Με την κατηγορία ότι υποκίνησε την αιματηρή εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, ξεκινά την Τρίτη, η δεύτερη δίκη του Ντόναλντ Τραμπ στη Γερουσία. Η διαδικασία θα ξεκινήσει με την συνταγματικότητα της διαδικασίας καθώς πλέον ο Τραμπ δεν είναι πλέον πρόεδρος των ΗΠΑ.
Το μεσημέρι της Τετάρτης πρόκειται ουσιαστικά να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Με τους εννέα Δημοκρατικούς βουλευτές, που έχουν αναλάβει τον ρόλο κατηγόρων, να ελπίζουν ότι θα πείσουν τα 100 μέλη της Γερουσίας να καταδικάσουν τον Τραμπ και να του απαγορεύσουν να διεκδικήσει στο μέλλον οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα.
Οι συνήγοροι του Τραμπ επιμένουν ότι η παραπομπή του είναι αντισυνταγματική και για αυτό θα πρέπει να απορριφθεί το κατηγορητήριο. Υποστηρίζουν επίσης ότι η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι και οι σύμμαχοί της προχώρησαν στην παραπομπή «για δικό τους πολιτικό όφελος». Υποστηρίζουν επίσης ότι η Γερουσία δεν έχει την αρμοδιότητα να τον δικάσει, από τη στιγμή που πλέον είναι ιδιώτης.
Σημειώνεται ότι τον Ιανουάριο, η προσπάθεια να απορριφθεί η υπόθεση με το σκεπτικό ότι είναι αντισυνταγματική η παραπομπή του, δεν πέρασε: υπέρ ψήφισαν μόνο οι 45 από τους 50 Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές του Σώματος. Οι βουλευτές-κατήγοροι την περασμένη εβδομάδα υποστήριξαν ότι ο Τραμπ πρέπει να καταδικαστεί για να προστατευθεί η αμερικανική δημοκρατία και η εθνική ασφάλεια και να αποθαρρυνθεί όσοι στο μέλλον επιχειρήσουν να προκαλέσουν βίαια επεισόδια προκειμένου να παραμείνουν στην εξουσία.
Για να καταδικαστεί ο Τραμπ οι Δημοκρατικοί της Γερουσίας χρειάζονται τις ψήφους 17 Ρεπουμπλικάνων συναδέλφων τους, κάτι που φαντάζει δύσκολο να το πετύχουν.
Η Βουλή παρέπεμψε τον Τραμπ σε δίκη στις 13 Ιανουαρίου, με αφορμή την ομιλία του προς τους υποστηρικτές του, λίγες ημέρες νωρίτερα. Είναι ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία που παραπέμπεται δύο φορές και ο μοναδικός που θα δικαστεί αφού έχει αποχωρήσει από την προεδρία.
Οι δικηγόροι του Τραμπ, σύμφωνα με την εφημερίδα Washington Post, υποστηρίζουν ότι η ομιλία του πρώην προέδρου «δεν ήταν μια πράξη ενθάρρυνσης ενός οργανωμένου κινήματος για την ανατροπή» της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Όπως υποστηρίζουν χρησιμοποίησε τη λέξη «fight» («πολεμώ, αγωνίζομαι») λίγο παραπάνω από πέντε φορές, αλλά πάντα με τη «μεταφορική» έννοιά της, εννοώντας ότι οι οπαδοί του θα έπρεπε «να υψώσουν τη φωνή τους», όπως συμβαίνει συχνά τις δημόσιες ομιλίες.