Ο νέος Γερμανός καγκελάριος έχει ένα πλεονέκτημα - κοινό με την προκάτοχό του Άνγκελα Μέρκελ. Δεν είναι ο άντρας ο πολλά βαρύς, που πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει στους ψηφοφόρους του την πυγμή του. Ειδικά στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Γι’ αυτό αντέχει την ακροβασία με την ουκρανική κρίση - και τις εκατέρωθεν πιέσεις. Δεν έπαιξε ούτε τα βλέφαρά του όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος δήλωνε ορθά-κοφτά μπροστά του ποιες κυρώσεις θα επιβάλει, θέλει δεν θέλει η Γερμανία, στη Ρωσία ή όταν ο Ρώσος Πρόεδρος του θύμιζε μπροστά στις κάμερες ότι ο προηγούμενος Σοσιαλδημοκράτης στην καγκελαρία, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, είναι τώρα υπάλληλός του.
Εδώ, όμως, τελειώνουν τα πλεονεκτήματα του Όλαφ Σολτς. Δεν έχει ούτε το θάρρος που είχε ο Σρέντερ το 2003 να πει όχι στη σταυροφορία του Μπους τζούνιορ ενάντια στο Ιράκ, ούτε την ισχύ που είχε η Μέρκελ το 2015 μαζί με τον τότε Γάλλο Πρόεδρο Ολάντ να φέρει στο τραπέζι τον Πούτιν και τον τότε Πρόεδρο της Ουκρανίας και να υπογράψουν τη Συμφωνία (ειρήνης) του Μινσκ. Όχι ότι το βασικό είναι η προσωπικότητα του Σολτς. Οι συνθήκες στην καρδιά της Ευρώπης το 2022, μετά από μια μακρά ευρωκρίση, μετά από δύο χρόνια πανδημίας, μετά τη λαίλαπα Τραμπ, μετά την ισχυροποίηση της Κίνας και με πανταχού παρούσα την κλιματική κρίση, είναι διαφορετικές - και δυσμενείς για το καλομαθημένο στις εξαγωγές Βερολίνο.
H Γερμανία του 2022 δεν τολμάει να συγκρουστεί με τις ΗΠΑ παρά το γεγονός ότι τα συμφέροντα της βιομηχανίας της θίγονται κατάφορα από το σκληρό πρέσινγκ που της κάνουν οι Αμερικανοί. Η εξάρτησή της από το σχετικά φθηνό ρωσικό αέριο είναι μεγάλη, ενώ από τη λειτουργία του -αμφιλεγόμενου και εντός της Ε.Ε.- αγωγού Nord Stream 2 φιλοδοξούσε να καλύψει ένα μέρος από τις ενεργειακές ανάγκες της μέχρι να καταφέρει να περάσει στη μετά τους υδρογονάνθρακες εποχή. Όσο κρατάει όμως η κρίση στην Ουκρανία, οι στρόφιγγες θα μείνουν κλειστές - με βαρύ κόστος για τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά. Παράλληλα, η Γερμανία δεν μπορεί να αγνοήσει τις πιέσεις από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης - αυτές που φαγώθηκε να εντάξει στην Ε.Ε.- να ενισχυθεί το ΝΑΤΟ στο έδαφός τους ως ασπίδα προστασίας στη Ρωσική Αρκούδα.
Η ουκρανική κρίση και οι σχέσεις με τη Ρωσία διχάζουν τη νέα γερμανική κυβέρνηση συνασπισμού. Ένα μεγάλο μέρος των Σοσιαλδημοκρατών -αλλά όχι όλοι- θεωρεί απαραίτητες τις καλές σχέσεις με τη Μόσχα και επιδιώκει τον… εκσυγχρονισμό της Ostpolitik, αλλά η πλειοψηφία των συγκυβερνώντων Πράσινων και Φιλελευθέρων είναι ατλαντιστές, ενώ κάποιοι λίγοι ιδεολόγοι θεωρούν πως η Δύση έχει την υποχρέωση να βάζει όρια σε αυταρχικούς ηγέτες τύπου Πούτιν. Για την ώρα πάντως, τόσο ο Σολτς -που έρχεται από την παράδοση της Ostpolitik- όσο και η Πράσινη υπουργός του των Εξωτερικών Ανναλένα Μπέρμποκ, η οποία προεκλογικά είχε ταχθεί κατά της λειτουργίας του Nord Stream 2, καταφέρνουν να κρατούν τις ενδοκυβερνητικές ισορροπίες. Εν μέρει επειδή τους το έκανε λίγο πιο εύκολο ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος φρόντισε να επιδείξει την πρόθεσή του για αποκλιμάκωση μόλις πήγε ο Σολτς στη Μόσχα. Βοηθάει και η επιμονή των Αμερικανών να μιλάνε για επικείμενη εισβολή θυμίζοντας την προπαγάνδα τους για τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν που δεν βρέθηκαν ποτέ. Βοηθάει ακόμη και η επίγνωση ότι οι ΗΠΑ θέλουν να πλασάρουν το δικό τους -ακριβό- υγροποιημένο αέριο στην Ευρώπη, όσο κι αν γι’ αυτό δεν μιλάει κανείς στη γερμανική κυβέρνηση. Αντιθέτως, προσπαθεί να αξιοποιήσει στο έπακρο το χαμηλό προφίλ του Σολτς για μια επιτυχημένη διαμεσολάβηση μεταξύ Μόσχας και Κιέβου. Μήπως αποφευχθεί ο πόλεμος - και μήπως λειτουργήσει κάποτε ο Nord Stream 2…