Η εποχή Μέρκελ τέλειωσε, η νέα εποχή δεν έχει ξεκινήσει ακόμη, παρά το γεγονός ότι από την Τετάρτη υπάρχει μια καινούργια κυβέρνηση στη Γερμανία, για πρώτη φορά μια κυβέρνηση - σηματοδότης, Πράσινη, Κόκκινη (Σοσιαλδημοκράτες) και Κίτρινη (Φιλελεύθεροι).
Η αλλαγή σκυτάλης στην εξουσία έγινε χωρίς πολλές φανφάρες -η όλη διαδικασία στη Βουλή του Βερολίνου ήταν σεμνή και ήσυχη, όπως ακριβώς ήθελε τη χώρα της η Μέρκελ στα 16 χρόνια της θητείας της. Κι όπως τη θέλει ο νέος καγκελάριος, ο ήσυχος, βαρετός, πεισματάρης Όλαφ Σολτς, που έχει πολλά κοινά με την προκάτοχό του, με σημαντικότερο το γεγονός ότι και τους δυο τους έχουν υποτιμήσει αφάνταστα εχθροί και φίλοι.
Οταν το καλοκαίρι του 2021 ο Σολτς, που είχε πάρει το χρίσμα του SPD να είναι υποψήφιος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, δήλωνε ότι θέλει να γίνει καγκελάριος, πιθανότατα δεν τον πίστεψε ούτε η οικογένειά του. Αντιθέτως, με αυτή τη δήλωση οι καλλιτέχνες του πολιτικού καμπαρέ είχαν κάνει πάρτι κερδίζοντας εύκολα το γέλιο του κοινού.
Όλοι θυμούνταν ότι ο Σολτς είχε χάσει με πάταγο τις εκλογές για την προεδρία του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος από δύο σχετικά άγνωστους της αριστερής πτέρυγας. Επιπλέον ήταν σε εξέλιξη δύο εξεταστικές επιτροπές στη Βουλή για οικονομικά σκάνδαλα ολκής, τα οποία ο Σολτς ως υπουργός Οικονομικών της Μέρκελ δεν κατάφερε να αποτρέψει -στην καλύτερη περίπτωση.
Όσο για τις ρητορικές ικανότητες του Σολτς εντός και εκτός Βουλής, αυτές ήταν -και παραμένουν- περίπου ανύπαρκτες. Κι όμως ο 63χρονος Σοσιαλδημοκράτης κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές, όπως κατάφερε να σχηματίσει τον κυβερνητικό συνασπισμό που προτιμούσε, με τρόπο σεμνό και ήσυχο, ακριβώς όπως του αρέσει να κινείται.
Η εποχή Μέρκελ τέλειωσε χωρίς ταρατατζούμ. Χωρίς να σαρώσει τη Γερμανία ένας άνεμος αλλαγής, όπως το 1969, όταν έγινε καγκελάριος ο Βίλι Μπραντ μετά από μια μακρά φάση συντηρητικής διακυβέρνησης ή όπως το 1998, όταν ο Γκέρχαρντ Σρέντερ νίκησε τον αιώνιο Χέλμουτ Κολ. Το 1969 ο Μπραντ σχημάτισε κυβέρνηση με σύνθημα “να τολμήσουμε περισσότερη δημοκρατία”. Την εποχή εκείνη ήταν ένα σύνθημα ριζοσπαστικό.
Το 1998 ο Σρέντερ σχημάτισε κυβέρνηση με τους Πράσινους, τα φοβερά παιδιά του οικολογικού κινήματος και του κινήματος ειρήνης που είχαν ανακαλύψει στο μεταξύ τη γοητεία της κυβερνησιμότητας. Ήταν μια ιστορική αλλαγή για τη Γερμανία. Ο πρώην συνήγορος της RAF, της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, έγινε υπουργός Εσωτερικών του SPD. Ο Γιόσκα Φίσερ, που πετροβολούσε την αστυνομία, έγινε ο υπουργός Εξωτερικών που έδωσε το πράσινο φως για τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία.
Το 2021 οι Γερμανοί μιλούν περισσότερο για την εποχή που τέλειωσε, παρά για αυτή που αρχίζει. Η Μέρκελ έφυγε χωρίς να ηττηθεί -αφού δεν έβαλε υποψηφιότητα ούτε καν για βουλευτής-, ο Σολτς ήταν αντικαγκελάριος στην κυβέρνησή της. Κανείς δεν μιλά για ανατροπή -κι όταν πέφτει το επίθετο “ιστορικός” για τον νέο κυβερνητικό συνασπισμό, γίνεται μάλλον από ανάγκη για βαρύγδουπες κουβέντες.
