Live τώρα    
Η Γάζα και η «επιστροφή της Αμερικής»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Γάζα και η «επιστροφή της Αμερικής»

ΜΠΑΙΝΤΕΝ

Η “επιστροφή της Αμερικής” στη διεθνή σκηνή, την οποία είχε σαλπίσει πανηγυρικά ο Μπάιντεν εισερχόμενος στον Λευκό Οίκο, αποδείχθηκε σχετικά γρήγορα ότι δεν ήταν απαλλαγμένη από τις “ατέλειες” του παρελθόντος.

Οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί στη Γάζα και η καθυστέρηση δέκα ημερών που μεσολάβησε μέχρι να υπάρξει η πρώτη χλιαρή προεδρική παρέμβαση υπέρ μιας εκεχειρίας θύμισαν τις παλιές καλές εποχές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.  Όταν η σπουδή να καταδικαστούν, να τιμωρηθούν, να εξοβελιστούν οι “παρίες”, οι εκτός του κύκλου των αμερικανικών συμφερόντων, τα “αναχώματα” στην επέκταση της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής επιρροής άνοιγε διάπλατα τον δρόμο για “συμμαχίες προθύμων” και πολεμικές εκστρατείες “διάδοσης της δημοκρατίας”.

Αλλά η υποκρισία δεν εκπλήσσει. Επιδιώξεις και σκοπιμότητες στη διεθνή αρένα είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Διαγκωνισμοί και αντιπαλότητες σχηματίζουν την κατάσταση των πραγμάτων. Η πρακτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών είναι καταδικαστέα, αλλά θεμιτή στο πλαίσιο των  πολιτικών - διπλωματικών σκοπιμοτήτων. Κι έτσι η υποκρισία γίνεται το άλλο πρόσωπο του κυνισμού.

Η πολυθρύλητη “επιστροφή της Αμερικής” στη διεθνή σκηνή μάλλον δεν είναι τίποτε άλλο από μια ολική επαναφορά στη γνώριμη πρακτική της εργαλειοποίησης των διακηρύξεων για ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία, κράτος δικαίου κ.λπ., η πολιτικοποίηση -προς αξιοποίηση- των υψηλών αξιών που θέλουν να πρεσβεύουν οι ΗΠΑ διεκδικώντας το μονοπώλιο της υπεράσπισής τους.

Η ίδια προσέγγιση που καλλιέργησε μια φορά κι έναν καιρό το έδαφος για τους “ανθρωπιστικούς βομβαρδισμούς” του ΝΑΤΟ ενάντια σ’ ό,τι είχε απομείνει όρθιο στην πρώην Γιουγκοσλαβία πριν από είκοσι και πλέον χρόνια. Για την Ιστορία, οι βομβαρδισμοί εκείνοι ουδέποτε είχαν τη έγκριση του ΟΗΕ.

Δεν χρειάζεται να ψάξει κάποιος πολύ για να έχει την επιβεβαίωσή του. Την ώρα που η Γάζα βομβαρδιζόταν ανηλεώς και έντρομες γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά έτρεχαν να καλυφθούν στα σχολεία του ΟΗΕ, ουσιαστικά τα μόνα καταφύγια αμάχων στον πολιορκημένο θύλακο, κι ενώ η αμερικανική κυβέρνηση μπλόκαρε για πολλοστή φορά στο Συμβούλιο Ασφαλείας ένα ψήφισμα που θα καλούσε σε τερματισμό της βίας, με το ανήκουστο επιχείρημα ότι θα ήταν “αντιπαραγωγικό”, η Νάνσι Πελόζι καλούσε σε διπλωματικό μποϊκοτάζ των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2022 στο Πεκίνο επικαλούμενη τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Κίνα! Υπερθεματίζοντας μάλιστα η Δημοκρατική πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής υποστήριξε ανερυθρίαστα ότι οι ξένοι ηγέτες που θα παρευρεθούν στην τελετή έναρξης θα χάσουν το ηθικό ανάστημά τους...

Ο επικεφαλής της διακομματικής επιτροπής του Κογκρέσου που ασχολείται με το θέμα, ο από το 1981 βουλευτής των Ρεπουμπλικανών Κρις Σμιθ είπε ότι οι υπεύθυνοι των εταιρειών που σπονσοράρουν τους αγώνες θα πρέπει να καταθέσουν ενώπιον της επιτροπής και «να καταστούν υπόλογοι».

“Οι μεγάλες εταιρείες θέλουν να βγάλουν πολλά λεφτά και δεν δείχνουν να τους ενδιαφέρουν οι ωμότητες, ακόμη και η γενοκτονία που διαπράττει η φιλοξενούσα χώρα” είπε ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής. Κι ο Δημοκρατικός συνάδελφός του Τζιμ ΜακΓκόβερν έκανε ένα βήμα παραπάνω. Ζήτησε από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή να αναβάλει τους αγώνες και να τους αναθέσει εκ νέου “σε μια χώρα της οποίας η κυβέρνηση δεν διαπράττει θηριωδίες”...

