκαιη Συμφωνία Μετανάστευσης και Ασύλου.
Καταλήγοντας ο Φάμελλος ξεκαθάρισε ότι η Αριστερά, ως δύναμη πατριωτικής ευθύνης, θα υποστηρίζει χωρίς κομματική εκμετάλλευση τα εθνικά συμφέροντα και τις εθνικές γραμμές, αλλά και θα στέκεται πάντα απέναντι στις εθνικιστικές δυνάμεις και απέναντι σε όσους εκμεταλλεύονται τα εθνικά θέματα για πρόσκαιρα κομματικά οφέλη.
Ελληνοτουρκικά: Εξομάλυνση, ναι. Επίλυση;
Του
Θόδωρου Τσίκα*

Καθώς ο εκλογικός κύκλος τελείωσε και στις δύο χώρες, Ελλάδα και Τουρκία προσπαθούν να επανεκκινήσουν τις διμερείς σχέσεις τους. Οι πειρασμοί για ακραία και εθνικιστική ρητορική, που είναι μεγάλοι κατά τις προεκλογικές περιόδους, τώρα πλέον μειώνονται.
Από την άλλη, το γεγονός ότι και οι δύο κυβερνήσεις έχουν νωπή λαϊκή εντολή, τους επιτρέπει να κάνουν κινήσεις πιο τολμηρές, πέραν του συνηθισμένου. Αν λάβουμε υπόψη ότι και η Κυπριακή Δημοκρατία έχει πρόσφατα εκλεγμένο Πρόεδρο, από τις εκλογές του Φεβρουαρίου, βλέπουμε με σαφήνεια το εύρος των δυνατοτήτων.
Ηδη η επίσημη προαναγγελία της συνάντησης Ερντογάν - Μητσοτάκη, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους της Λιθουανίας, αναδεικνύει την απόφαση για μια νέα σελίδα.

Νέα φάση για την Τουρκία
Η γειτονική χώρα έχει μπει σε νέα φάση. Οι καταστροφικοί σεισμοί δημιούργησαν μια διαφορετική πραγματικότητα. Για την επούλωση των πληγών της, η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να στραφεί προς τον εαυτό της. Δεν έχει την πολυτέλεια εξωτερικών περιπετειών.
Για τη στέγαση ενός με ενάμισυ εκατομμυρίου αστέγων και την ανοικοδόμηση πόλεων και χωριών απαιτούνται γύρω στα 100 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτά μπορούν να βρεθούν μόνο με βοήθεια της διεθνούς κοινότητας και κυρίως από χώρες και οργανισμούς της Δύσης.
Συνεπώς η Τουρκία θα χρειαστεί να κινηθεί συνετά και με συμβατό τρόπο προς αυτά που επιθυμεί ο διεθνής παράγοντας, ιδιαίτερα η Δύση, για την Ανατολική Μεσόγειο.
Λόγω της απρόκλητης, αδικαιολόγητης, παράνομης και βάναυσης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, όλοι απεύχονται όξυνση στην Ανατολική Μεσόγειο. Αναμένουν μάλιστα απρόσκοπτη ροή ενέργειας από εναλλακτικές πηγές, μέσω της περιοχής μας.
Αυτό προϋποθέτει τη συνεργασία όλων των χωρών της περιοχής, ακόμα και όσων δεν είχαν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, που επισήμως βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους.
Η Τουρκία θα συνεχίσει την επαναπροσέγγιση με τη Δύση, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, αλλά και την Ε.Ε. συνολικά. Τηρώντας, φυσικά, τις ισορροπίες και με άλλους διεθνείς παίκτες. Εξάλλου συνεχίζει την εξομάλυνση των σχέσεων με χώρες της περιοχής, Αρμενία, Ισραήλ, Αίγυπτο, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία κ.ά. Προσπαθεί ακόμα και με τη Συρία.
Εκτόνωση της έντασης και ουσιαστικός διάλογος
Η εκτόνωση της έντασης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία είχε αρχίσει πριν τους σεισμούς, με τη συνάντηση των διπλωματικών συμβούλων των δύο ηγετών (Ιμπραήμ Καλίν και Άννας Μαρίας Μπούρα) στις Βρυξέλλες, που πραγματοποιήθηκε με μεσολάβηση της γερμανικής κυβέρνησης. Εμπεδώθηκε με την ελληνική βοήθεια προς τον τουρκικό λαό, μετά τους σεισμούς. Μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο, οι ομαλές σχέσεις θα συνεχιστούν.
Η ομαλότητα στις διμερείς σχέσεις είναι εξαιρετικά χρήσιμη, αλλά δεν αρκεί. Όσο μένουν άλυτες οι διμερείς διαφορές, μπορεί σε κάποια άλλη χρονική συγκυρία στο μέλλον να ξαναγίνουν πηγή εντάσεων.
Ελληνική και τουρκική κυβέρνηση πρέπει να αφήσουν πίσω παλινωδίες και ταλαντεύσεις, καθώς και μια άγονη και στενή αντίληψη του λεγόμενου «πολιτικού κόστους». Να προετοιμάσουν τις κοινωνίες τους, ενημερώνοντας τις για την πραγματική διάσταση των ζητημάτων - χωρίς τις συνήθεις υπερβολές, δραματοποιήσεις και ιδεολογισμούς, αλλά και για τα οφέλη από τη διευθέτησή τους.
Οι δύο κυβερνήσεις, με πρόσφατη λαϊκή εντολή σε Ελλάδα και Τουρκία, έχουν δυνατότητα αλλά και υποχρέωση να ξαναρχίσουν τον διμερή διάλογο. Να ξαναγυρίσουν στις συζητήσεις που είχαν παγώσει την προηγούμενη περίοδο, σε όλα τα «τραπέζια»:
α. διερευνητικές συνομιλίες,
β. πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των γενικών γραμματέων των δύο υπουργείων Εξωτερικών, και
γ. πολιτικο-στρατιωτικός διάλογος για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) στο Αιγαίο.
Επιπλέον, οφείλουν να επιδείξουν την αναγκαία πολιτική βούληση ώστε να προχωρήσει η διαδικασία επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών. Είτε μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων είτε με κοινή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ακόμα δε καλύτερα, με συνδυασμό των δύο αυτών μορφών επίλυσης.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης - ΕΕνΟΕ