Ακόμη και το κεντρικό σύνθημα της νέας κυβέρνησης (“να τολμήσουμε περισσότερη πρόοδο”) φαντάζει σαν κόπια του συνθήματος του Μπραντ. Κι όμως, αυτός ο συνασπισμός, αυτή η κυβέρνηση - σηματοδότης, γέννημα της ανάγκης και της πολιτικής αριθμητικής, είναι το πιο προοδευτικό σχήμα που μπορεί να αντέξει σήμερα η γερμανική κοινωνία -μια κοινωνία που παραδοσιακά προτιμάει τη συνέχεια από τις ανατροπές, το γνωστό από το άγνωστο, μια κοινωνία η οποία συνήθως αντιμετωπίζει φοβικά τις αλλαγές.
Πιο προοδευτική θα ήταν μόνο μια κυβέρνηση κοκκινο - κοκκινο - πράσινη, και μόνο στον κοινωνικό τομέα. Εδώ οι Σοσιαλδημοκράτες κατάφεραν μόνο να επιβάλουν την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 12 ευρώ την ώρα, άντε και τη συγκράτηση των συντάξεων. Με την Αριστερά αντί για το FDP στην κυβέρνηση θα μπορούσαν να κάνουν πολύ περισσότερα για τη μείωση των ανισοτήτων, αλλά το κόμμα της Linke δεν μπόρεσε να πείσει ούτε το 5% των πολιτών να το ψηφίσει.
Στον τομέα των δικαιωμάτων, πάλι, μια κοκκινο - κοκκινο - πράσινη κυβέρνηση δεν θα έκανε πολλά διαφορετικά. Η κυβερνητική συμφωνία του σηματοδότη από το οικογενειακό δίκαιο μέχρι την πολιτική για τα ναρκωτικά κάνει το κράτος τόσο φιλελεύθερο όσο είναι ήδη η κοινωνία. Η συντριπτική πλειονότητα των Γερμανών θεωρεί αυτονόητο ότι οι γυναίκες αποφασίζουν για το σώμα τους -κι όχι να ανακατεύεται ο νομοθέτης στις αμβλώσεις-, ότι δεν υπάρχει μόνο η παραδοσιακή μορφή οικογένειας -μαμά, μπαμπάς, παιδί-, ότι δεν είναι έγκλημα ο μπάφος.
Οι νέοι κυβερνητικοί εταίροι απλώς δεσμεύονται να νομοθετήσουν για τα αυτονόητα, τα σχέδιά τους δεν είναι προωθητικά, δεν είναι πιο μπροστά από την κοινωνία. Πριν από μερικά χρόνια, για παράδειγμα, θα ήταν ριζοσπαστικό να σχηματιστεί μια κυβέρνηση στη Γερμανία με ίσο αριθμό ανδρών και γυναικών υπουργών. Την Τετάρτη, που αυτό έγινε, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Η κοινωνία ήταν από καιρό έτοιμη γι’ αυτή την επίδειξη ισότητας και οι κυβερνητικοί εταίροι ακολούθησαν.
Η κυβέρνηση Σολτς υπόσχεται τον εκσυγχρονισμό, την κλιματικά ουδέτερη αναδιάρθρωση της οικονομίας, τον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους. Σε προγραμματικό επίπεδο επ’ αυτών οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Πράσινοι και οι Φιλελεύθεροι δεν λένε κάτι καινούργιο. Απλά δεσμεύονται να υλοποιήσουν τους σχεδιασμούς του κοντινού παρελθόντος, να γκαζώσουν εκεί που οι ήδη αποφασισμένες αλλαγές προχωρούσαν σημειωτόν. Άντε και να τελειώσουν με το κάρβουνο μερικά χρόνια νωρίτερα, αντί το 2038 που είχε αποφασίσει η κυβέρνηση Μέρκελ, το 2030.
Δεσμεύονται επίσης να επενδύσουν τεράστια ποσά σ’ αυτή την αναδιάρθρωση -ακόμη κι ο νέος υπουργός Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ, που μέχρι πρότινος ονειρευόταν την επιστροφή στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.
Μακροπρόθεσμα η επιτυχία της κυβέρνησης Σολτς θα κριθεί από το αν θα καταφέρει πράγματι να γκαζώσει, να αναδιαρθρώσει τη βιομηχανία σε κλιματικά ουδέτερη κατεύθυνση, χωρίς να χαθούν πολλά κορμιά στον δρόμο. Βραχυπρόθεσμα η επιτυχία της θα κριθεί από το πώς θα διαχειριστεί το τέταρτο, πέμπτο και πιθανώς έκτο κύμα της πανδημίας. Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτό θα παίξει ο νέος υπουργός Υγείας Καρλ Λάουτερμπαχ, από τα πιο ενδιαφέροντα πρόσωπα στην κυβέρνηση Σολτς.

Ένας επιδημιολόγος στην ηλεκτρική καρέκλα του υπουργού Υγείας
Δυο μήνες και κάτι κράτησαν οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία και, όσο κι αν κρατήθηκαν αναπάντεχα μυστικές οι όποιες πολλές κόντρες υπήρξαν, τόσο για το περιεχόμενο της προγραμματικής συμφωνίας όσο και για το μοίρασμα των υπουργείων, ένα ζήτημα διέρρευσε σχεδόν αμέσως: Κανείς κυβερνητικός εταίρος δεν έδωσε μάχη για το υπουργείο Υγείας, ένα υπουργείο - καρμανιόλα στα χρόνια της πανδημίας.