Ο παράγοντας “Χ” πίσω από αιφνίδια προσέγγιση Ιράν - Σαουδικής Αραβίας

Ιράν και Σαουδική Αραβία, οι δύο ανταγωνίστριες δυνάμεις στον Περσικό Κόλπο, βρίσκονται εδώ και μερικούς μήνες σε τροχιά προσέγγισης. Την είδηση αποκάλυψαν την περασμένη εβδομάδα οι Financial Times και την επιβεβαίωσαν οι δύο πλευρές. Οι δύο πρώτοι γύροι των μυστικών διερευνητικών συνομιλιών έγιναν τον περασμένο μήνα στο Παρίσι με τη μεσολάβηση του Ιρακινού πρωθυπουργού Μουστάφα Αλ Καντίμι. Στις συναντήσεις συμμετείχαν ο υπουργός Εξωτερικών Φάισαλ Μπιν Φαρχά από σαουδαραβικής πλευράς και στρατιωτικοί αξιωματούχοι των δύο χωρών.

Η είδηση προκάλεσε δικαιολογημένη έκπληξη, αφού μέχρι πρότινος οι δύο “αντίζηλοι», που ακολουθούν διαφορετικά δόγματα του Ισλάμ, σιιτικό το Ιράν, σουνιτικό η Σαουδική Αραβία, βρίσκονταν στα μαχαίρια έχοντας διακόψει πλήρως τις διπλωματικές τους σχέσεις από το 2016 κι έχοντας εμπλακεί στους γνωστούς πολέμους «δι’ αντιπροσώπων», κυρίως στην Υεμένη, υποστηρίζοντας αντίπαλα στρατόπεδα. Υπόψιν πως, εκτός από το Ισραήλ, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα παρακολουθείται στενά και από τη Σαουδική Αραβία, που θεωρεί ότι απειλείται άμεσα από αυτό.

Στα τέλη Απριλίου ο ντε φάκτο κυβερνήτης του βασιλείου, ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, άλλαξε γραμμή πλεύσης και υιοθέτησε έναν πιο συμφιλιωτικό τόνο έναντι των γειτόνων του διαβεβαιώνοντας πως θέλει να υπάρχουν “καλές σχέσεις” μεταξύ Ριάντ και Τεχεράνης. Η δήλωσή του χαιρετίστηκε από την Τεχεράνη και φυσικά προκάλεσε σειρά ερωτημάτων. Διότι δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο ίδιος αναρωτιόταν δημοσίως “πώς μπορείς να κάνεις διάλογο μ’ ένα καθεστώς που στηρίζεται στην εξτρεμιστική ιδεολογία” και υποσχόταν να μεταφέρει τη “μάχη” στην ιρανική επικράτεια.

Οι στόχοι που φαίνεται να έχουν τεθεί, τουλάχιστον από σαουδαραβικής πλευράς, με αναφορές σε “ασφάλεια, σταθερότητα και ευημερία” μαρτυρούν στροφή 180 μοιρών σε σχέση με τη μέχρι σήμερα πορεία. Τίθεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα: Τι άλλαξε έτσι ξαφνικά;

Ένας παράγοντας επισκιάζει όλους τους άλλους σε αυτή την απροσδόκητη εξέλιξη, γράφει το Foreign Policy, κι αυτός είναι οι αυξανόμενες ενδείξεις ότι η μετατόπιση της εστίασης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από τη Μέση Ανατολή σε άλλα σημεία του πλανήτη είναι πλέον σοβαρή.

Δεδομένου ότι ο στενός σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή είναι η Σαουδική Αραβία, η προσέγγιση με την Τεχεράνη που επιζητεί το Ριάντ δεν αφορά κάποια ενέργεια των ΗΠΑ, αλλά μάλλον αυτό που η νέα κυβέρνησή τους θα σταματήσει να κάνει. Να προσφέρει, δηλαδή, την άνευ όρων υποστήριξή της στα καθεστώτα της περιοχής ασχέτως των συμπεριφορών τους και της εμπλοκής τους σε καταδικαστέες επεμβάσεις.

Η όλο και μεγαλύτερη “αποξένωση” της Ουάσιγκτον από την ιδέα να εμπλακεί στις διαμάχες και τις στρατηγικές των εταίρων της στη Μέση Ανατολή αναγκάζει τις δυνάμεις της περιοχής να εξερευνήσουν τις δυνατότητές τους στη διπλωματία.

Στο πλαίσιο αυτό ο πρωθυπουργός του Ιράκ, ο οποίος έχει σοβαρό λόγο να θέλει τερματισμό της αντιπαλότητας Σ. Αραβίας - Ιράν, καθώς οι συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων σε όλη την περιοχή κινδυνεύουν να αποσταθεροποιήσουν περαιτέρω το Ιράκ, αποτελεί επίσης έναν παράγοντα που διευκολύνει την προσέγγιση των δύο χωρών.

Σε αντίθεση με τις προβλέψεις του κατεστημένου της Ουάσιγκτον για το «τέλος του κόσμου», γράφει το FP, “οι εκκρεμείς στρατιωτικές αποχωρήσεις των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή δεν έφεραν το χάος, αντίθετα οδήγησαν σε άνθηση της τοπικής διπλωματίας”.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0