Μάλιστα, όταν πριν από δεκαπέντε μέρες έγινε γνωστό ότι η καυτή πατάτα θα πέσει στα χέρια του SPD, το όνομα του μελλοντικού υπουργού παρέμεινε μυστικό. Αν και υπήρχε ήδη ένα... κίνημα υπέρ του Καρλ Λάουτερμπαχ, του ανθρώπου που από την αρχή της πανδημίας φρόντιζε να ενημερώνει το κοινό από τα τοκ σόου της τηλεόρασης, λέγοντας ενίοτε επώδυνες αλήθειες τόσο για την κυβέρνηση όσο και για τους ίδιους τους πολίτες.
Ο Λάουτερμπαχ είναι βουλευτής του SPD από το 2005, γιατρός επιδημιολόγος, με διδακτορικό από το Χάρβαρντ στο μάνατζμεντ της Υγείας. Τον λατρεύουν οι οικοδέσποινες των πολιτικών εκπομπών, τον μισούν οι αντιεμβολιαστές, αλλά και οι αισιόδοξοι που δεν αντέχουν τον πεσιμισμό του, και τον φοβούνται οι σύντροφοί του στο κόμμα, επειδή ποτέ μέχρι τώρα δεν λάμβανε υπόψη το κομματικό συμφέρον όταν μιλούσε για τη δημόσια Υγεία.
Ίσως γι’ αυτό ο Σολτς τον επέλεξε την τελευταία στιγμή για το υπουργείο Υγείας. Άλλωστε η πρώτη κουβέντα του για την πανδημία, μόλις τον παρουσίασε ο καγκελάριος στον Τύπο του Βερολίνου, ήταν “θα κρατήσει πολύ, δεν θα είναι εύκολο, αλλά θα προσπαθήσουμε σκληρά και θα τα καταφέρουμε”.
Ο Λάουτερμπαχ δεν ήταν φειδωλός στην κριτική του το προηγούμενο διάστημα, για τις καθυστερήσεις στους εμβολιασμούς τόσο σε τοπικό όσο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο, ενώ ένα χρόνο πριν είχε ταχθεί υπέρ αυστηρότερων lockdown από αυτά που αποφάσιζε -και δη με καθυστέρηση- η σύνοδος των τοπικών πρωθυπουργών με τη Μέρκελ.
Ωστόσο ποτέ δεν έλεγε μεγάλες κουβέντες, απλά μιλούσε χαμηλόφωνα πίσω από τη μάσκα για “χαμένες ευκαιρίες” -κι αυτές οι λέξεις από το στόμα του πονούσαν πολύ τους λαλίστατους πρωθυπουργούς, που τα έκαναν θάλασσα.
Τώρα ο Λάουτερμπαχ θα υφίσταται την κριτική των άλλων. Θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να πείσει περισσότερους να εμβολιαστούν, ότι μπορεί να οργανώσει καλύτερα το εμβολιαστικό πρόγραμμα κι ότι θα καταφέρει να ενισχύσει το σύστημα Υγείας, όπως έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση Σολτς.
Δεδηλωμένος στόχος του είναι να έχουν εμβολιαστεί για τρίτη φορά 30 εκατομμύρια άνθρωποι μέχρι τα Χριστούγεννα -στόχος υπερβολικά φιλόδοξος, αν και τις τελευταίες μέρες έσπασε το ρεκόρ του ενός εκατομμυρίου εμβολιασμών την ημέρα.
Ωστόσο κάποια στιγμή η πανδημία θα περάσει -με πολλά θύματα στη Γερμανία, η οποία, παρά το στιβαρό σύστημα Υγείας της σε σχέση με άλλες χώρες, δεν τα πήγε καθόλου καλά στο τέταρτο κύμα. Κι ο Λάουτερμπαχ θα μετρηθεί με τη μείζονα παλιά πρόκληση, αυτή που έχει ξεχαστεί μέσα στον πανικό των διασωληνωμένων.
Ο Σοσιαλδημοκράτης πολιτικός έχει ταχθεί υπέρ ενός ασφαλιστικού συστήματος για όλους, ώστε να μην υπάρχει ο διαχωρισμός μεταξύ της υποχρεωτικής δημόσιας ασφάλισης και της ιδιωτικής για όσους την επιλέγουν από μια εισοδηματική κλάση κι επάνω.
Σήμερα είναι κανόνας οι υγειονομικές υπηρεσίες δύο ταχυτήτων, με τους υποχρεωτικά ασφαλισμένους να απολαμβάνουν τις χειρότερες. Κι αυτό ο Λάουτερμπαχ δεσμεύεται να το αλλάξει, εάν βέβαια μείνει στην ηλεκτρική καρέκλα του υπουργού Υγείας και μετά την πανδημία.